24 Δεκ 2010

Η ομάς Αγιος Φιλήμων σας εύχετε:

Χαρούμενα Χριστιανικά Χριστούγεννα

12 Δεκ 2010

Τὸ Ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα

τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους


Πολλὰ ὀνόματα ἀσήμων καὶ ἐπισήμων ἀνθρώπων ὑπάρχουν. Ὅμως τὸ ὄνομα ποὺ ξεπερνᾶ ὅλα τὰ ὀνόματα εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν θεία γέννησι ἑτοιμαζόμεθα νὰ ἑορτάσουμε.
Μόνο τὸ ἰδικό του ὄνομα εἶναι ὄνομα θεανθρώπου καὶ γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὸν Ἀπ. Πέτρο «οὐδὲν γὰρ ὀνόμα ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ´ 12).
Ὑπάρχουν πολλοὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, σοφοί, δίκαιοι, ἠγέται, ἀκόμη καὶ ἀνθρωπόθεοι τῆς ἀρχαίας μυθολογίας, ἀλλὰ μόνον ἕνας θεάνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὅλη ἡ χριστιανική μας πίστις συνοψίζονται στὴν ἀλήθεια αὐτή. Ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἐαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» γενόμενος ὑπάκουος στὸν Θεὸ Πάτερα μέχρι καὶ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου (Φιλ. β´ 8). Γι᾿ αὐτὴ τὴν κένωσι καὶ ταπείνωσί του ὁ Θεὸς Πατὴρ ὑπερύψωσε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Υἱοῦ του καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσε εἰς τὰ δεξιά του, στὴν δόξα ποὺ εἶχε ὡς Θεὸς καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσί του καὶ τοῦ ἐχάρισε τὸ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα.
Κάθε ἕνας ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, θὰ συνδοξασθῆ μὲ Αὐτόν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη λογική. Εἶναι ἀλήθεια τὴν ὁποία ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει καὶ ἐμεῖς δεχόμεθα «ἐν πίστει». Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ τρία ὀνόματα ποὺ ἐδόθησαν στὸν σαρκωθέντα Θεό. «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Λουκ. α´ 32), παραγγέλλει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἀρχαγγελοῦ Γαβριὴλ στὴν Παρθένο κατὰ τὸν Εὐαγελισμό. «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ.α´ 21), παραγγέλει πάλι ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἀγγέλου στὸν δίκαιο Ἰωσήφ. Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς σημαίνει στὰ Ἑβραϊκὰ «Ὁ Θεὸς εἶναι σωτήρ». Νά, λοιπόν, γιατί ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ Ἀγγέλου τὸ ὄνομα αὐτό. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Σωτήρας, ὁ μόνος Σωτήρας.
Νὰ γιατί τὸ ὄνομα καὶ τὸ Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ φέρει τόση γλυκύτητα, χαρὰ καὶ παρηγορία στὴν ψυχή μας. Γιατί εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρα μας. Τὸ ὄνομα Αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἐξηγόρασε μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασί Του ἀπὸ τὴν φοβερὴ σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου καὶ μᾶς ἔκανε υἱοὺς Θεοῦ καὶ θεοὺς κατὰ χάριν.
«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ματθ. α´ 1).
Ἀπὸ τὴν πρώτη φράσι τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς παραδίδεται καὶ τὸ δεύτερο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Τὸ ὄνομα Χριστὸς ποὺ ἀπὸ ἐπίθετο χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικό. Τὸ δεύτερο αὐτὸ ὄνομα δηλώνει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ χριστός, ὁ κεχρισμένος, ὁ παρὰ Θεοῦ διωρισμένος, ὁ προφητευμένος, ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.
Ματαίως λοιπὸν περιμένουν οἱ ἀπιστήσαντες Ἑβραῖοι τὸν Μεσσία τους, τὸν χριστό τους καὶ μαζί τους ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως οἱ Νεοεποχίτες.
Λέγει ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν ἱερὸς Θεοφύλακτος: «Λέγεται οὖν ὁ Κύριος Χριστὸς ὡς βασιλεύς, ὡς ἱερεύς… ἐχρίσθη δὲ καὶ αὐτὸς κυρίως τῷ ἀληθινῷ ἐλαίῳ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Τίς γὰρ ἄλλος εἶχε τὸ Πνεῦμα ὡς ὁ Κύριος;».
Πόσο μεγάλα εἶναι καὶ αὐτὰ τὰ δῶρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ σὲ μᾶς. Σὰν προφῆται μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε τὰ μυστήρια της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὰ ἀπὸ «τῶν αἰώνων ἀποκεκρυμμένα» (Κολ. α´ 26). Σὰν ἱερεῖς νὰ προσφέρουμε θυσίαν αἰνέσεως ὅλη μας τὴν ὕπαρξι καὶ ὅλη τὴν δημιουργία στὸν Δημιουργό. Σὰν βασιλεῖς νὰ βασιλεύουμε στὰ ἄλογα πάθη μας.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι πολὺ ἐνωρὶς οἱ πιστεύσαντες στὸν Ἰησοῦ ὀνομάσθηκαν στὴν Ἀντιόχεια «Χριστιανοί» (Πραξ. ια´ 26) - ἀπὸ τὸ Χριστὸ - ἐνῶ πρῶτα ἐλέγοντο «μαθηταί» ἢ «οἱ τῆς ὁδοῦ». Δὲν εἴμαστε ἁπλῶς ὀπαδοὶ ἢ μαθηταὶ ἢ ἀκόλουθοι τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ κατὰ χάριν μέτοχοί της Μεσσιανικῆς του ἰδιότητος, ἀφοῦ καὶ ἐμεῖς λαμβάνουμε μὲ τὸ Ἅγιο Χρίσμα τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
«... Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὃ ἔστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ματθ. α´ 23).
Ἐμμανουὴλ εἶναι τὸ προφητικὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ποιοὶ θὰ τὸν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ; Ὅσοι θὰ πιστεύσουν σ᾿ Αὐτόν, λέγει ὁ ἱερὸς Ζυγαβινός. Τὸ ὄνομα αὐτὸ δηλώνει τὴν ἕνωσι τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσεως στὸ Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος.
Ὁ Θεός μας δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς, ἢ ἐπάνω ἀπὸ ἐμᾶς. Εἶναι μαζί μας, ἀνάμεσά μας. Ἐσκήνωσεν ἐν «ἡμῖν». Ἔστησε τὴν σκηνή του, τὴν ἀνθρώπινη φύσι του, ἀνάμεσά μας ὄχι μόνο ὡς Πνεῦμα ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ Σῶμα του, τὴν Ἁγία Ἐκκλησία μας καὶ τὰ Μυστήριά της. Γίνεται βρῶσις καὶ πόσις μας. Καὶ θὰ εἶναι μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως ὁ ἴδιος τὸ ὑποσχέθηκε: «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´ 20).
Δοξάζουμε καὶ εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ δῶρα του ποὺ τὰ ἅγια ὀνόματά του φανερώνουν.
Ἀκόμη τὴν δοξάζουμε καὶ τὸν εὐχαριστοῦμε, γιατί στὴν ἁγία μας Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία παραλαμβάνουμε τὸν ἀληθινό, τὸν ἀκαινοτόμητο Χριστό, ὅπως τὸν προφήτευσαν οἱ Προφῆται, ὅπως τὸν παρέδωσων οἱ Ἀπόστολοι καὶ Εὐαγγελισταί, ὅπως τὸν ἐβίωσαν καὶ τὸν ἐκήρυξαν οἱ Ἅγιοι Πάτερες, ὡς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεὸν καὶ Σωτῆρα, τὸν μόνο Σωτῆρα. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Δυστυχῶς δὲν λείπουν καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας οἱ ψευδοπροφῆται, ποὺ φέρουν σύγχυσι στοὺς Χριστιανοὺς παρουσιάζοντας τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστὸν ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς σωτῆρες τῶν ἀνθρώπων.
Ἀκολουθοῦντες τοὺς ἁγίους Πατέρας, ποὺ ποτὲ δὲν θεολογοῦσαν ἀκαδημαϊκὰ καὶ ἀφ᾿ ὑψηλοῦ ἀλλὰ πάντοτε γιὰ τὴν σωτηρία καὶ προστασία τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου, χαράσσουμε τὶς γραμμὲς αὐτὲς μὲ αἴσθησι τῆς εὐθύνης μας ἔναντι τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. Καὶ ὁμολογοῦμεν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸν τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον, «ἐκ δυὸ φύσεων» ἀλλὰ καὶ «ἐν δυὸ φύσεσιν», (τὸ ὁποῖο ἀρνοῦνται οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι), ὅπως ἀλαθήτως ἐδογμάτισαν οἱ ἄγιες οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, μὴ ἀποδεχόμενοι καμμία ἀλλοίωσι, οὔτε τὴν παραμικρὰ, τῶν ἁγίων Ὅρων καὶ ἀποφάσεών των.
Κλίνουμε τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἐνώπιον τῆς ἁγίας του φάτνης καὶ τὸν ἱκετεύουμε νὰ διατηρήση καὶ ἐμᾶς ἀσάλευτους στὴν ἁγία ὀρθόδοξο εὐαγγελική μας πίστι καὶ ζωὴ καὶ νὰ ἐπαναφέρη σ᾿ αὐτὴν ὅσους «ὀρθοδόξους» ἐπηρέαζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ μεταβάλλουν τὴν πίστι σὲ ἰδεολογία καὶ τὴν ποιμαντικὴ καὶ ἱεραποστολὴ σὲ δημόσιες σχέσεις καὶ διπλωματία. Ὥστε ὅλοι νὰ προσφέρουμε μετὰ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, ἀντὶ τῆς χρηματικῆς φορολογίας ποὺ προσέφεραν οἱ ὑπήκοοι τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας στὸν Καίσαρα Αὔγουστο, «ὀρθοδόξου πλουτισμὸν θεολογίας, τῷ Θεῷ καὶ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Δοξαστικὸ τῶν αἴνων τῶν Χριστουγέννων).

