18 Ιαν 2011

H ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου


Η υπερηφάνεια είναι η μεγαλύτερη πνευματική αρρώστια. Σαν την βδέλλα που, αν κολλήσει επάνω σου, σου ρουφάει το αίμα, έτσι και η υπερηφάνεια ρουφάει όλο το εσωτερικό του ανθρώπου. Φέρνει και πνευματική ασφυξία, γιατί καταναλώνει όλο το πνευματικό οξυγόνο της ψυχής. Κοίταξε να πετάξεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε πετάξει ο εαυτός σου. Αν πετάξεις τον εαυτό σου, μετά θα πετάς. Τι τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους.



Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι δεν έχεις τίποτα δικό σου και τίποτε δεν μπορείς να κάνεις χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Αν λοιπόν καταλάβεις πως ότι καλό κάνεις είναι από τον Θεό και όσες χαζομάρες κάνεις είναι δικές σου, τότε θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και θα απαλλαγείς από την αυτοπεποίθηση.



Λίγο αν μας εγκαταλείψει η Χάρις του Θεού, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε. Είναι απλά τα πράγματα. Έχει, ας υποθέσουμε, κάποιος μερικές ικανότητες και υπερηφανεύεται γι’ αυτές. Πρέπει να σκεφθεί: Που τις βρήκε; Του τις έδωσε ο Θεός. Αυτός τι έκανε; Τίποτε. Δίνει λ.χ. ο Θεός σε κάποιον λίγο παραπάνω μυαλό και μπορεί να έχει μια μεγάλη επιχείρηση και να ζει άνετα. Να υπερηφανευτεί ότι τα καταφέρνει; Λίγο να τον εγκαταλείψει ο Θεός, μπορεί να χρεοκοπήσει και να πάει φυλακή.



Όταν κάποιος κάνει κάτι ταπεινά και με αγάπη και δεν βρει αναγνώριση, μπορεί να του έρθει και ένα παράπονο. Αυτό είναι ανθρώπινο -όχι φυσικά ότι και αυτό είναι σωστό, αλλά τότε έχει κανείς κάποια ελαφρυντικά. Όταν όμως απαιτεί την αναγνώριση, αυτό είναι βαρύ∙ έχει μέσα εγωισμό και ανθρωπαρέσκεια. Όσο μπορείς, να κινείσαι ταπεινά. Ότι κάνεις να το κάνεις με φιλότιμο, για τον Χριστό και όχι από κενοδοξία για να ακούσεις το «μπράβο» από τους ανθρώπους. Όταν ο άνθρωπος δε δέχεται τα «μπράβο» από τους ανθρώπους και εργάζεται μόνο για τον Θεό, τότε ανταμείβεται από τον Θεό και σ’ αυτήν τη ζωή με την άφθονη Χάρη Του και στην άλλη με τα αγαθά του Παραδείσου.



Σε κάθε σου ενέργεια, ακόμη και στην παραμικρή σου κίνηση, κέντρο να είναι ο Θεός. Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό. Αν αγαπήσεις τον Θεό, ο νους σου θα είναι συνέχεια στο πως να ευχαριστήσεις τον Θεό, και όχι στο πως να αρέσεις στους ανθρώπους.



Δυστυχώς, πολλές φορές οι πνευματικοί άνθρωποι θέλουν την αρετή, αλλά θέλουν και κάτι που να τρέφει την υπερηφάνεια τους, δηλαδή αναγνώριση, πρωτεία κ.τ.λ., κι έτσι μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους, το κενό της κενοδοξίας∙ δεν υπάρχει το πλήρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς. Και όσο μεγαλώνει η κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και τόσο περισσότερο υποφέρουν.



Μόνο με τα αντίθετα των κοσμικών επιδιώξεων θα μπορέσεις να κινηθείς στον πνευματικό χώρο. Στοργή θέλεις; Να χαίρεσαι, όταν δε σου δίνουν σημασία. Ζητάς θρόνο; Κάθισε τον εαυτό σου στο σκαμνί. Ζητάς επαίνους; Αγάπησε την περιφρόνηση, για να νιώσεις την αγάπη του Περιφρονημένου Ιησού. Ζητάς δόξα; Ζήτα την αδοξία, για να νιώσεις την δόξα του Θεού. Και όταν νιώσεις την δόξα του Θεού, θα νιώθεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και θα έχεις μέσα σου την μεγαλύτερη χαρά απ’ όλες τις χαρές του κόσμου.