26 Νοε 2010

Περί αγάπης

Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη
Εκείνος, που αγωνίζεται να αποκτήση τελεία αγάπη, τόσο προς τον Θεό, όσο και προς τον πλησίον, αυτός μπορεί και ομολογεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν «εν Πνεύματι Αγίω» (βλ. Α’ Κορ. ιβ’ 3)
Πρέπει να πιστεύης ότι σε αγαπά ο Θεός, ακόμη κι άν όλοι οι άνθρωποι σε αποστραφούν κι άν όλοι σε εγκαταλείψουν.
Να βλέπης όλους τους αδελφούς σου στο Μοναστήρι σαν ένα άνθρωπο. Να μη κάνης δηλαδή εξαιρέσεις, και να μην έχης περισσότερη αγάπη σε κάποιο, αλλά όλους να τους έχης το ίδιο, διότι είστε όλοι αδελφοί, όλοι στο ίδιο οίκημα κατοικείτε, στο ίδιο Μοναστήρι.
Όταν σου έλθη λογισμός πως δεν σε αγαπούν και δεν σου συμπαραστέκονται, τότε να θυμάσαι πως, όταν όλοι σ’εγκαταλείψουν, όμως έχεις τον Θεό για βοηθό. «Ο πατήρ μου», λέγει ο Δαβίδ, «και η μήτηρ μου εγκατέλιπον με, ο δε Κύριος προσελάβετο με» (Ψαλμ. κστ’ 10). Κάποιος Μοναχός ήταν άρρωστος. Πέρασε περίπου ένας μήνας, και κανείς δεν πήγε στο κελλί του να τον δη και να τον βοηθήση. Κατόπιν έστειλε ο Θεός άγγελο να τον υπηρετήση. Κι όταν αργότερα οι συνασκητές του σκέφθηκαν να τον επισκεφθούν,να ιδούν μήπως είναι άρρωστος, μήπως έχη πάθει τίποτα, αυτός, μόλις τους αντίκρυσε, τους φώναξε: «Φύγετε!». Τότε αυτοί του είπαν: «Γιατί μας διώχνεις;» Αυτός αποκρίθηκε: «τόσο καιρό, που δεν με σκεφθήκατε εσείς, που δεν με είδατε, που δεν με βοηθήσατε, έστειλε ο Θεός άγγελο, και με υπηρετούσε. Μα τώρα που ο άγγελος σας είδε, έφυγε! Προτιμότερο να φύγετε εσείς, και να έρθη παλιν ο άγγελος!».
Γιατί να μη έχουμε για κάθε άνθρωπο αγάπη;
Για το θέμα της αγάπης προς τον πλησίον, που με ερωτάς, είναι γραμμένο κάπου: «Μετά πάντων έχε αγάπην και από πάντων απέχου». Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αγάπη δεν ενεργείται μόνο με την εξωτερική της εκδήλωση. Η αγάπη ενεργείται κυρίως μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει να έχης αγάπη για κείνον που σου θυμώνει, για κείνον που σε κατηγορεί, για κείνον που σε εξευτελίζει. Να πης ότι αυτός είναι ο γιατρός μου. Και ναι μεν τα φάρμακα, που μου δίνει, είναι πολύ πικρά, αλλά εγώ με αυτά ωφελούμαι. Αυτό εξ άλλου είναι και η εφαρμογή των λόγων του Κυρίου «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς» (Λουκ. στ’ 27-28). Δεν είναι απαραίτητο να του ειπώ με λόγια πως τον αγαπώ. Εκείνο, που έχει σημασία, είναι να έχω μέσα μου την αγάπη γι’ αυτόν, έστω κι αν φέρθηκε έτσι. Και επειδή μπορεί να κολαστή με τον άσχημο του τρόπο, γι’αυτό παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, για να μη κολασθή. Γιατί να έχω κάτι μαζί του; Αφού δεν με θέλει, θα απέχω. Όμως κατ’ ουδένα τρόπο δεν θα αφήσω μέσα μου τον λογισμό, τον πειρασμό να με πειράζη εναντίον του, αλλά θα παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, να τον σώση.
Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς το Θεό, τόσο περισσότερο αυτός σου αποκαλύπτεται!
Εκείνος, που επιθυμεί το κακό του συνανθρώπου του, κάνει τελικά κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Και εκείνος, που αγαπά ακόμα και τον εχθρό του, στην πραγματικότητα ευεργετεί τον ίδιο τον εαυτό του.
Όσο πιο πολύ αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Χριστό, τόσο πιο πολύ νιώθουμε μέσα μας χαρά και ευτυχία. Δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη ευτυχία από το να φλέγεται η καρδιά μας από αγάπη προς τον γλυκύτατο Κύριο μας.
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ’. 24). Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη την καρδιά μας, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα γήινα είναι πρόσκαιρα και μάταια, και σε τίποτε από αυτά να μη προσκολληθούμε. Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, πρέπει να περιφρονήσουμε τρία πράγματα: Το χρήμα, τις ηδονές και την ανθρώπινη δόξα. Είμαστε σε θέση να πούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, «τίς ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η’ 35). Αν ναι,τότε είναι που πραγματικά αγαπούμε τον Χριστό!
Δεν έχει τόση αξία το να αγαπούμε όσους μας αγαπούν «ποία υμίν χάρις εστί;» (Λουκ.στ’ 32). Αξία έχει το να αγαπούμε αυτούς, που μας εχθρεύονται, κι αυτούς, που μας μισούν!
Μίμηση του Χριστού σημαίνει πρώτ’ απ’ όλα μίμηση της αγάπης του Χριστού προς τον άνθρωπο. Να θυσιάζουμε «τα θελήματα της σαρκός» (Εφ. β’ 3) χάριν της αγάπης του αδελφού μας.
Όπως «ο Θεός είναι αγάπη», έτσι κατά αντίθετο τρόπο, ο διάβολος είναι μίσος. Αυτός, που αγαπά όπως ορίζει ο Θεός, γίνεται μιμητής Του κι αυτός, που μισεί τον αδελφός του, γίνεται διάβολος, και γεύεται ήδη από τώρα την κόλαση!
Υπάρχει η κατά Θεόν αγάπη, αλλά υπάρχει και η κατά… διάβολον αγάπη! Υπάρχει το κατά Θεόν μίσος αλλά υπάρχει και το διαβολικό μίσος. Η κατά Θεόν αγάπη είναι αυτή, που πηγάζει από την τήρηση των εντολών του Θεού. Η κατά… διάβολον αγάπη(!) είναι η δαιμονική, η φιλήδονη, η εμπαθής, αυτή π.χ. που ένας έγγαμος αισθάνεται προς μια άλλη γυναίκα, ώστε πολλές φορές να φθάνη μέχρι του σημείου να εγκαταλείπη τη νόμιμη σύζυγο του χάριν της ξένης. Δαιμονική αγάπη είναι επίσης αυτή, από την οποία διακατέχονται όσοι περιπίπτουν στα σοδομικά πάθη. Τέτοιου είδους «αγάπες», όχι μόνο τις απεχθάνεται και τις βδελύσσεται ο Θεός αλλά, άν δεν υπάρξη μετάνοια και αλλαγή ζωής, τις τιμωρεί παραδειγματικά. Κατά Θεόν μίσος είναι το μίσος κατά της αμαρτίας. Διαβολικό μίσος είναι το μίσος εναντίον οιουδήποτε συνανθρώπου μας, ακόμη και εναντίον του εχθρού μας. Πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μας, όσο κι άν αυτός μας έφταιξε, όσο κι άν μας πίκρανε!
Αυτός που αγαπά τον πλησίον του με την αληθινή, τη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού αγάπη, νοιώθει μέσα του απέραντη ειρήνη και χαρά. Αυτός που «αγαπά» με την ψεύτικη, την επιφανειακή, την υποκριτική, τη σαρκική, τη φιλήδονη «αγάπη» νοιώθει μέσα του σύγχυση και ταραχή.
Η αληθινή αγάπη είναι συνυφασμένη με πνεύμα ταπείνωσης, θυσίας και προσφοράς. Αυτός, που αγαπά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θυσιάζει τις επιθυμίες του και την ανάπαυση του χάριν αυτού που αγαπά. Η αγάπη, που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, συνδέεται με πνεύμα εγωϊσμού και αυτός που έχει τέτοια «αγάπη», αντί να θυσιάζεται για τον άλλο, όλο ζητά να θυσιάζεται ο άλλος γι’αυτόν.
Η αγάπη προς τον εχθρό μας κρύβει μεγάλη σοφία. Όταν ανταποδίδουμε καλό αντί κακού, γινόμαστε μιμητές του Χριστού. Τότε έρχεται και μας επισκιάζει η Χάρις Του!
Μας πλημμυρίζει η Χάρις του Αγίου Πνεύματος! Οι Άγιοι αγαπούσαν ακόμα και τους διώκτες τους! Και αυτό ακριβώς το γεγονός ήταν καθοριστικό, ώστε να αναδειχθούν από τον Χριστό γνήσιοι φίλοι Του, Άγιοι Του!
Η αγάπη προς τον πλησίον μας δεν πρέπει να μένη μόνο στα λόγια, αλλά κυρίως να προχωρά στα έργα. Η αληθινή αγάπη φωτίζει με υπερφυσικό φως το πρόσωπο αυτού, ο οποίος αγαπά.
Το πρόσωπο εκείνου, ο οποίος μισεί, είναι συνωφρυωμένο και συννεφιασμένο, μέχρι και σκοτεινό.
Η αληθινή αγάπη δεν χαίρεται με τις συμφορές του πλησίον, ούτε λυπάται με τις επιτυχίες του.
Θέλεις να ανακαλύψης τί είδους αγάπη έχεις μέσα σου; Στάσου μπροστά στον καθρέφτη του ιγ’ κεφαλαίου της Α’ προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου και κοίταξε με ειλικρίνεια να’δης, άν εφαρμόζωνται σε σένα αυτά, που λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Αυτός, που αγαπά, έχει μακροθυμία στις αδυναμίες του άλλου. Έχει και καλωσύνη. Δεν ζηλοφθονεί. Δεν υπερηφανεύεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητά το δικό του συμφέρον, δεν είναι ευερέθιστος, λησμονεί το κακό, που του έχουν κάνει. Λυπάται, όταν αδικήται ο πλησίον του, και χαίρεται μαζί του στη χαρά του. Έχει σε όλα ανεκτικότητα, εμπιστοσύνη, ελπίδα, υπομονή» (Α’ Κορ. ιγ’ 4-7)
Η αγάπη μας προς το Θεό και προς τους συνανθρώπους μας είναι αλληλένδετες. Δεν μπορεί να υπάρχη η μια, χωρίς να υπάρχη και η άλλη. Διαφορετικά, ούτε τον Θεό αγαπούμε αληθινά, ούτε τον πλησίον μας πραγματικά.
Πιο πολύ να αγαπούμε αυτούς, που μας ελέγχουν, παρά αυτούς, που μας κολακεύουν.
Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη, χωρίς το πνεύμα της θυσίας. Η αγάπη του Χριστού προς εμάς είναι αχώριστα συνδεδεμένη με τη Σταυρική Του θυσία. Σταυρός και Αγάπη πάνε αχώριστα μαζί.
Πολέμησε το μίσος, που δείχνει ο άλλος προς εσένα, με όπλο την αγάπη, που εσύ θα δείχνης προς αυτόν. Δείξε αγάπη σ’ αυτόν, που σου δείχνει κακία. Έτσι και μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να μετατρέψης τη μοχθηρία του σε καλωσύνη.
Αυτός, που έχει κακία, γεύεται θάνατο, ενώ αυτός, που έχει αγάπη, γεύεται αιώνια ζωή.
Ο ωραιότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος να εκδικηθής αυτόν, που σε έβλαψε, είναι να τον ευεργετήσης.
Οι ουρανοί ανοίγουν διάπλατα γι’ αυτόν, που αγαπά αληθινά τον Χριστό «με όλη την καρδία του, με όλη την ψυχή του και με όλη τη διάνοια του, και τον πλησίον του όπως τον εαυτό του» (Λουκ. ι’ 27).
Όπου υπάρχει η αγάπη, εκεί είναι και ο Θεός. Όπου υπάρχει το μίσος, εκεί είναι και ο διάβολος.
Να απορρίπτης με όλη σου τη δύναμη και να εξομολογήσαι με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ταπείνωση όλες τις καχυποψίες και φαντασίες, που σου προβάλλει ο διάβολος, για να σε κάνη να αντιπαθής και να αποστρέφεσαι τον πλησίον σου.
Δεν υπάρχει χώρος παραμονής στη Βασιλεία των ουρανών γι’ αυτούς, που στην ψυχή τους δεν έχουν χώρο αγάπης για τους εχθρούς τους.

21 Νοε 2010

O Αγιος Φιλήμων
 
Οι Άγιοι Φιλήμων ο Απόστολος, Άρχιππος, Ονήσιμος και Απφία

Η μνήμη τους εορτάζεται 22 Νοεμβρίου
Και για τους τέσσερις Αγίους αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή του. Ο Φιλήμων και η σύζυγος του Απφία ήταν χριστιανοί στην πόλη των Κολοσσών, με ανεπτυγμένο αίσθημα φιλανθρωπίας. Χρησιμοποιούσαν δε τα πλούτη τους με προθυμία για την ανακούφιση φτωχών, ασθενών και για την ανάπτυξη του έργου του Χριστού. Στο χριστιανισμό προσήλθαν δια του Αποστόλου Παύλου, όταν αυτός είχε έλθει στην πόλη τους. Μάλιστα, για τις αγαθοεργίες του Φιλήμονα γράφει συγκεκριμένα: "Χάριν έχομεν πολλήν και παράκλησιν επί τη αγάπη σου ότι τα σπλάγχνα των αγίων αναπέπαυται δια σου, αδελφέ". Δηλαδή, έχουμε πολλή χαρά και παρηγοριά για την αγάπη σου, διότι οι καρδιές των αδελφών χριστιανών έχουν βρει ανάπαυση με τις ευεργεσίες και αγαθοεργίες σου, αδελφέ. Για τον Άρχιππο λέγεται ότι ήταν συγγενής, ίσως και γιος του Φιλήμονα και της Απφίας. Ο Παύλος, επειδή ο Άρχιππος είχε μεγάλη αφοσίωση στη διάδοση του Ευαγγελίου, στην προς Φιλήμονα επιστολή του τον ονομάζει στρατιώτη. Ο Ονήσιμος ήταν υπηρέτης του Φιλήμονα, από τον όποιο απέδρασε και πήγε στη Ρώμη. Εκεί έπεσε στα δίχτυα του Αποστόλου Παύλου, που τον έστειλε πίσω στο Φιλήμονα, χριστιανό πλέον. Και παρακαλεί τον Φιλήμονα να δεχθεί τον Ονήσιμο, όχι σαν υπηρέτη, αλλά σαν αδελφό. Κατά την παράδοση, όλοι μαρτύρησαν για τη διάδοση του Ευαγγελίου.

Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάβαλε.
Τετράς η θεόλεκτος, των Αποστόλων Χριστού, Φιλήμων και Άρχιππος, και συν Απφία ομού, ο θείος Ονήσιμος, λάμψαντες τοις εν σκότει, αληθείας την γνώσι, ήθλησαν ομοφρόνως, και την πλάνην καθείλον. Και νυν εξευμενίζονται, πάσι τον Κύριον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Ὡς Ἐκκλησίας θεμέλιοι καὶ λαμπτῆρες, καὶ τοῦ Σωτῆρος Ἀπόστολοι θεηγόροι, Φιλῆμον Ἀπφία καὶ Ὀνήσιμε, καὶ σὺν Ἀρχίππῳ ἅμα, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύσατε, τῷ Λόγῳ σοφοὶ ἱεροκήρυκες.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε τοῦ Λόγου μυσταγωγοί, καὶ τῶν ἐν τῷ σκότει, πλανωμένων φωταγωγοί, Ἄρχιππε Φιλῆμον, Ὀνήσιμε Ἀπφία, Ἀπόστολοι θεόπται, Ἀγγέλων σύσκηνοι.

20 Νοε 2010

Τα εισοδια της Θεοτοκου

21 Νοεμβρίου
Μεγάλη και παγκόσμιος είναι η σημερινή γιορτή της Παναγίας ενδόξου, υπερευλογημένης, δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Ολόκληρος ο Ορθόδοξος Χριστιανικός κόσμος σ’ όλα τα μέρη της γης πανηγυρίζει τα Εισόδια στα Άγια των Αγίων της Μητέρας του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Άνθρωποι και άγγελοι συγχωρεύουν και συναγάλλονται. Ευφραίνεται και πανηγυρίζει η γη και οι πιστοί σπεύδουν με κάθε ευλάβεια να τιμήσουν τη\ πανύμνητο Μητέρα του Κυρίου μας. Οι Χριστιανοί προστρέχουν με πίστη για να ασπασθούν την αγία εικόνα Της. Με συντριβή καρδίας στρέφουν οι πονε· μένοι τις προσευχές τους σ’ Αυτή, για να Της εκφράσουν τον πόνο τους, να ζητήσουν την προστασία και τη βοήθειά Της. Όλοι οι πιστοί θα Την μακαρίζουν, θα την ανυμνούν, θα την δοξάζουν σ’ όλες τις εποχές. Η Θεοτόκος Μαρία είναι η πηγή του αγιασμού και της σωτηρίας για όλους, μικρούς και μεγάλους.
Τα Εισόδια της Θεοτόκου αποτελούν το προπαρασκευαστικό στάδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων όπου μόνο ο Αρχιερεύς εισήρχετο μια φορά το χρόνο. Την υποδέχεται ο Προφήτης Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, και λαμπαδηφόροι παρθένες συνοδεύουν την μόλις τριών ετών Παρθένο και Αγνή Κόρη του Ιωακείμ και της Άννης. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων Αυτή, που αξιώθηκε να γίνει η έμψυχος Κιβωτός του Θεού και τρέφεται με ουράνια τροφή. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων Αυτή, που με την αγιότητά Της ξεπέρασε την αγιότητα όλων των Αγγελικών Ταγμάτων. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων, σαν χρυσό θυμιατήρι, Αυτή, που δέχθηκε στα μητρικά Της σπλάγχνα το Πυρ της Θεότητας. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων, σαν τη χρυσή στάμνα που περιέχει το Μάννα, Αυτή, που έφερε τον Ουράνιο Άρτιο, τον Χριστό. Εισέρχεται στα Άγια των Αγίων Αυτή, που θα έτρεφε τον Δημιουργό του Σύμπαντος.
Η Θεοτόκος Μαρία καταστάθηκε Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού. Γι’ αυτό την αγία προσωπικότητα Της προφήτευσαν οι Προφήτες. Ο Μωυσής Την είδε, σαν την φλεγόμενη, αλλά μη καιγόμενη Βάτο. Ο Ιακώβ, σαν την Κλίμακα, που ένωνε την γη με τον ουρανό. Ο Αββακούμ, σαν την ένδροσο Πόκο. Ο Αανιήλ, σαν το Όρος το Άγιο και αλλατόμητο.
Η Αειπάρθενος Κόρη, η Θεομήτωρ Μαρία σήμερα εισέρχεται στα αγιότερα μέρη του επιγείου ναού του Θεού και καταξιώνεται να γίνει ο υπέρλαμπρος Ναός του Σωτήρος Χριστού. Φεύγει από το κόσμο και εισέρχεται στα άνω Βασίλεια. Άγγελοι και άνθρωποι την συνοδεύουν. Και η Μήτηρ του Κυρίου παρέστη σαν Βασίλισσα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».
Πολλά ονόματα μεγάλων γυναικών πέρασαν από την ανθρώπινη ιστορία στην άβυσσο της λήθης. Πολλές βασίλισσες με μεγάλη δύναμη έσβησαν και εξαφανίσθηκαν. Το όνομα όμως της Αειπαρθένου Μαρίας μένει αθάνατο στους αιώνας. Το όνομα της Μητέρας του Θεού συγκινεί, παρηγορεί και σώζει όσους με πίστη προστρέχουν σ’ Αυτήν.
Η Εκκλησία του Θεού σ’ όλα τα σημεία της γης ψάλλει εγκώμια και ύμνους προς το μεγαλείο Της. Ακούγεται η ικετευτική δέηση των πιστών. Η προφητική ρήση της Θεομήτορος, «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» εκπληρώνεται.
Η δόξα και το μεγαλείο της Θεοτόκου βρίσκεται στη μεγάλη ταπείνωσή Της. Για να συμμετάσχει κανείς στη δόξα του Θεού πρέπει να περάσει προηγουμένως από τους στενούς δρόμους της ταπείνωσης. Η Θεοτόκος παρ’ όλο το μεγαλείο Της, δεν καυχήθηκε. Ήταν η ταπεινή Κόρη, η υπομονητική Μητέρα, που για Χάρη του Υιού Της ανέλαβε όλες τις ευθύνες Της προς Χάρη της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Υπήρξε η μαρτυρική και τεθλιμμένη Μητέρα, που γεύθηκε την πικρία των αδίκων υποψιών του Ιωσήφ.
Την υπερφυή γέννηση του Υιού Της συνόδευσε ο εξοντωτικός διωγμός του Ηρώδη και η φυγή στη Αίγυπτο. Τα θαύματα και τις επευφημίες του λαού για τον Υιό Της παρακολουθούν οι διαβολές και οι συκοφαντίες των Γραμματέων και Φαρισαίων, που αποσκοπούσαν να χύσουν το πικρό δηλητήριο στη μητρική Της καρδιά.
Ο σκληρός και ατιμωτικός θάνατος του Υιού Της την έκαμε να μαρτυρήσει. Αντίκρισε το παιδί Της πάνω στο Σταυρό αιμόφυρτο και παλαίοντας με τον θάνατο. Τον είδε νεκρό, γυμνό, άταφο. Ποιά οδύνη και θλίψη σπάραξε τη μητρική Της καρδιά! Τότε πραγματοποιήθηκε η προφητεία του Αικαίου Σημεών, ότι από τη καρδιά Της θα περάσει «ρομφαία δίστομος». Αλλ’ η Παρθένος δεν κλονίσθηκε, ούτε ολιγοψύχησε, ούτε αγανάκτησε για την άδικη σφαγή του Υιού Της. Υπέμεινε καρτερικά το Μαρτύριο Εκείνου, σαν να ήταν δικό Της μαρτύριο.
Η Παναγία Παρθένος μας δείχνει με το παράδειγμά Της το δρόμο προς την δόξα. Η ταπείνωσή Της την ανύψωσαν στην ουράνιο δόξα. Τα Εισόδια της Θεοτόκου είναι το προοίμιο της σωτηρίας, που άνοιξε τις πύλες του Ουρανού. Αναδείχθηκε το πολυτιμότερο κόσμημα του ουρανού, διότι έγινε η Πύλη του Ουρανού. Υπήρξε η πιστή δούλη του Κυρίου, που υπέμεινε τους ψυχικούς πόνους για τα όσα υπόφερε ο Σωτήρας του κόσμου. Είναι το καταφύγιο των θλιβομένων.
Σήμερα, οφείλομε να εμπνευσθούμε από την όλη προσωπικότητα της Αειπαρθένου Κόρης. Στις ευτυχίες και στις δυστυχίες μας, στις χαρές και στις λύπες μας, στο πόνο και στους προβληματισμούς μας, ας έχουμε βοηθό και προστάτη τη Υπέρμαχο Στρατηγό.
Η υπερένδοξος του Θεού Μητέρα, και των αγίων αγγέλων αγιοτέρα, μας προσκαλεί να εισέλθουμε και εμείς στα Άγια των Αγίων. Μας καλεί να εισέλθουμε συνοδευόμενοι από τις λαμπαδοφόρες αρετές και να καταστούμε και εμείς ναοί έμψυχοι του Υιού Της. Με την αγία ζωή μας πρέπει να τιμήσουμε τη σημερινή γιορτή. Τα Εισόδια της Θεοτόκου, ας γίνουν αφορμή για να βιώσουμε τα δικά μας εισόδια στο ναό των αρετών.

 

18 Νοε 2010

19 Νοεμβρίου
Ἐγκώμιο στόν ἅγιο μάρτυρα Βαρλαάμ

     Μᾶς προσκαλεῖ ὁ μακάριος Βαρλαάμ στήν ἱερή μέρα τῆς μνήμης του (19/11), ὄχι γιά νά τόν ἐπαινέσουμε ἀλλά γιά νά τόν μιμηθοῦμε· ὄχι γιά νά ἀκούσουμε ἐγκώμια ἀλλά γιά νά μιμηθοῦμε κατορθώματα. Βέβαια δέν εἶναι καιρός διωγμοῦ, ἀλλά εἶναι καιρός μαρτυρίου. Δέν ὑπάρχουν παλαίσματα τέτοιου εἴδους, ὅμως ὑπάρχουν στεφάνια. Δέν μᾶς διώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά μᾶς καταδιώκουν οἱ δαίμονες. Δέν μᾶς ἐπιτίθεται τύραννος, ἀλλά μᾶς ἐπιτίθεται ὁ διάβολος, ὁ σκληρότερος ἀπ᾿ ὅλους τούς τυράννους...
     ...Σ᾿ αὐτό τόν ἀγώνα, ἄν δέν παλέψουμε μέ τή γενναιότητα καί τήν ὑπομονή τοῦ μακάριου καί γενναίου ἀθλητῆ τοῦ Χριστοῦ Βαρλαάμ καί μᾶς κυριεύσουν τά πάθη μας, θά μᾶς προκαλέσουν πολύ χειρότερο κακό ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ φωτιά. ᾿Εκεῖνος κράτησε στό δεξί του χέρι κάρβουνα ἀναμμένα καί δέν ὑποχώρησε στήν ὀδύνη. ῎Εμεινε πιό ἀπαθής κι ἀπό τά ἀγάλματα ἤ μᾶλλον, ἄν καί πονοῦσε καί ὑπέφερε (εἶχε σῶμα, ὄχι σίδερο), ἐπέδειξε σέ θνητό σῶμα τό μεγαλεῖο πού ἔχουν οἱ ἀσώματες δυνάμεις...
     ...Καί πρόσεξε τήν κακότητα τοῦ διαβόλου... συνεχῶς ἐπινοεῖ καινούργιους τρόπους βασανισμοῦ τῶν ἁγίων... Βγάζει δεμένο, λοιπόν, τόν μάρτυρα ἀπό τό δεσμωτήριο. ᾿Εκεῖνος ὅμως βγαίνει σάν ἀθλητής γενναῖος πού προπονήθηκε πολύ καιρό στό στάδιο. ῏Ηταν παλαίστρα καί στάδιο γιά αὐτόν ἡ φυλακή. ᾿Εκεῖ συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό καί μάθαινε ἀπό ᾿Εκεῖνον τόν τρόπο νά ἀγωνίζεται· διότι ὅπου ὑπάρχουν τέτοια δεσμά ἐκεῖ παρευρίσκεται καί ὁ Χριστός. Βγῆκε, λοιπόν, γενναιότερος ὁ μάρτυρας ἀπό τή μακροχρόνια φυλάκισή του. Καί τώρα τόν ὁδηγεῖ ὁ διάβολος μέ τά ὄργανά του στό μέσο τῆς παλαίστρας. Δέν τόν δένει στό ξύλο, δέν τόν παραδίδει στούς δημίους, ἀλλά καινούργιο μαρτύριο ἐπινοεῖ γιά νά προκαλέσει πιό εὔκολα τήν πτώση τοῦ ἀντιπάλου του...
     Τί μηχανεύτηκε; Διέταξαν τόν μάρτυρα νά ἁπλώσει τό χέρι του πάνω ἀπό ἕναν εἰδωλολατρικό βωμό. Πάνω στό χέρι ἔβαλαν ἀναμμένα κάρβουνα καί θυμίαμα, ὥστε ἐάν πονέσει καί ἀναποδογυρίσει τό χέρι του νά τό θεωρήσουν αὐτό θυσία στούς θεούς τους καί νά θριαμβολογήσουν.
     Δές ὅμως καί πῶς ὁ Θεός ἔκανε τό πανοῦργο σχέδιο τοῦ ἐχθροῦ αἰτία νά δοξαστεῖ περισσότερο ὁ μάρτυρας. ῾Ο Βαρλαάμ κράτησε τό χέρι του ἀκίνητο καί σταθερό σάν νά ἦταν ἀπό σίδερο· ἄν καί τό νά ἀναστραφεῖ δέν θά ἦταν ἥττα γιά τόν μάρτυρα. Τά ἀναμμένα κάρβουνα πάνω στό χέρι παραλύουν τά νεῦρα καί ἡ κίνηση πλέον δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προαίρεση τῆς ψυχῆς ἀλλά ἀπό τή βλάβη τῆς σάρκας. ...Κι ὅμως τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἔγινε ἐδῶ. ᾿Εκεῖνο τό χέρι σάν νά ἦταν φτιαγμένο ἀπό διαμάντι ἔμενε ἀσάλευτο. ῾Η θεία χάρη συμπαραστεκόταν στόν μάρτυρα καί ἐξουδετέρωνε τήν ἀδυναμία τῆς φύσεως... Καθώς καιγόταν ἡ μαρτυρική παλάμη μαζί μέ τό θυμίαμα, ἔμοιαζε μέ τή βάτο πού καιγόταν ἀλλά δέν καταστρεφόταν. Κι ἐδῶ καιγόταν ἡ δεξιά τοῦ μάρτυρος, ἀλλά δέν καταφλεγόταν ἡ ψυχή· φθειρόταν τό σῶμα, ἀλλά δέν διαφθειρόταν ἡ πίστη· ἐξασθένιζε ἡ σάρκα, ἀλλά δέν ἐξασθένιζε ἡ προθυμία. Τά κάρβουνα βέβαια τρύπησαν τό χέρι -δέν ἦταν ἀπό διαμάντι- καί ἔπεσαν κάτω, ἀλλά ἡ γενναιότητα τῆς ψυχῆς δέν κατέπεσε... ᾿Αντίθετα, ἐνῶ μαραίνονταν οἱ σάρκες, ἡ προαίρεση τοῦ μάρτυρα γινόταν ἰσχυρότερη, ξεπερνοῦσε καί τά ἀναμμένα κάρβουνα σέ λαμπρότητα καί ἀκτινοβολοῦσε περισσότερο ἀπό αὐτά. Καί δέν αἰσθανόταν ὁ μάρτυρας τήν ὑλική φωτιά, διότι κατέκαιγε τήν καρδιά του πολύ περισσότερο ἡ ἄσβηστη καί ἀκαταμάχητη φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
     ...Τόν στεφανηφόρο αὐτό μάρτυρα ἀξίζει νά μήν τόν θαυμάσουμε μόνο, ἀλλά νά τόν ἐγκαταστήσουμε στό σπίτι μας ἤ μᾶλλον στήν καρδιά μας μέ τήν ἀνάμνηση τῶν κατορθωμάτων του... ῎Αν θυμᾶσαι τή ζωή καί τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, δέν θά θαυμάσεις τόν πλοῦτο, δέν θά δακρύσεις γιά τή φτώχεια, δέν θά ἐπαινέσεις τή δόξα καί τήν ἐξουσία καί τίποτα ἀπό τά ἀνθρώπινα δέν θά σέ ἐντυπωσιάζει · οὔτε τά εὐχάριστα θά σοῦ φαίνονται σπουδαῖα οὔτε τά λυπηρά ἀβάσταχτα. Ξεπερνώντας τα ὅλα αὐτά θά διδάσκεσαι συνεχῶς τήν ἀρετή ἀπό τή θύμηση τοῦ μάρτυρα. ῞Οπως ὁ στρατιώτης βλέποντας τά πολεμικά κατορθώματα δέν ἐπιθυμεῖ τήν τρυφηλή ζωή, τίς ἀπολαύσεις καί τήν ἀνία πού φέρνουν ὅλα αὐτά, ἀλλά λαχταράει μιά σκληρή, ρωμαλέα ζωή γεμάτη μάχες καί ἀγῶνες.
     ...Καί σύ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ εἶσαι· ὁπλίσου, λοιπόν, καί μήν καλλωπίζεσαι! ᾿Αθλητής γενναῖος εἶσαι· ἀγωνίσου καί μή στολίζεσαι!
     ῎Ετσι μιμούμαστε τούς ἁγίους, ἔτσι τιμοῦμε τούς ἥρωες τῆς πίστεως, τούς στεφανωμένους, τούς φίλους τοῦ Θεοῦ! Κι ἄν ἔτσι ζήσουμε, τά ἴδια στεφάνια θά λάβουμε, τά ὁποῖα εὔχομαι ὅλοι νά τά κερδίσουμε μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
᾿Ιω. Χρυσόστομος