5 Ιαν 2011

Του Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου

 
Το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος


Πιστεύουμε σε ένα Θεό, πού είναι όμως ταυτόχρονα τρία πρόσωπα: Πατέρας, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Ο Θεός μας δεν είναι μια ατομική ουσία. Είναι Τριάδα Υποστάσεων με μία Ουσία, μία Θέληση και μία Ενέργεια. Ένα Θεόν πιστεύουμε ή όπως λέγει ο ιερός Δαμασκηνός: «μίαν θεότητα εν τρισίν υποστάσεσιν ασυγχύτως ηνωμέναις και αδιαστάτως διαιρουμέναις». Η λογική κατεργασία του Μυστηρίου της Άγιας Τριάδος είναι αδύνατη. Ξεύρουμε γι' αυτό ,ότι μας έχει αποκαλυφθεί. Και αυτό προσπαθούμε να αξιοποιήσουμε με το στοχασμό μας, τον αδύναμο και ασθενικό. Χρειάζεται μια ειδική μέθοδος για να προσεγγίσουμε αυτό το Μυστήριο. Και αυτή είναι η μετάνοια, δηλ. η αλλαγή του νου μας πού πρέπει από ανθρωποκεντρικός να γίνει θεανθρώπινος ακολουθώντας στα ίχνη του Κυρίου μας.




Μαρτυρίες Από την Π.Δ.



__________Ο,τι γνωρίζουμε για την Άγια Τριάδα προέρχεται από την αποκάλυψη του Θεού. Ήδη στην Π. Διαθήκη έχουμε τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την πολλαπλότητα του Θεού. Στη Γένεση ακόμη, η δημιουργία του ανθρώπου εκφράζεται ως βούληση περισσοτέρων προσώπων: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν». Δεν είναι τώρα μόνος ο Θεός δημιουργός πού «είπε και εγενήθησαν» όλα τα της κτιστής πλάσεως. Τον άνθρωπο τον δημιουργούν αυτοί πού χρησιμοποιούν πληθυντικό αριθμό, πού δεν είναι βέβαια πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας, άλλα της οντολογικής πραγματικότητας. Ούτε είναι χωρίς σημασία το ότι στα εβραϊκά το όνομα του Θεού είναι Ελωχίμ, διατυπωμένο σε πληθυντικό αριθμό. Τον ίδιο πληθυντικό χρησιμοποιεί η Γραφή και για την σύγχυση των γλωσσών στην Βαβέλ: «Δεύτε καταβάντες συγχέωμεν τας γλώσσας αυτών». Και όταν ο Αβραάμ συναντά στην δρυν του Μαβρή τους τρεις άνδρες, τους προσφωνεί σαν να ήσαν ένας. «Και προσέδραμεν εις συνάντησιν επί την γην, και είπε, ει άρα εύρον χάριν εναντίον σον...» (Γέν. 18, 3).


 
Από την Κ.Δ.



Η σχέση μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος



__________Αν όμως η βεβαιότητα μας για τα τρία πρόσωπα της θεότητας είναι απόλυτη και ακλόνητη, δεν συμβαίνει το ίδιο για τη σχέση πού υπάρχει ανάμεσα τους. Από ενωρίς εμφανίσθηκαν στον ιστορικό ορίζοντα της Εκκλησίας αιρετικοί πού αμφισβήτησαν την διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά και διετύπωσαν άλλες δόξες διαφορετικές, πράγμα πού ανάγκασε την Εκκλησία να συστηματοποιήσει την περί Τριάδος διδασκαλία της και να την διατυπώσει με σαφήνεια και καθαρότητα. Έτσι πιστεύουμε, μαζί με την Άγια Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ότι ο Θεός είναι τρία μεν πρόσωπα ή τρεις υποστάσεις, άλλ' ότι αυτό δεν σημαίνει πώς είναι τρεις θεοί χωριστοί, ανεξάρτητοι και αυτόνομοι, ούτε ότι έχουν τρεις ουσίες, τρεις θελήσεις και τρεις ενέργειες. Τα πρόσωπα της Άγιας Τριάδος είναι μεν χωριστά αλλά ταυτόχρονα είναι και ενωμένα μεταξύ τους. Δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο, έχουν μία δύναμη, μία ουσία, μία ενέργεια, μία θέληση, έχουν κοινωνία μεταξύ τους, πού είναι πρότυπο για τη δική μας κοινωνία, έχουν χωριστή οντότητα το καθένα και παρά ταύτα ενότητα και κοινότητα.