31 Οκτ 2010

Λόγος για την αληθινή αγάπη από την ασκητική εμπειρία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ
ΑΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Κανείς δεν μπορεί να φτάσει στα μέτρα της αγάπης για τον πλησίον, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο.

Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο τον Θεό ντύνεται μαζί μ’ αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο του το σώμα, δηλαδή και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις.

Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει τον Θεό –να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τ’ αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου (Λουκ. 14, 26). Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του;

Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»

Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού σου με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, που δε γνωρίζουν το Θεό.

Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκανε ο Θεός και απομάκρυνες την χάρη του από σένα.

Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να εφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου έδωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο.

Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας του Θεού

Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υπόσχεται ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά αγάπη;

Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (εις τον αιώνα) δε θα πεθάνει».

Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέγει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (Α’ Ιω. 4, 8).

Όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό το κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.

Η αγάπη στον αμαρτωλό

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του.

Και γιατί να τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με τον Χριστό, ο οποίος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς.

Αλλά και εμάς, για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ο διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο που ο διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς;

Και γιατί, άνθρωπέ μου, μισείς τον αμαρτωλός μήπως τάχα είσαι δίκαιος εσύ; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις;

Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια («ακηδία»), οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.

Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.

Από το βιβλίο «Του Οσίου Πατρός ημών Ισαάκ, Επισκόπου Νινευΐ, του Σύρου, Τα Ευρεσθέντα Ασκητικά», Λειψία 1770, Ανατυπούμενα επιμέλεια Ιωακείμ Σπετσιέρη, Ιερομονάχου, Αθήνα»

24 Οκτ 2010

Μύρο καί αἷμα
26 Οκτωβρίου.

Φαιδρύνει μές στήν καρδιά τοῦ φθινοπώρου τήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καί λαμπρύνει μέ τήν λάμψη τῆς ἁγιότητος τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ μνήμη τοῦ Δημητρίου κάθε χρόνο. Ἕνας ἅγιος πού στέκεται τόσο κοντά στά χρόνια τῶν ἀποστόλων, ἀλλά καί τόσο κοντά στίς καρδιές τῶν Νεοελλήνων, ἕνας νέος πού ἔχει τήν χάρη τοῦ μαρτυρίου καί τήν δόξα τῆς ἁγνότητος, δέν μπορεῖ παρά ἰδιαίτερα νά μᾶς συγκινεῖ. Μέ τήν νιότη του ἀγγίζει τά νιάτα, μέ τήν ζωή του χαράζει δρόμους ζωῆς, μέ τήν πίστη του ἐμπνέει τούς πιστούς.
Γεννήθηκε στά τέλη τοῦ γ΄ αἰῶνος στήν Θεσσαλονίκη καί ἀνατράφηκε σέ οἰκογένεια ἐπίσημη καί ἀριστοκρατική. Βαπτίσθηκε νωρίς χριστιανός, καί νεαρός ἀναδείχθηκε διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου. Τό ἀληθινό του μεγαλεῖο ὅμως δέν θά τό βροῦμε στούς τίτλους του ἀλλά σέ δύο λέξεις πού ποτίζουν τήν ζωή του καί ἀρδεύουν τήν Ὀρθοδοξία· τό μύρο καί τό αἷμα, πού πρόσφερε στόν Χριστό. Μέσα σ' αὐτά τά στοιχεῖα κλείνεται σάν σέ πολύτιμες φιάλες τό ἀπόσταγμα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Δημητρίου, πού παίρνει ἡ Ἐκκλησία καί κερνᾶ μέ αὐτό τούς πιστούς.
Γνώρισμα λαμπρό τοῦ ἁγίου εἶναι ἡ παρθενία, πού ἄσκησε μέ μία τέλεια ἀφιέρωση στόν Θεό. Ὁ Δημήτριος κράτησε καθαρή τήν σκέψη καί τήν καρδιά του, ἁγνό τό σῶμα του καί ἅγια τήν ψυχή του, δοσμένη ὁλοκληρωτικά στόν Κύριο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν χαρακτηρίζει ὅσιο, παρθένο, πάγκαλο καί παναμώμητο. Δέν ἦταν ὅμως μοναχός οὔτε κληρικός. Παρέμεινε λαϊκός καί εἶχε ἔργο του κύριο τό κήρυγμα καί τήν διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου. Προικισμένος μέ διδακτικό χάρισμα, συγκέντρωνε πλήθη Θεσσαλονικέων στήν Χαλκευτική Στοά καί μέ παρρησία, «ἀπτοήτῳ γλώσσῃ», κατά τόν Λέοντα Σοφό, εὐαγγελιζόταν στόν εἰδωλολατρικό κόσμο τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Κατέστησε ἔτσι τόν ἑαυτό του ὁ ἅγιος σκεῦος εὐωδιαστό πού ἀνέβλυζε τήν ὀσμή τῆς ζωῆς στούς γύρω του (πρβλ. Β΄ Κο 2,14.16). Καί ὅταν ἀργότερα οἱ χριστιανοί βρέθηκαν μπρός στό ἁγιασμένο νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέσα στό ὁποῖο ἔρριξαν τό νεκρό σῶμα τοῦ μάρτυρος, αὐθόρμητα συνεδύασαν τό μύρο τοῦ τάφου μέ τήν εὐωδία τῆς ἁγνότητος καί τό εἶδαν ὡς σύμβολο παρθενίας. Σχολιάζει ἐμπνευσμένα ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας προσφωνώντας τόν Δημήτριο· «Ὦ σύ, πού δέν φάνηκες μόνο ὁ ἴδιος εὐωδία Χριστοῦ, ἀλλά καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους συνιστοῦσες τό "κενωθέν μύρον"· ὦ σύ, πού ἄφησες πρῶτα μέν αἷμα, τώρα δέ μύρο ἀπό τίς πληγές σου, ἤ μᾶλλον καί τώρα ὄχι λιγώτερο ἀπό πρίν αἷμα· διότι τό σῶμα σου, πού πληγώθηκε ἀπό χτυπήματα καί τραύματα τότε, ἀνέβλυσε μύρο· ἀφοῦ καθόλου δέν ἔλειπε ἡ καθαρότητα καί ἡ ἁγνότητα καί ἡ παρθενία, μετέσχε στήν εὐωδία τοῦ πνεύματος καί τό αἷμα κατέστη τό ἴδιο μύρο».
Ἄν τό μύρο συμβολίζει τήν παρθενία τοῦ Δημητρίου, τό αἷμα δηλώνει τό μαρτύριό του. Ὁ ἅγιος ὑπῆρξε παρθένος ἀλλά καί ὁμολογητής· ὑπῆρξε διδάσκαλος ἀλλά καί ἀθλητής. Ὁμολόγησε τήν πίστη του μπροστά στόν αὐτοκράτορα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους -πού βρέθηκε ἐκεῖνες τίς μέρες στήν Θεσσαλονίκη ἐπιστρέφοντας ἀπό μία ἐκστρατεία- καί ἄθλησε γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ παλεύοντας μέ τόν θάνατο. Ὑπακούοντας στήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο, πρῶτος αὐτός γεύθηκε τούς καρπούς τῆς διδασκαλίας του, τό μαρτύριο, δηλαδή, καί τήν δόξα του, ὅπως ὁ καλός γεωργός μεταλαμβάνει πρῶτος ἀπό τούς καρπούς τῶν κόπων του (Β΄ Τι 2,6). Φυλακισμένος μέσα στά λουτρά καί ἀποδυτήρια τοῦ σταδίου, λογχίστηκε, μόλις ἔγινε μαθευτό ὅτι «ὁ Θεός τοῦ Δημητρίου» βοήθησε τόν Νέστορα νά νικήσει τόν φοβερό μονομάχο Λυαῖο. Τό σῶμα του ρίχτηκε μέσα σέ ἕνα πηγάδι τῶν λουτρῶν καί τό αἷμα του πορφύρωσε τό νερό κάνοντάς το μύρο.
Ἀλλά τό μύρο καί τό αἷμα τοῦ Δημητρίου θά ἔμενε περιβεβλημένο μόνο μέ ἀνθρώπινη αἴγλη, ἄν τό περιορίζαμε στό πλαίσιο μιᾶς ἁπλῆς θυσίας, μεγαλειώδους ὁπωσδήποτε καί ἡρωικῆς, ὅπως εἶναι κάθε θυσία ἀνθρώπου γιά μιά πίστη. Ἡ θυσία ὅμως τοῦ ἁγίου ἔχει ἄλλες διαστάσεις, πού ξεφεύγουν ἀπό τά μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί τήν περιβάλλουν μέ φωτοστέφανο θεϊκό. Συντελεῖται ὡς μίμηση Θεοῦ καί ἐπιτελεῖται ἐν ἀγάπῃ, «καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφ 5,1-2). Ἔτσι, ἐνῶ τά κόκκαλα τῶν ἡρώων στηρίζουν τίς πατρίδες καί τίς κοινωνίες, πού συντηροῦν τήν ἀνθρωπότητα, τά λείψανα τῶν μαρτύρων στηρίζουν τίς ἅγιες Τράπεζες, πού τρέφουν μέ αἰώνια τροφή τήν φθαρτή μας φύση. Καί ὁ Δημήτριος, «ὁ σοφώτατος ἐν διδαχαῖς καί στεφανίτης ἐν μάρτυσι», δέν ἔκανε τίποτε λιγώτερο, παρά μιμήθηκε τόν Χριστό.
«Μύρον ἐκκενωθέν ὄνομά σου», εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου στό Ἆσμα Ἀσμάτων (1,3), στό ὁποῖο οἱ πατέρες ἀκοῦνε τό γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι τό μύρο πού χύνεται στόν κόσμο πού βρωμάει καί ἀποσυντίθεται ἀπό τήν ἀσέβεια καί τήν διαφθορά. Χύνεται μέ τόν λόγο καί τήν διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου καί ἀλλάζει τήν ἀτμόσφαιρα, μές στήν ὁποία ἀναπνέουν οἱ ψυχές, δημιουργεῖ μία καινή καί ὄμορφη κτίση, ξαναγεννᾶ καινούργιο καί ὡραῖο τόν ἄνθρωπο. Αὐτό τό μύρο εἶχε πάνω του ὁ Δημήτριος καί μοσχοβολοῦσε. Αἷμα ἔσταξε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πάνω στόν Σταυρό, ὅταν ἡ λόγχη τρύπησε τήν πανάχραντη πλευρά του, καί μέ τό αἷμα του μπολιάζει τήν ἄρρωστη ἀνθρωπότητα καί τῆς δίνει ζωή, τήν ἁγιάζει, τήν θεώνει. Καί ὁ Δημήτριος μέ τά λογχισμένα του μέλη ἀναζωγράφησε μπροστά μας τό πάθος τοῦ Χριστοῦ καί στάζοντας ἀπό τό αἷμα του προσφέρθηκε σ' Ἐκεῖνον πού ἔχυσε τό τίμιο αἷμα του γι' αὐτόν. Ἔγινε μιμητής Χριστοῦ, μυροβλήτης καί μεγαλομάρτυς, δόξασε τόν Κύριο καί τώρα δοξάζεται ἀπό αὐτόν.
Σήμερα ἡ ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης μαζί μέ τούς ἄλλους θησαυρούς της κρατᾶ ὁλοζώντανο στήν μνήμη καί στήν ζωή της τόν Δημήτριο, πού κι αὐτός ἀπό τήν «Χώρα τῶν ζώντων» προσεύχεται γιά τά παιδιά της, ὅπως καί γιά τά παιδιά ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας. Ζῆ τήν προστασία του σέ ποικίλους κινδύνους, ἐπικαλεῖται τήν πρεσβεία του καί γιορτάζει μαζί του τίς νίκες πού τῆς χαρίζει ὁ Θεός, ὅταν ἐν ὀνόματι Χριστοῦ κατατροπώνει ἀντίθεες καί ἀντίχριστες δυνάμεις. Χρειάζεται ὅμως νά ἀκούει καί τόν «σοφόν μάρτυρα», πού δέν ἔπαυσε ποτέ νά κηρύττει, χρειάζεται νά μιμεῖται τόν στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ, πού κατεπάλαισε τόν πονηρό. Τό χρέος μας αὐτό τό συνοψίζει σέ μία προτροπή του -πρός τούς Θεσσαλονικεῖς εἰδικά- ὁ Ἰσίδωρος, ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως στά τέλη του 14ου αἰ. «Ἐμεῖς, πατέρες καί ἀδελφοί, πού προεξάρχουμε σ' αὐτήν τήν πανήγυρη, ἄς μελετήσουμε τά μύρα τοῦ μυροβλήτου Δημητρίου καί ὅπως ἐκεῖνα ἀναβλύζουν ἀπό τήν θεία του σάρκα λόγῳ τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς καθαρότητος, ἔτσι κι ἐμεῖς νά ἁρμόσουμε τούς ἑαυτούς μας στήν καθαρότητα καί νά τούς ἑτοιμάσουμε γιά νά κατοικήσει μέσα μας τό θεῖο Πνεῦμα, ὥστε νά μπορέσουμε νά πηγάσουμε ἄλλα μύρα ἱερῶν χαρισμάτων».
Στέργιος Ν. Σάκκος

20 Οκτ 2010

ΑΣ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ
Τά σκουπίδια
Ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά δείγματα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι καί τά σκουπίδια. Ὅσο περισσότερα σκουπίδια παράγει καί πετάει ἕνα ἄτομο, μία πόλη, ἕνα κράτος, τόσο περισσότερο ἀνεβασμένο εἶναι τό βιοτικό του ἐπίπεδο, τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ εὐημερία του. Δεῖγμα πολιτισμοῦ καί εὐημερίας θεωροῦνται τά σκουπίδια.
Παλαιότερα ἔφθανε ἕνα φαράσι γιά νά μαζέψει τά λίγα σκουπίδια καί νά τά πετάξει στήν κοπριά τοῦ σταύλου. Σιγά-σιγά τό φαράσι δέν ἔφτανε καί χρησιμοποιήθηκαν μικρές σακκοῦλες, κουβάδες, εἰδικές πλαστικές σακκοῦλες. Σήμερα, χρειάζονται πλέον εἰδικά αὐτοκίνητα γιά νά συγκεντρώσουν τά σκουπίδια καί νά τά πετάξουν σέ εἰδικούς χώρους, στούς σκουπιδότοπους ἤ τίς χωματερές.
Ἄν ἦταν δυνατόν οἱ σακκοῦλες καί τά αὐτοκίνητα τῶν σκουπιδιῶν νά μαρτυρήσουν καί νά περιγράψουν τί περιέχουν, θά μᾶς ἔπιανε φρίκη καί τρόμος, ἴσως! Ἀπό τά πιό ἄχρηστα κάι βρομερά πράγματα, μέχρι τά πιό πολύτιμα μπορεῖ νά περιέχει μία σακκούλα σκουπιδιῶν. Τί χαρτιά, τί περιοδικά καί ἐφημερίδες, τί κουτιά καί ἀντικείμενα μιᾶς χρήσεως, τί ἀποφάγια καί ροῦχα μιᾶς χρήσεως μπορεῖς νά βρεῖς σ' ἕνα σύγχρονο σκουπιδοτενεκέ! Ὅ,τι δέν μᾶς ἀρέσει, φαγητό ἤ ροῦχο, τό πετᾶμε στά σκουπίδια. Κι ἀνάμεσα σ' αὐτά μπορεῖ νά βρεῖ κανείς ἀκόμη χειρότερα καί φρικιαστικά! Μπορεῖ νά βρεῖ ἀνθρώπινες ζωές, πολτοποιημένα ἔμβρυα, ὄνειρα, ἰδανικά, ὑψηλές ἰδέες, ἐθνικά σύμβολα, ἅγιους θεσμούς, πρόσωπα ἱερά.
Ἡ σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία ὅλα τά ἔβγαλε στό σφυρί, ὅλα τά πετάει στό σκουπιδόλακκό της. Καί καμαρώνει γι' αὐτό, καί ἀλαζονεύεται καί καυχιέται ὅτι πέταξε σάν ἄχρηστα, στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων αὐτά πού εἶναι τά πολυτιμότερα καί τά ἀναγκαιότερα στή ζωή μας. Ἄν μάθει κανείς νά πετάει, ἔπειτα τοῦ γίνεται συνήθεια καί τοῦ ἀρέσει νά πετάει χωρίς νά ἐξετάζει τί ρίχνει στά σκουπίδια. Καί τό χειρότερο· κρατάει, σάν χρήσιμα καί πολύτιμα, ἕνα σωρό σκουπίδια. Ὅλα αὐτά πού εἶναι κρεμασμένα στά περίπτερα, τά διαφημίζουν οἱ ἐπιτήδειοι λαοπλάνοι, οἱ πολιτικοί ἰνστρούχτορες καί τά προβάλλει ἡ τηλεόραση εἶναι γιά τούς περισσοτέρους «πολύτιμα καί ἀναγκαῖα», ἐνῶ εἶναι σκουπίδια χειρίστου εἴδους· ὅ,τι πιό βρομερό, ἀπαίσιο καί ἐπικίνδυνο.
Ἡ ἐποχή μας μεταβάλλει σιγά-σιγά τή γῆ σέ ἕνα τεράστιο σκουπιδότοπο. Σῆμα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι πλέον τά σκουπίδια. Δέκα μέρες ἔκαναν ἀπεργία οἱ ἐργαζόμενοι στήν ἀποκομιδή τῶν σκουπιδιῶν καί οἱ πόλεις βρόμισαν πρός μεγάλη χαρά τῶν σκυλιῶν καί τῶν ποντικῶν...
Αὐτά τά σκουπίδια μαζεύτηκαν καί πετάχτηκαν. Τά ἄλλα «σκουπίδια», οἱ χαλασμένες ἰδέες καί ἡ ἠθική βρομιά καί σαπίλα, πότε θά μαζευθοῦν γιά νά ξεβρομίσει ὁ τόπος; Φαίνεται ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι σ' αὐτήν τήν ὑπηρεσία, ἡ λεγομένη «πνευματική ἡγεσία», ἔχουν κηρύξει ἀπεργία διαρκείας πρός μεγάλη χαρά «τῶν σκυλιῶν καί ποντικῶν τοῦ διαβόλου».
Προσοχή, φίλε ἀναγνώστη, στά σκουπίδια. Χρειάζεται σοφία, γιά νά ξεχωρίσεις τί εἶναι πραγματικά γιά πέταμα καί τί πρέπει νά κρατήσεις. Ἀλλιῶς, μπορεῖ νά πετάξουμε καί τήν ψυχή μας στά σκουπίδια!
† Βασίλειος Μανάδης
Φιλόλογος-Ἱστορικός
(ἀπό τό βιβλίο του «Πίστεψα καί λάλησα», ἔκδ. Ο.Χ.Α «Ἀπολύτρωσις»)

15 Οκτ 2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Τήν Κυριακή 17 Ὀκτωβρίου, στίς 6.30 μ.μ.,
στήν ἀνακαινισμένη αἴθουσα τῆς "ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΕΩΣ", Πέλοπος 7
(κοντά στόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Δημητρίου στό κέντρο τῆς Θεσσαλονίκης)
θά γίνει ἡ ἔναρξη τῶν κηρυγμάτων.

Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος
θά τελέσει τόν Ἁγιασμό καί στήν συνέχεια θά ὁμιλήσει μέ ἐπίκαιρο θέμα

30 Σεπ 2010

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεοί, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.

Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια. Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιος από σας δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος. «Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στη πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση.

Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω…, από εκεί βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε; Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλο… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από τη στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς, δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.

Ο άνθρωπος ένα μόνο μπορεί να ξέρει: ότι δεν έχει καλή πνευματική κατάσταση. Ακόμη και να έχει, δεν την βλέπει, επειδή και τότε μόνο την αμαρτωλότητά του βλέπει. Γιατί όποιος αγωνίζεται για την πρόοδο την πνευματική, ποτέ δεν βλέπει την πρόοδό του∙ μόνο τις πτώσεις του βλέπει. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν τη ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.

Όταν υπάρχει ταπείνωση ο διάβολος δεν μπορεί να ρίξει την ψυχή. Ο ταπεινός δεν πέφτει, γιατί βαδίζει χαμηλά. Ο Γερο- Αββακούμ, όταν ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, τι είχε πάθει! Μια μέρα που έκανε προσευχή με το κομποσκοίνι επάνω σ’ ένα βράχο του παρουσιάζεται ξαφνικά ο διάβολος ως «άγγελος φωτός». «Αββακούμ, του λέει, με έστειλε ο Θεός να σε πάρω στον Παράδεισο γιατί έγινες πια άγγελος∙ έλα να πετάξουμε». «Μα εσύ έχεις φτερά, του λέει ο Γέροντας Αββακούμ, εγώ πώς θα πετάξω;». Και ο δήθεν άγγελος του λέει: «Κι εσύ έχεις φτερά, αλλά δεν τα βλέπεις». Τότε ο Γερο-Αββακούμ έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, τι είμαι εγώ για να πετάξω;». Αμέσως ο δήθεν άγγελος έγινε ένα μαύρο παράξενο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας και εξαφανίστηκε.

Βλέπετε πως με την ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.

Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Δράση.

13 Σεπ 2010

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
ΠΑΣΑΛΟ ΤΟΝ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΙΕΧΩΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας.

Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν.

Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι « ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17»,επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).

Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή.

Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.

Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν.

Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.

Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον ονομάζουν πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με ξύλο!

Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά.

Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν.

Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.

Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.
Πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

5 Σεπ 2010


Κίνδυνος Οἰκουμενισμοῦ


Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία!

῾Ο ζῆλος καί ἡ σπουδή τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ νά βαφτίσει «ἐκκλησία» τόν παπισμό προσκρούει στήν ἴδια τήν εὐαγγελική ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὁλοφάνερα καί ξεκάθαρα δείχνει ὅτι μία εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, ὅπως ἕνας εἶναι ὁ Χριστός.