Προσέξατε αυτές τις αλήθειες στην Κ. Διαθήκη. Ο Κύριος έχει συνείδηση ότι είναι κάτι ξεχωριστό από τον Πατέρα του. Ήλθε στον κόσμο «εν τω ονόματι τον Πατρός», με σκοπό να «ποιήσει το θέλημα του Πατρός», να φανερώσει «το όνομα Του τοις ανθρώποις». Επί δε τού Σταυρού παραδίδει στα χέρια τού Πατέρα την ψυχή του. Και -όμως ο ίδιος Κύριος λέγει: «Εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» και «πάντα -όσα έχει ο πατήρ εμά εστί». Και θέλω όλοι να είναι ένα «καθώς και ημείς εν εσμέν». Τα χάνει κανείς απ' αυτή την εκ πρώτης όψεως αντινομία. Πώς είναι δυνατόν δύο οντολογικά ξεχωριστά πρόσωπα να είναι ταυτόχρονα και ενωμένα εις ένα; Με την ίδια σαφήνεια διαστέλλει ο Χριστός τον εαυτό του και από τον Παράκλητο, δηλ. το Άγιον Πνεύμα στον κόσμο, όταν ο ίδιος αναχωρήσει από τον κόσμον και όταν έλθει ο Παράκλητος αυτός θα οδηγήσει τους ανθρώπους στην αλήθεια.



Αυτά όμως πού στο χώρο της Π. Διαθήκης είναι απλές προτυπώσεις, σκιές και εικονίσματα, γίνονται στο χώρο της Κ. Διαθήκης σαφείς καταγραφές και εμφανίσεις, πού βεβαιώνουν όχι απλώς τη συλλογικότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, αλλά και την τριαδικότητά των, ειδικά. Θα μνημονεύσωμε εδώ τα πιο χαρακτηριστικά χωρία πού πιστοποιούν την τριαδικότητά των προσώπων.



Στη Βάπτιση τού Κυρίου ακούεται η φωνή τού Πατέρα πού μαρτυρεί την υιότητα τού Χριστού: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός». Και το Πνεύμα σαν περιστέρι εμφανίζεται κι αυτό. Στη Θεία Μεταμόρφωση έχουμε εκ νέου την εμφάνιση τού Θεού Πατέρα πού μιλάει για τον Υιό Του, όπως και στη Βάπτιση. Και στο τέλος της επίγειας ζωής του ο ίδιος ο Κύριος στέλλει τους Μαθητές Του να ευαγγελίσουν τον κόσμο «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα» όσα εκείνος τους εδίδαξε. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη σαφή τούτη μαρτυρία περί των τριών προσώπων της θεότητος; Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επιμαρτυρεί ότι «τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ» και ο Απ. Παύλος ευλογεί τους χριστιανούς τριαδολογικά: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη τού Θεού και Πατρός και η κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος ει η μετά πάντων υμών».

Αλλά και πάλι αυτός ο Παράκλητος δεν θα μπορεί αφ' εαυτού του να λέγει τίποτε, «ου λαλήσει αφ' εαυτού» και «εκ τού εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν».