᾿Επίθετα - ἱστορία

Κατά τό Εὐαγγέλιο ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται «πίστις» (Γα 1,23). Εἶναι «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστις» (᾿Ιδ 3). Εἶναι ἡ «παροῦσα ἀλήθεια» (Β´ Πέ 1,12) καί ἡ «ἁγία ἐντολή» (Β´ Πέ 2,21), πού παραδόθηκε ἀπ᾿ ἀρχῆς καί παραμένει «καινή» εἰς τό διηνεκές. Μία εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία καί βεβαίως δέν χρειαζόταν ἄλλο ὄνομα γιά νά διακρίνεται. ᾿Επειδή ὅμως κατά καιρούς ἐμφανίσθηκαν διάφορες παραχαράξεις τῆς ἀλήθειας, οἱ αἱρέσεις, ἡ ᾿Εκκλησία προσέλαβε διάφορες ἐπωνυμίες, ὥστε νά διακρίνεται ἀπό τίς αἱρέσεις. Καταρχήν, ἔναντι τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἡ ᾿Εκκλησία ἐπονομάστηκε ἁγία, δηλαδή κτῆμα, περιουσία τοῦ Θεοῦ. ῎Εναντι τῶν πρώτων αἱρετικῶν, νικολαϊτῶν καί γνωστικῶν, ἐπονομάστηκε ἀποστολική, διότι θεμελιώθηκε στή μοναδική παράδοση τῶν ἁγίων ἀποστόλων. ῎Εναντι κυρίως τῶν ἀρειανῶν καί πνευματομάχων πῆρε τήν ἐπωνυμία καθολική, διότι ἀγκαλιάζει ὅλη τήν οἰκουμένη. ῎Εναντι τῶν μονοφυσιτῶν ἐπονομάστηκε ὀρθόδοξη, ἡ μόνη ὀρθή πίστη.


Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον

῞Ολες οἱ παραπάνω προσωνυμίες περιττεύουν, διότι ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι μία καί μοναδική, ὅπως ἕνας εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα» (᾿Εφ 4,5), κηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δέν ὑπάρχουν ἐκκλησίες ἀλλά ᾿Εκκλησία. Αὐτή μονοπωλεῖ τήν ἀλήθεια, αὐτή μόνη ἐκπροσωπεῖ τόν Χριστό. Κι ἄν ὑφίστανται ὁρισμένοι χριστιανικοί ὀργανισμοί, μέ περισσότερα μέλη καί καλύτερη ὀργάνωση ἀπό τῆς ᾿Εκκλησίας (πρβλ. παπισμό) ἤ ἐνδεχομένως μέ ἐλάχιστες ἀποκλίσεις, αὐτό καθόλου δέν τῆς ἀφαιρεῖ τήν ἀποκλειστική ἰδιότητά της νά εἶναι αὐτή ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν ἡ ᾿Εκκλησία γίνει ποτέ τό μυριοστό τῶν χριστιανικῶν ὀργανισμῶν, δέν θά παύσει καί τότε τό μικρό αὐτό ποίμνιο νά εἶναι ἡ μία ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τά πνευματικά μεγέθη δέν ὑπολογίζονται μέ τά μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. ᾿Εξάλλου, ὁ Κύριος διαβεβαίωσε· «μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατήρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τήν βασιλείαν» (Λκ 12,32), μέ τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι τό «μικρόν ποίμνιον» κρατᾶ ὀρθόδοξα τήν ἀλήθεια, τά δόγματα.


Σταθερή στό δόγμα

Βέβαια, ἡ ἐποχή μας ἐμφανίζεται ὡς κατεξοχήν ἀντιδογματική, διότι πολλοί ἐκλαμβάνουν τά δόγματα ὡς στεγνούς θεολογικούς ἀφορισμούς, τροχοπέδη τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς προόδου. ᾿Αλλά τά δόγματα εἶναι αὐτές οἱ ἀλήθειες τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅπως προβάλλονται στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, μετά ἀπό τή νικηφόρα ἀντίστασή της στήν ἐπιδρομή τῶν αἱρέσεων. Οἱ αἱρετικοί, ἀπό τή στιγμή πού ἀποσκίρτησαν ἀπό τή μία ᾿Εκκλησία, ἀθέτησαν τά δόγματά της ἤ πρόσθεσαν κάποια δικά τους δόγματα. Στήν περίπτωση τοῦ παπισμοῦ π.χ. προστέθηκε τό δόγμα γιά τό πρωτεῖο τοῦ πάπα, γιά τό ἀλάθητο, ἡ ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, παρά τή ρητή δήλωση καί σαφῆ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι τό Πνεῦμα «παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται» (᾿Ιω 15,26), ἡ ἄσπορος σύλληψη τῆς Θεοτόκου κ.ἄ. ῞Ολα αὐτά ἔβγαλαν τούς παπικούς ἀπό τή γραμμή τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, πού παραμένει προσηλωμένη στά δόγματά της, ὅπως τά θέσπισαν οἱ ἅγιες ῾Επτά Οἰκουμενικές Σύνοδοι.


῞Ολα εἶναι σημαντικά

῾Η σταθερή προσήλωση τῆς ᾿Ορθοδοξίας στά δόγματα δέν ἀφορᾶ μόνο στά μεγάλα καί σοβαρά θέματα· περιλαμβάνει καί τά πιό ἁπλά. Δέν ὑπάρχουν στήν πίστη μας δόγματα δευτέρας κατηγορίας! Καί τά θεωρούμενα μικρά καί ἐλάχιστα ἔχουν θεμελιώδη σημασία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στήν περίφημη ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Κύριος ἀποβάλλει ἀπό τή βασιλεία του ἐκεῖνον πού θά «λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτω τούς ἀνθρώπους» (Μθ 5,19). Παρόμοια ἀποφαίνεται ὁ ἀπόστολος ᾿Ιάκωβος γράφοντας «ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (᾿Ια 2,10). Συχνά τά μικρά καί ἀσήμαντα ὁδηγοῦν σέ μέγιστες κακοδοξίες καί πλάνες. ῾Η ἐπιμονή π.χ. τῶν ἰουδαϊζόντων νά τηρήσουν τήν περιτομή τούς ὁδήγησε στήν αἱρετική δοξασία ὅτι δέν ἀρκεῖ τό αἷμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ γιά τή λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, συνιστᾶ «ἕτερον εὐαγγέλιον» (Γα 1,6). Παρόμοια οἱ παπικοί στήν παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας πρόσθεσαν τή «ρωμαϊκή παράδοση», γιά νά ὑποστηρίξουν τίς πλάνες τους. ῎Ετσι δημιούργησαν «ἕτερον εὐαγγέλιον» καί «ἑτέραν ἐκκλησίαν». Πιστό στήν εὐαγγελική γραμμή τό ἱερό «Πηδάλιον» τῆς ᾿Εκκλησίας θεσπίζει ὅτι «τό ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται» (ἅγ. Ταράσιος). Δέν ὑπάρχουν μικρά καί ἀσήμαντα δόγματα, ὅλα εἶναι σημαντικά καί ὀφείλουμε νά τά σεβόμαστε καί νά τά διατηροῦμε μέ εὐλάβεια, ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι πατέρες μας.



Δόγμα καί ζωή

῾Η οὐσιώδης διαφορά τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστεως ἀπό τά διάφορα συστήματα τῶν λεγομένων «χριστιανικῶν ὁμολογιῶν» καί τῶν ποικίλων ἠθικοδιδασκαλιῶν εἶναι ὅτι ἡ ζωή τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ θεμελιώνεται στά δόγματα τῆς πίστεως. Δέν στηρίζεται στόν ἐνάρετο βίο καί στίς καλές πράξεις, τίς ὁποῖες καλλιεργοῦν ὅλες οἱ ὁμολογίες καί θρησκεῖες, διότι ἐκεῖνα παραμερίζουν τόν Χριστό καί καθιστοῦν ἀχρείαστη καί ἄχρηστη τήν ἐνανθρώπηση καί ὅλο τό ἀπολυτρωτικό ἔργο του. ῾Ο ἐνάρετος βίος, τό ἅγιο ἦθος, ἔχει ἀξία μόνον ὡς πρακτική ἔκφραση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. Μέ ἐπισημότητα καί λαμπρότητα τό διακηρύττει ὁ ἐπουράνιος Πατήρ στό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως· «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα (δόγμα), αὐτοῦ ἀκούετε (ἦθος)» (Μθ 17,5· Μρ 9,7· Λκ 9, 35).


Δέν ἔχουμε τήν ἴδια ρίζα!

Πολύ κακῶς, λοιπόν, υἱοθετεῖται ἀπό μερικούς ἡ οἰκουμενιστική θεωρία τῶν «πολλῶν κλάδων τοῦ Χριστιανισμοῦ»· 315 ἔχουν ὀνοματίσει, ὅσες οἱ ὁμολογίες πού συμμετέχουν στό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν ᾿Εκκλησιῶν. Δέν μπορεῖ ἡ ᾿Ορθοδοξία νά δεχθεῖ ὅτι βρίσκεται πάνω στήν ἴδια ρίζα μαζί μέ ὅλους αὐτούς, ἔστω κι ἄν ἀναγνωρίζεται ὡς τό καλύτερο κλαδί. ῎Οχι! Διότι μία ρίζα σημαίνει ἁγία Τριάδα, ὁμοούσια καί ἀχώριστη, σημαίνει ᾿Ιησοῦν Χριστόν «Θεόν τε καί ἄνθρωπον», μυστήρια ὁμολογημένα, ἀποστολική διαδοχή καί ἀρχέγονη παράδοση, κεφάλαια πίστεως καί ζωῆς, πολλά ἀπό τά ὁποῖα ἀγνοοῦν καί διαστρεβλώνουν οἱ διάφοροι κλάδοι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Δέν τρέφονται ὅλοι αὐτοί ἀπό τήν ἴδια ρίζα, διότι μόνοι τους ἀποσχίσθηκαν καί ξεκόπηκαν ἀπό τόν κορμό. «Οἱ τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, «ὅλοι τῆς ἀληθείας εἰσί, καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες καθάπαξ οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας εἰσίν». Εἶναι ἐκτός ἀληθείας οἱ ἐκτός τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Γι᾿ αὐτό τό ἅγιο Εὐαγγέλιο ἀπαγορεύει κάθε σχέση μαζί τους. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος συνιστᾶ νά φυλαγόμαστε «ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν» (Μθ 7,15), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος ᾿Ιωάννης, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης, διδάσκει· «μή λαμβάνετε αὐτόν (τόν αἱρετικό) εἰς οἰκίαν καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε» (Β´ ᾿Ιω 10). ᾿Ακολουθώντας τήν εὐαγγελική γραμμή οἱ ἱεροί Κανόνες, οἱ ὁποῖοι κατά τό Πηδάλιον «ὑπέρ τούς βασιλικούς νόμους ἰσχύουσιν», μέ αὐστηρότητα ἀπαγορεύουν τή συμπροσευχή καί ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς (βλ. Καν. ΞΕ´ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, Θ´, ΛΓ´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου) τονίζοντας ὅτι «οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον ἤ εὐλογίαι» (Κανών ΛΒ´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου).


Μονοπώλιο ἀληθείας

῾Η στάση αὐτή ἔναντι τῶν αἱρετικῶν δέν εἶναι φανατισμός· δέν εἶναι μισαλλοδοξία οὔτε ἀλαζονεία! ῎Ετσι ἄλλωστε τήν ἀντιλαμβάνονται καί ὅλοι οἱ καλοπροαίρετοι πού τυχαίνει νά ἀνήκουν στίς διάφορες «χριστιανικές ὁμολογίες». Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ᾿Αμερικανοῦ πρώην προτεστάντη Frank Schaeffer, πού ἐπέστρεψε στήν ᾿Ορθοδοξία μαζί μέ χιλιάδες ἄλλους· «Τό κῦμα τῶν προσφάτων προτεσταντῶν προσηλύτων ἦρθε μέσα στήν ᾿Εκκλησία ὄχι ἐξ αἰτίας τῶν εὐγενικῶν τους προσπαθειῶν στόν ‘‘διάλογο’’, ἀλλά ἐξ αἰτίας τῆς αἰώνιας πατερικῆς κι ᾿Αποστολικῆς μαρτυρίας. Σ᾿ αὐτή μπορεῖ νά συμπεριληφθεῖ καί ἡ μαρτυρία ἐκείνη, ἡ ὁποία διακηρύττει μέ δύναμη τήν ἀποκλειστική φύση τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας ὡς τῆς ἀληθινῆς ᾿Εκκλησίας. Πρώην προτεστάντες, ὅπως ἐγώ, δέν ἤρθαμε στήν ᾿Ορθοδοξία, καί μάλιστα μέ ἀκριβό προσωπικό κόστος, ἐπειδή κάναμε κάποιον ‘‘διάλογο’’, ἤ ἐπειδή μᾶς εἶπαν ὅτι ‘‘ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε μία εὐτυχισμένη οἰκογένεια χριστιανῶν’’, ἀλλά γιά νά μπορέσουμε νά βροῦμε τήν ἀλήθεια» (᾿Αναζητώντας τήν ᾿Ορθόδοξη πίστη στόν αἰώνα τῶν ψεύτικων θρησκειῶν, Χορεύοντας μόνος, μετφρ. π. Αὐγουστίνου Μύρου, ἔκδ. 2η, Κοζάνη 2004, σελ. 509). Οἱ ἄλλες χριστιανικές ὁμάδες καί τά ἄλλα λεγόμενα χριστιανικά συστήματα, ὅσο ποσοστό ἀληθείας κι ἄν διατηροῦν, ἐφόσον δέν εἶναι ἑνωμένα μέ τήν ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Ορθοδοξίας, εἶναι πλάνες, καί τά μέλη τους εἶναι πλανεμένα. Δέν ἔχει κανένα νόημα ἄν ἔχουν λίγες ἤ πολλές, μικρές ἤ μεγάλες διαφορές ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία. Οἱ πατέρες εἶναι κατηγορηματικοί· «Τά ἐκκλησιαστικά δέν ρυθμίσθηκαν ποτέ μέ τόν μέσο ὅρο. Δέν ὑπάρχει ἐνδιάμεσο μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, μεταξύ φωτός καί σκότους», βοᾶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ

Εὐγενικός.