Τα τρία πρόσωπα της Άγιας Τριάδος είναι μεν τρία, αλλά δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν το καθένα για τον εαυτό του, έχουν ενότητα ζωής, θελήματος, ενέργειας. Και μια ιδιαίτερη σχέση συνδέει μεταξύ των τα τρία αυτά πρόσωπα. Έτσι, ο Πατήρ είναι αγέννητος, ο ίδιος γεννά όμως τον Υιόν αχρόνως. Ο Υιός γεννάται εκ τού Πατρός και το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα διά τού Υιού. Και τα τρία πρόσωπα έχουν την θεότητα σε όλη της την έκταση. Γι' αυτό ομολογούμε στο «Σύμβολο της Πίστεως» ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, δηλ. ίσος, είναι Θεός όπως είναι ο Πατέρας. Το ίδιο είπαν οι Πατέρες και για το Άγιον Πνεύμα. Επομένως, με το να είναι πρόσωπα ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα σημαίνεται η ξεχωριστή υπαρκτική οντότητα τού καθενός και με το να είναι ομοούσια τα πρόσωπα αυτά σημαίνεται η ενότητα των. Δεν υπάρχει παρόμοιο πρότυπο αλλού. Όταν π.χ. έχουμε εμπρός μας τον Νίκο, τον Γιάννη και τον Αντώνη, και οι τρεις τους είναι της ίδιας ουσίας, δηλ. άνθρωποι, αλλά έχουν ξεχωριστή θέληση, ξεχωριστή σκέψη, ξεχωριστή ενέργεια. Είναι τρεις άνδρες και όχι ένας. Στην περίπτωση όμως των τριών προσώπων της Αγ. Τριάδος δεν συμβαίνει το ίδιο. Εκεί υπάρχουν τρία πρόσωπα, αλλά με μια ουσία και θέληση και ενέργεια. Κανείς από τους τρεις δεν ενεργεί ποτέ χωριστά, χωρίς τους άλλους δύο. Δεν είναι τρεις θεοί, αλλά ένας. Στη ζωή αυτή ένας πατέρας και ένας γυιός έχουν διαφορά στην ηλικία. Ο πατέρας είναι μεγαλύτερος στην ηλικία από το γυιό του. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Θεό Πατέρα και το Χριστό. Για το Χριστό πιστεύουμε ότι «δεν υπήρξε χρόνος πού δεν υφίστατο». Το ίδιο ισχύει και για το Άγιον Πνεύμα. Και τα τρία πρόσωπα είναι το καθένα πλήρης και τέλειος Θεός. Κανείς δεν έχει περισσότερη θεότητα ή λιγότερη θεότητα από τον άλλο. Αυτή είναι η πρόκληση τού παραδόξου, για την οποία μιλάει ο θεολόγος Γρηγόριος. Στο θέμα αυτό η λογική υποχωρεί, γι' αυτό μιλάμε για το Μυστήριο. Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Οι απόπειρες πού έκαναν οι Πατέρες διά της Εκκλησίας δεν ήταν να ερμηνεύσουν, αλλά να διατυπώσουν απλώς την αλήθεια τού τριαδικού δόγματος. Και έμει-ναν μέχρις εκεί.







Ο Θεός ως Πατέρας





__________Ο Θεός στον οποίο πιστεύω είναι ένας, όχι πολλοί. Ο Χριστιανισμός ανήκει στις μονοθεϊστικές θρησκείες. Η τριαδικότητα τού Θεού δεν θίγει την μονοθεΐα. Γιατί στην Αγία Τριάδα έχουμε τρία μεν πρόσωπα και υποστάσεις, αλλά ένα Θεόν. Ο Θεός αυτός είναι και Πατήρ. Αυτό σημαίνει ότι έχει μαζί μας κι έχουμε μαζί του συγγένεια. Είμαστε παιδιά Του, όχι φυσικά, αλλά κατά χάριν, δηλ. εξ υιοθεσίας. Ο Πατέρας μας Θεός λόγω αυτής του της ιδιότητος μάς προστατεύει, μάς συντηρεί, ενδιαφέρεται για μάς, ζούμε κάτω από το στοργικό βλέμμα Του, μάς κατευθύνει η αγαθή πρόνοιά Του. Δεν είναι ξένος ή απόμακρος. Είναι κοντά μας προστατευτικά. Ως Πατέρας ο Θεός αποκαλύπτεται και ως αγάπη και ως προστασία και ως ειρήνη. Η αίσθηση πού έχουμε οι άνθρωποι είναι ότι δεν είμαστε ξεχασμένοι πάνω στη γη, ότι έχουμε ισχυρή προστασία, ότι η κοινωνία μας με τον ουράνιο Πατέρα μας είναι πηγή δυνάμεως, ελπίδας, χαράς.





1 Ιαν 2011

                                             Ο Αγιος Βασίλειος

Ο Άγιος Βασίλειος γεννήθηκε το 329μ.Χ. στην Νεοκαισάρεια της Καππαδοκίας. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του Βασιλείου και της Εμμελείας. Εκτός από τον Άγιο Βασίλειο, τα αδέρφια του Γρηγόριος και Πέτρος καθώς και η αδερφή του Μακρίνα ανακηρύχθηκαν επίσης Άγιοι από την Εκκλησία μας.