Οὐτοπία ἤ παραπλάνηση

Βέβαια, ἡ «νέα ἐκκλησία» ἐπαγγέλλεται σεβασμό πρός τά δόγματα τῆς κάθε θρησκευτικῆς παρατάξεως. ῎Ηδη ἀκούσθηκε πρόσφατα ἀπό ἐπίσημα χείλη ἡ διαβεβαίωση ὅτι ἐπιδιώκουμε τήν ἕνωση, ἀλλά δέν θά ὑποχωρήσουμε οὔτε στό ἐλάχιστο ἀπό τίς δογματικές θέσεις μας. ᾿Αλλά τότε πῶς θά ἑνωθοῦμε, ὅταν τήν ἴδια ἐμμονή στά δικά της δόγματα ἐκφράζει καί ἡ ἄλλη πλευρά; ῾Η ἐν λόγῳ διαβεβαίωση εἶναι τό λιγότερο ἀστήρικτη οὐτοπία, ἄν δέν εἶναι ἐσκεμμένη παραπλάνηση. Δέν μπορεῖ νά γίνει ἕνωση ἄν δέν ἐπιστρέψει στήν ἀρχική πίστη ἡ ἀποσχισμένη Δύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει ὁ παπισμός νά ἀρνηθεῖ καί νά ἀποκηρύξει τίς εἰκοσιπέντε περίπου πλάνες πού τόν διαφοροποίησαν ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία. Καί οἱ ἑκατοντάδες προτεσταντικές παραφυάδες ἀντίστοιχα νά διαγράψουν τίς ἀναρίθμητες πλάνες καί αὐθαιρεσίες πού πρεσβεύουν. Μέχρις ὅτου πραγματοποιηθεῖ αὐτό, καμία ἕνωση καί καμία κοινωνία δέν εἶναι δυνατή οὔτε θεμιτή.


Στέργιος Ν. Σάκκος

3 Σεπ 2010

Πατερικά


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


῞Οπως ἀπ᾿ ὅλες τίς αἰσθήσεις καλύτερη εἶναι ἡ ὅραση, ἔτσι καί ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές ἡ προσευχή εἶναι ἡ πιό θεία καί ἱερή.


* * *


῞Οπως τό ψωμί εἶναι τροφή τοῦ σώματος καί ἡ ἀρετή τροφή τῆς ψυχῆς, ἔτσι καί τοῦ νοῦ τροφή εἶναι ἡ πνευματική προσευχή.


* * *


Μακάριος ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος κατά τόν καιρό τῆς προσευχῆς μένει ἀνεπηρέαστος ἀπ᾿ ὅλα τά πράγματα.


* * *


Πολλές φορές ζήτησα μέ τήν προσευχή ἀπό τόν Θεό νά μοῦ γίνει κάτι πού νόμιζα καλό καί ἐπέμεινα παράλογα νά τό ζητῶ βιάζοντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν τόν ἄφηνα νά οἰκονομήσει ᾿Εκεῖνος ὅ,τι γνωρίζει ὡς συμφέρον δικό μου. Καί λοιπόν, ἀφοῦ ἔλαβα ὅ,τι ζήτησα, στενοχωρήθηκα ὕστερα πολύ, πού δέν εἶχα ζητήσει μᾶλλον νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι δέν μοῦ ἦρθε τό πράγμα ἔτσι ὅπως τό νόμιζα.


῞Αγιος Νεῖλος

28 Αυγ 2010


ΕΚΟΙΜΗΘΗ Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ
π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ
To Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010 εκοιμήθη ο αγωνιστής Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης σε ηλικία 104 ετών, μια ημέρα σημαδιακή αφού στο Άγιον Όρος εορτάζεται σήμερα με το παλαιό η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
O π. Αυγουστίνος νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο της Φλώρινας για 26 ημέρες, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη, ενώ την τελευταία ημέρα παρουσίασε νεφρική ανεπάρκεια.

Επίσης, αξίζει να αναφερθεί, ότι χθες Παρασκευή ο Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.

Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, γεννήθηκε στις Λεύκες Πάρου στις 20 Απριλίου του 1907.
Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1929. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1935 και Πρεσβύτερος το 1942.

Υπηρέτησε ως Πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη Αιτωλίας, ως στρατιωτικός ιερέας και ως Ιεροκήρυκας στην Αθήνα.

Εξέδωσε δεκάδα περιοδικών, ίδρυσε οικοτροφία φοιτητών και μαθητών, ηγείται Ιεραποστολικής αδελφότητος Θεολόγων "Ο ΣΤΑΥΡΟΣ", εξεφώνησε κηρύγματα καθ΄ άπασαν την χώραν, συνέγραψε περί τα ογδοήκοντα δύο θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία.

Στις 25 Ιουνίου του 1967 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας.

Στις 14 Ιανουαρίου του 2000 παραιτήθηκε λόγω γήρατος.

Τέλος, στις 28 Αυγούστου 2010 εκοιμήθη σε ηλικία 104 ετών.

Σε ένα κήρυγμά του έλεγε:
«Εγώ θα φύγω. Πού θα πάω; Όπου και αν πάω, αν δω ότι η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ κινδυνεύει θα κάνω επανάσταση θα χτυπήσω συναγερμό. Δεν θα αφήσω την Εκκλησία του Χριστού ούτε στους αθέους ούτε στους μασόνους ούτε στους οικουμενιστάς…».

H εξόδιος ακολουθία εψάλει την Δευτέρα, στις 12 το μεσημέρι, στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Παντελεήμονα.

Αιωνία του η μνήμη.

14 Αυγ 2010


8 Αυγ 2010


Ο Άγιος νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος ο Ζαγοράς

Η μνήμη του Αγίου νεομάρτυρος Τριανταφύλλου του εκ Ζαγοράς Μαγνησίας εορτάζεται την 8η Αυγούστου!






Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Αυγούστου 1680


Ο άγιος καταγόταν από τη Ζαγορά της Μαγνησίας. Εργαζόταν ως ναύτης στα πλοία, διακρινόμενος για την καθαρότητα του βίου και την σεμνότητα του ήθους του και τηρώντας άσβεστη μέσα στην καρδιά του την φλόγα της αγάπης προς τον Χριστό. Αυτό βλέποντας με φθόνο ο βάσκανος εχθρός ωρυόταν κατ’ αυτού.


Έτσι σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών συνελήφθη, για άγνωστη σε μας αιτία, από τους Τούρκους ,που θέλησαν να τον εξαναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη των προγόνων του. Τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπέμεινε κάθε είδους βασανιστήρια, Όμως ο άγιος ούτε τη νεότητά του υπολόγισε ούτε τα θελκτικά αγαθά που του πρότειναν οι άπιστοι .Δεν πρόδωσε την πίστη του . Συνεχώς επαναλάμβανε : Χριστιανός είμαι, δεν αρνούμαι τον Σωτήρα μου Χριστό, ομολογώντας τον Χριστό όπως και ο Κύριος θα τον ομολογήσει ενώπιον του Πατέρα Του και μυριάδων αγγέλων , κατά την επαγγελία Του.


Τελικά θανατώθηκε στο μέρος του Ιπποδρομίου κερδίζοντας τον στέφανο του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Κύριο .

Η μνήμη του Αγίου νεομάρτυρος Τριανταφύλλου του εκ Ζαγοράς Μαγνησίας εορτάζεται την 8η Αυγούστου!
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ - Ήχος γ'
Θείας πίστεως έχων την χάριν,χαίρων ήθλησας ανδρειοφρόνως,\Νεομάρτυς Χριστού Τριαντάφυλλε,όθεν ώς ρόδον ευφραίνεις ηδύπνευστον,την Εκκλησίαν τη Θεία αθλήσει σου,Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

6 Αυγ 2010


Συνάντηση μέ τή θεϊκή δόξα


Πόθος καυτός καί ἵμερος βαθύς τοῦ ἀνθρώπου ἡ συνάντησή του μέ τή θεϊκή δόξα. Δεμένος μέ τό χῶμα στενάζει κάτω ἀπό τό βάρος τῆς φθαρτότητος καθημερινά, μά δέν ἔπαυσε ποτέ ν᾿ ἀναρριγᾶ στή σκέψη τοῦ ᾿Αφθάρτου, νά συγκλονίζεται ἀπό τήν ἰδέα τῆς ἐπικοινωνίας καί κοινωνίας του μέ τόν οὐράνιο Πατέρα.

Αὐτήν τήν ποθητή καί φοβερή συγχρόνως κοινωνία γεύθηκαν οἱ τρεῖς ἐκλεκτοί μαθηταί τοῦ Κυρίου, Πέτρος, ᾿Ιάκωβος καί ᾿Ιωάννης, ἐπάνω στό «ὑψηλόν ὄρος», ὅπου τούς εἶχε ἀνεβάσει «κατ᾿ ἰδίαν», μόνους αὐτούς, ὁ Διδάσκαλος. ᾿Εκεῖ «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν». ῎Ανοιξαν τά χοϊκά τους μάτια στό ἄκτιστο φῶς κι εἶδαν τόν ἄυλο Θεό, τόν Θεάνθρωπο ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὄχι ὅμως ὅπως τόν ἔβλεπαν μέχρι τότε, ὡς ταπεινό ἄνθρωπο. Τόν εἶδαν στή θεϊκή του δόξα. ῎Εγιναν αὐτοί, οἱ ταπεινοί ψαράδες, αὐτόπτες τῆς θείας αὐτοῦ μεγαλειότητος. Καί θαμπωμένοι τότε ὁμολόγησαν μέ τό στόμα τοῦ Πρωτοκορυφαίου· «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι...»!

Ἀλλά δέν εἶναι θέμα τόπου ἡ προσέγγιση τῆς θεϊκῆς μακαριότητος. Εἶναι κυρίως θέμα ἐσωτερικῆς τοποθετήσεως τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ὑπερκόσμια φωνή τοῦ Πατέρα αὐτό μαρτυρεῖ, καθώς συνιστᾶ τόν Μονογενῆ του Υἱό καί ὑποδεικνύει τή λατρευτική ἀφοσίωση στό ἅγιο θέλημά του· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός... αὐτοῦ ἀκούετε». ῾Η συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ θά μείνει ἀτελέσφορη χωρίς τοῦ ἀνθρώπου τήν κατάφαση. Μέ τήν ὑπακοή στό θεῖο θέλημα καί τήν πειθαρχία στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ -καί μόνο μ᾿ αὐτά- θά γίνει δεκτικός τῆς θείας χάριτος, ἡ ὁποία θά τόν ἀνεβάσει στή θέωση.

Καί προσφέρεται ἄπλετη ἡ θεία χάρη ἀπό τήν ἁγία τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία. Μέσα σ᾿ αὐτήν ἐπιτελεῖται ἡ συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Διότι ἡ ᾿Εκκλησία κρατᾶ μές στούς θησαυρούς της χειροπιαστή τήν ἐμπειρία τῆς θεϊκῆς δόξας καί προσκαλεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο νά ᾿ρθεῖ κοντά της καί νά τή γευθεῖ. Τοῦ δίνει τή δυνατότητα νά μεταμορ-φωθεῖ ὁ ἴδιος κι ἀπό χοϊκός καί ψυχικός νά γίνει πνευματικός καί θεοτικός. Χωρίς νά χάσει τίποτε ἀπό τήν ὕπαρξή του, θά κερδίσει τήν παραδείσια δόξα πού εἶχε πρίν χωρισθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἄλλα ἀκόμη περισσότερα· τήν ἕνωση μαζί του, τή θέωση.

Ἀπό πλευρᾶς Θεοῦ τό θέμα εἶναι λυμένο. Τό βάρος πέφτει στή στάση τοῦ ἀνθρώπου, στήν εἰλικρινῆ διάθεση μέ τήν ὁποία θά ὑπακούσει στό θεϊκό παράγγελμα, στή φιλότιμη προσπάθεια μέ τήν ὁποία θά ἐνστερνισθεῖ τήν ἐντολή τῆς ᾿Εκκλησίας. Ζῆ τότε ὁ χοϊκός ἄνθρωπος τή Μεταμόρφωση ὡς γεγονός τῆς προσωπικῆς του ζωῆς καί ψηλαφᾶ μέσα στό ἴδιο τό εἶναι του τή «θαυμαστή ἀλλοίωση τῆς δεξιᾶς τοῦ ῾Υψίστου». Νιώθει τό θεῖο φῶς νά καταυγάζει τήν ψυχή του, ὅταν σπάζει τόν κλοιό τῆς φιλαυτίας, ὅταν ξεπερνᾶ τό μῖσος καί τήν ἐκδικητικότητα, ὅταν μετά ἀπό μάχες σκληρές στῆς ψυχῆς του τήν κονίστρα καταθέτει ὑποτακτικά στόν Κύριο· «γενηθήτω τό θέλημά σου». Τό βλέπει ἱλαρό νά τόν περιβάλλει, κυρίως ὅταν ξεπλένοντας τά μάτια του μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας γονατίζει μπροστά στόν πνευματικό, γιά νά ἀποθέσει κάτω ἀπό τό πετραχήλι του τῆς ψυχῆς τά βάρη, ὅταν «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» προσέρχεται στό φρικτό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Κι εὐγνώμονα τότε ἐπαναλαμβάνει τήν ὁμολογία τῶν τριῶν μαθητῶν· «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»!


Στέργιου Ν. Σάκκου

24 Ιουλ 2010

ΑΓΧΟΣ


Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ


Εἶναι τό σαράκι τοῦ συγχρόνου κόσμου. Ταλαιπωρεῖ μικρούς καί μεγάλους. Τρυπώνει στήν καρδιά τοῦ ὑπερήλικα γέροντα, πού ταράσσεται μέ τήν κάθε μικροαδιαθεσία, ἀλλά καί τοῦ μικροῦ μαθητῆ, πού ἀναστατώνεται ἀπό τίς ἀλλαγές τῶν σχολικῶν προγραμμάτων, τοῦ φοιτητῆ, πού πιέζεται ἀπό τήν ἐντατική μελέτη, καί τοῦ νεαροῦ ἐπιστήμονα, πού μελαγχολεῖ μέ τόν περιορισμό τῶν προοπτικῶν νά βρεῖ μιά θέση, γιά τήν ὁποία τόσα χρόνια μόχθησε. Κατατρύχει τόν «πετυχημένο» ἐπιχειρηματία, πού τρέχει καί δέν φθάνει νά διεκπεραιώσει τίς πολλές ὑποθέσεις, νά προλάβει τίς ἀλλαγές τοῦ χρηματιστηρίου, γιά νά ἐπενδύσει συμφερώτερα τά κεφάλαιά του, ἀλλά καί τόν φτωχό μεροκαματιάρη καί τόν ταλαίπωρο ἄνεργο, πού ἀντιμετωπίζει σοβαρό τό πρόβλημα τοῦ ἐπιουσίου, τῆς στέγης καί τόσα ἄλλα.
Ἐπίσημοι καί ἀφανεῖς, μορφωμένοι καί ἀγράμματοι, φτωχοί καί πλούσιοι, εἴμαστε ὅλοι ἐκτεθειμένοι στήν ἀγωνιώδη μέριμνα, στό ἄγχος, πού σωστά χαρακτηρίσθηκε ὡς ἡ ἀσθένεια τοῦ αἰώνα μας. Σύγχρονος καθηγητής τῆς Ψυχιατρικῆς παρατηρεῖ: «Κάποτε οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν στόν γιατρό μέ τό παράπονο τοῦ πόνου. Τώρα τό κεντρικό παράπονο εἶναι τό ἄγχος». Ποῦ, λοιπόν, ὀφείλεται αὐτό τό καταλυτικό γιά τήν κοινωνία μας φαινόμενο καί πῶς θά μποροῦσε τάχα νά ἀντιμετωπισθεῖ;
Θά ἦταν ἀσφαλῶς ἁρμόδιος νά ἀπαντήσει στό ἐρώτημα αὐτό ἕνας ψυχίατρος, μιά καί τό ἄγχος σαφῶς ἐντάσσεται στά ψυχικά νοσήματα. Νομίζω ὅμως ὅτι δέν εἶναι μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια καί ἑνός θεολόγου ἡ ἀπάντηση. Γιά νά μήν πῶ ὅτι ἀκριβῶς τοῦ θεολόγου ἡ ἀπάντηση προσφέρει τήν ἀλήθεια, ἐφόσον ἀντλεῖται ἀπό τόν λόγο τῆς ἀληθείας, τόν ἀλάθητο καί ἀδιάψευστο λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἄν καί δέν περιέχεται στήν ἁγία Γραφή ἡ λέξη, μνημονεύεται καί στιγματίζεται κατ' ἐπανάληψιν ἡ ἔννοια τοῦ ἄγχους. Ἀπό τό ὕψος τοῦ ὄρους, ὅπου ἐκφωνεῖ τήν μνημειώδη ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του, ὁ Κύριος βλέπει τήν ἀνθρωπότητα νά ἀναστενάζει κάτω ἀπό τό βάρος τοῦ ἄγχους, καθώς προσπαθεῖ νά σηκώσει τήν βαρειά ἔγνοια γιά τά καθημερινά -τί θά φᾶμε, τί θά πιοῦμε, πῶς θά ντυθοῦμε;
Μή μεριμνᾶτε γιά ὅλα αὐτά, παραγγέλλει ὁ Κύριος. Καί φυσικά δέν θέλει μ' αὐτό νά πεῖ ὅτι δέν θά φροντίσουμε γιά τήν τροφή καί τά ροῦχα μας καί γιά ὅλα τά ἀπαραίτητα ἀγαθά. Σήμερα μποροῦμε καθημερινά νά βρίσκουμε ψωμί καί κρέας καί ὁ,τιδήποτε χρειαζόμαστε γιά νά ζήσουμε. Δέν ἦταν ὅμως ἴδιες οἱ συνθῆκες ζωῆς καί τότε. Οἱ ἀκροατές τῶν κηρυγμάτων τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἀναγκασμένοι νά γεμίζουν ἀπό τό καλοκαίρι τό ἀμπάρι τους μέ τό σιτάρι ὅλης τῆς χρονιᾶς καί νά κάνουν ἐγκαίρως τίς ἀπαραίτητες προμήθειες. Καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος ἔκανε αὐτές τίς προμήθειες. Δέν ἀποκλείει, λοιπόν, τήν πρόνοια. Ἀσφαλῶς, ἄν μιλοῦσε σήμερα, θά ἐπαινοῦσε καί τήν κοινωνική πρόνοια καί τά ταμεῖα συντάξεων καί ὅλα τά σχετικά.
Δέν καταδικάζει τόν προγραμματισμό. «Δέν εἶπε πώς δέν πρέπει νά σπέρνουμε», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ἀλλά ὅτι δέν πρέπει νά μεριμνοῦμε. Ὄχι πώς δέν πρέπει νά ἐργάζεσαι, ἀλλά δέν πρέπει νά εἶσαι μικρόψυχος καί νά παραδίδεσαι ὁλότελα στήν ἀγχώδη μέριμνα». Δηλαδή, νά μήν ἑστιάζεις ὅλο τό ἐνδιαφέρον σου μόνο σ' αὐτά. Πολύ περισσότερο νά μήν ἐπιβαρύνεις τόν ἑαυτό σου μέ πλασματικές ἀνάγκες καί «νά μήν πολλαπλασιάζεις σέ βάρος σου τίς ἀφορμές τῶν πόνων», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. «Γιατί αὐξάνεις τούς φόρους σέ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ σου; Γιά ποιό λόγο ἔσυρες τόν ἑαυτό σου καί τόν ὑποδούλωσες σέ τόσα χρέη;», ρωτᾶ ὁ ἴδιος πατέρας.
Μᾶς χρειάζονται στήν ζωή πολύ λιγώτερα ἀπό ὅσα φανταζόμαστε. Γι' αὐτό ὁ Κύριος χαρακτήρισε «ἄφρονα», δηλαδή τρελλό, τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς πού συγκέντρωνε «πολλά ἀγαθά» προσπαθώντας μέ αὐτά νά ἀσφαλίσει τήν ζωή του. Εἶναι κυρίαρχος καί ὄχι δοῦλος τῆς ὕλης ὁ ἄνθρωπος. Καί μπορεῖ νά ὑπερνικᾶ καί νά κυριαρχεῖ «διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ρω 8,37), μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀγαπητική φροντίδα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἰσχυρή ἀσφάλεια καί τό βέβαιο στήριγμα γιά τήν ζωή. Αὐτή εἶναι τό μυστικό τῆς ψυχικῆς εἰρήνης καί ἁρμονίας καί ὁ πιό δραστικός ἀντίπαλος τοῦ ἄγχους.
Θά κοπιάσουμε ἀσφαλῶς, γιά νά ἐξασφαλίσουμε τήν τροφή καί τά ἀναγκαῖα ἀγαθά. Δέν εἶναι λύση τοῦ προβλήματός μας ὁ Κύριος, ὅταν κρατοῦμε σταυρωμένα τά χέρια μας. Θά ἐργασθοῦμε καί θά μοχθήσουμε, γιά νά ἔχουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι προοπτική καί δυνατότητά μας ἡ δημιουργία. Νά μήν ξεχνοῦμε ὅμως ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι μέσα γιά νά ἐξυπηρετηθεῖ ἡ ζωή μας, ἡ ὁποία τείνει στήν αἰωνιότητα. Ὅταν τό μέσο ὑποκαταστήσει τόν σκοπό, τότε ὅλα ἀνατρέπονται καί σύγχυση ἐπικρατεῖ. Ἡ σημερινή προσκόλληση στόν ὑπερκαταναλωτισμό καί τό ὄργιο τῶν διαφημίσεων ἐπιβεβαιώνουν τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Νά μήν ξεχνοῦμε πώς πίσω ἀπό ὅλα καί πάνω ἀπό ὅλα στέκει ὁ Θεός. Σ' αὐτόν νά ἀναθέτουμε τήν κάθε μέριμνα, μᾶς συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «ὅτι αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν» (Α΄ Πέ 5,7). Οἱ δικοί του θεϊκοί ὦμοι ἀντέχουν νά σηκώσουν κάθε φορτίο, καί ἡ καρδιά του ἡ γενναιόδωρη περιβάλλει μέ ἀγάπη τό κάθε τι πού μᾶς βαραίνει. Ἀρκεῖ νά τοῦ τό ἐμπιστευθοῦμε. Κανένα πρόβλημα, ὅσο μικρό καί ἀσήμαντο κι ἄν εἶναι, δέν εἶναι ἀδιάφορο γιά τόν Θεό, ἀφοῦ τοῦ τό ἀναθέσαμε.
Βέβαια, σέ καμιά περίπτωση δέν μποροῦμε νά παραβλέψουμε τήν σκοτεινή πλευρά τῶν πραγμάτων. Ποιός ὅμως εἶπε ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἐξίσου ἀναγκαία μέ τήν φωτεινή, γιά νά κατανοήσουμε καί νά χαροῦμε τό μυστήριο τῆς ζωῆς; Κι ἔπειτα, γιατί νά τονίζουμε τίς σκιές; Καί ποιό εἶναι τό κέρδος, ὅταν ὑπερφορτωνόμαστε μέ τήν ἀγχώδη μέριμνα; Ὁ Νεύτων συνήθιζε νά παρομοιάζει τούς μόχθους καί τό ἄγχος τῆς ζωῆς μέ ἕνα ὀγκῶδες φορτίο ξύλων, κάτω ἀπό τό βάρος τοῦ ὁποίου ἀγκομαχᾶ ὁ θνητός. Ὁ πανάγαθος Θεός τοῦ πρότεινε ἕναν τρόπο πού τόν ἀπαλλάσσει ἀπό αὐτό τό καθημερινό μαρτύριο. Ἔλυσε τό φορτίο καί εἶπε στόν ἄνθρωπο νά σηκώνει μόνο ἕνα ξύλο κάθε μέρα. Προλαβαίνει νά τά σηκώσει ὅλα μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Μά ἐκεῖνος ἐπιμένει νά τά φορτώνεται ὅλα μαζί...
«Ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία (= ταλαιπωρία) αὐτῆς» (Μθ 6,34). Γιατί θέλουμε νά πιεζόμαστε καί ἀπό τά βάρη τῆς ἑπόμενης μέρας, τοῦ ἑπόμενου μήνα καί χρόνου; Σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς μας, νομίζω, δέν εἶναι τό ἄγχος ἀλλά ἡ ὀλιγοπιστία μας, πού τό προκαλεῖ καί τό καλλιεργεῖ.

Στέργιος Ν. Σάκκος