Ο Άγιος μεγάλωσε σε μια βαθειά θρησκευόμενη οικογένεια. Διδάχθηκε και αγάπησε τον Χριστό από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα γράμματα του τα δίδαξε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν δάσκαλος. Τις σπουδές του συνέχισε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και τελικά στην Αθήνα. Στην Αθήνα σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Στις σπουδές του αυτές αφιέρωσε τεσσεράμισι χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους ανέπτυξαν, οι δύο μαζί, ιεραποστολική δράση διοργανώνοντας χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα, και ίδρυσαν τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.


Μετά το τέλος των σπουδών του, ο Άγιος Βασίλειος επέστρεψε στην Καισάρεια και άρχισε να εξασκεί το επάγγελμα του διδασκάλου ρητορικής και του δικανικού ρήτορος, κάτι ανάλογο του σημερινού δικηγορικού επαγγέλματος. Και τα δύο επαγγέλματα τα άσκησε με μεγάλη ευσυνειδησία και επιτυχία, πράγμα που τον έκανε γνωστό σε όλη την περιοχή. Μετά από παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας και αφού βαπτίσθηκε, εγκατέλειψε την επαγγελματική του καριέρα και αφιέρωσε τον χρόνο του στην Άσκηση και την μελέτη χριστιανικών βιβλίων. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε σε ένα κτήμα που διατηρούσε η οικογένεια του στον Πόντο. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του.


Θέλοντας ο Άγιος να εντρυφήσει στην χριστιανική πίστη, αποφάσισε να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς και να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Για τον λόγο αυτό, ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους, στον Ιορδάνη, στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει το υπόλοιπο του βίου του ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανόνισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Η φήμη του Αγίου Βασιλείου σιγά σιγά εξαπλώθηκε σε όλη την Καππαδοκία. Ο Μητροπολίτης της Καισάρειας Ευσέβιος κάνοντας πράξη την Θεία Βούληση αλλά και την βούληση των χριστιανών της περιοχής χειροτόνησε τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370μ.Χ., και σε ηλικία 41 ετών, διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος τον Ευσέβιο μετά τον θάνατο του τελευταίου.


Ο Άγιος Βασίλειος υπήρξε υποδειγματικός Επίσκοπος. Ως άριστος ποιμένας, βοηθούσε κάθε πεινασμένο, άρρωστο και αδικημένο με όσες δυνάμεις διέθετε. Υπήρξε πάντα υπερασπιστής, οδηγός και βοηθός του ποιμνίου του. Υπάρχουν εκατοντάδες διηγήσεις περιστατικών που δείχνουν την δράση αυτή του Αγίου. Μεταξύ όσων έκανε για τους χριστιανούς της Καισάρειας, είναι η ίδρυση του φιλανθρωπικού ιδρύματος «Βασιλειάδα». Στο ίδρυμα λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Είναι αξιοθαύμαστο πως εκείνη την εποχή, μιλάμε για τον 4ο αιώνα μ.Χ. ο Άγιος Βασίλειος εμπνεύστηκε, ίδρυσε και λειτούργησε ένα ίδρυμα που και στις μέρες μας θα αποτελούσε πρότυπο.

Στην πολύπλευρη δράση του Αγίου συμπεριλαμβάνεται και ο «πόλεμος» που διεξήγαγε εναντίων της αιρέσεως του Αρειανισμού. Στον πόλεμο αυτό δεν δίστασε να αντιταχθεί πολλές φορές με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Όπλα του ήταν η πίστη και η προσευχή. Με τους λόγους, τα κηρύγματα αλλά και την πένα του μετέδιδε την αγάπη του για τον Χριστό. Έγραψε πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, επιστολές και ομιλίες. Μέχρι τις τελευταίες στιγμές τις ζωής του αγωνίστηκε για τον Χριστιανισμό και την ευημερία του ποιμνίου του. Παρέδωσε το πνεύμα του στον Δημιουργό, την 1η Ιανουαρίου του 379μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Την μνήμη του Αγίου Βασιλείου εορτάζουμε την 1η Ιανουαρίου.

Πηγή: matia.gr
__________________