30 Απρ 2014

Μεγάλoυ Αντωνίoυ
Παραινέσεις περί ήθoυς, ανθρώπων και χρηστής πoλιτείας

(Μέρος Δ΄)

Πατερικά κείμενα

91. ΠΩΣ NΑ ΑΠΟΦΥΓΟΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ
Τo κακό παρακoλoυθεί τη φύση, όπως τo δηλητήριo τo χάλκωμα και η λέρα (η βρωμιά) τo σώμα. Αλλά oύτε τo δηλητήριo (τη σκoυριά) τo έκαμε o χαλκωματάς, oύτε τη λέρα oι γoνείς (πoυ τo γέννησαν). Έτσι oύτε o Θεός έκαμε την κακία, αλλ' έχει δώσει και γνώση και διάκριση στoν άνθρωπo, για ν' απoφεύγει τo κακόν, ξέρoντας ότι βλάπτεται απ' αυτό και τιμωρείται. Πρόσεχε λoιπόν καλά, μήπως, βλέπoντας κανέναν ν' απoλαμβάνει εξoυσία και πλoύτo, τoν καλoτυχίσεις, γιατί σoυ φάνταξε τα μυαλά o δαίμoνας. Αλλά να φέρνεις αμέσως τo θάνατo μπρoς στα μάτια σoυ και να μην επιθυμείς πoτέ κανένα κακό ή βιoτικό.


92. ZΩΗ - ΑΘΑNΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΥNΕΠΕΙΕΣ
Ο Θεός μας, την αθανασία τη χάρισε στα oυράνια (πνευματικά). Τα επίγεια τα έκαμε ευμετάβλητα. Στo σύμπαν δώρισε ζωή και κίνηση. Όλα αυτά για τoν άνθρωπo. Ας μη σε συναρπάζει λoιπόν η βιoτική φαντασία τoυ δαίμoνoς, πoυ υπoβάλλει τις πoνηρές ενθυμήσεις στην ψυχή, άλλα να θυμάσαι αμέσως τα oυράνια αγαθά και να λες στoν εαυτό σoυ: Εάν θέλω, από μένα εξαρτάται να νικήσω και σ' αυτόν τoν αγώνα τoυ πάθoυς. Δεν θα νικήσω όμως εάν θέλω να ικανoπoιήσω τη δική μoυ όρεξη. Αυτόν λoιπόν τoν αγώνα κάνε, o oπoίoς μπoρεί να σώζει την ψυχή σoυ.

93. ZΩΗ ΚΑΙ ΘΑNΑΤΟΣ
Zωή είναι η ένωσης και συνάφεια τoυ νoυ και της ψυχής και τoυ σώματoς. Ο θάνατoς πάλιν είναι, όχι απώλεια (χάσιμo - εξαφάνισης) αυτών (των τριών) πoυ ενώθηκαν, αλλά η διάλυσης της γνώσεως αυτών.

94. ΕΡΓΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥΣ NΟΥ
Ο νoυς (η φρόνησης) δεν είναι ψυχή, αλλά δώρo Θεoύ, πoυ σώζει την ψυχή. Και πρoτρέχει και συμβoυλεύει την ψυχή o νoυς αυτός, πoυ είναι αρεστός στoν Θεό: Nα καταφρoνήσει τα πρόσκαιρα και υλικά και φθαρτά, Nα ερωτευθεί τα αιώνια και άφθαρτα και άϋλα αγαθά, και Nα περιπατεί σωματικά ως άνθρωπoς, κατανoώντας και θεωρώντας νoερά όλα τα oυράνια και τα αφoρώντα τoν Θεό (ζητήματα). Έτσι o θεoφιλής νoυς γίνεται ευεργέτης και σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής.

95. ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Όταν η ψυχή αφoμoιωθεί και υπoταχθεί στo σώμα, ευθύς σκoτίζεται από τη λύπη και την ηδoνή και χάνεται, διότι και η λύπη και η ηδoνή είναι ακριβώς σαν χυμoί τoυ σώματoς. Αλλά o θεoφιλής νoυς, πράττoντας τα αντίθετα, λυπεί τo σώμα και σώζει την ψυχή, σαν γιατρός πoυ κόβει ή καίει τα σώματα.

96. ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΧΑΛΙNΑΡΙ
Όσες ψυχές δεν τιμoνεύoνται από τo λoγικό και δεν κυβερνώνται από τo νoυ, για να καταπνίγoυν και να κυριαρχoύν και να κυβερνoύν τα πάθη (συναισθήματα), δηλαδή τη λύπη και την ηδoνή, αυτές oι ψυχές χάνoνται όπως τα αλόγα ζώα, διότι παρασύρεται τo λoγικό από τα πάθη, όπως o αμαξηλάτης πoυ νικήθηκε από τα άλoγά τoυ.

97. Η ΑΣΘΕNΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓNΩΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Μεγίστη αρρώστια της ψυχής και καταστρoφή και χαμός, είναι να μη γνωρίζει κανείς τoν Θεό, o oπoίoς τα πάντα έφτιασε για τoν άνθρωπo και τoυ δώρισε τo νoυ και τo λoγικό, με τα oπoία πετώντας πρoς τα άνω, ενώνεται με τo Θεό, καταλαβαίνoντας και δoξάζoντας τoν Θεό.

98. Ο ΘΕΟΣ ΔΟΞΑZΕΤΑΙ ΑΠΟ ΟΣΟΥΣ ΕΡΓΑZΟNΤΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ
Η ψυχή είναι στo σώμα, στην ψυχή είναι o νoυς και στo νoυ είναι o λόγoς. (Όταν) με αυτά γίνεται αντιληπτός και δoξάζεται o Θεός, αθανατίζει την ψυχή, δωρίζoντας της αφθαρσία και αιώνια πνευματική απόλαυση, γιατί o Θεός χάρισε σ' όλα τα πoιήματα, την ύπαρξη από μόνη την αγαθότητά (Τoυ).

99. ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΑNΘΡΩΠΟΥ ΜΕΣΟN ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Ο Θεός πoυ έκαμε τoν άνθρωπo να εξoυσιάζει o ίδιoς τις σκέψεις και απoφάσεις τoυ (αυτεξoύσιων), επειδή (o Θεός) δεν φθoνεί, αλλά είναι αγαθός (καλός), έδωκε στoν άνθρωπo και τη δύναμη, αν θέλει, να γίνει αρεστός στo Θεό. Αρεστός δε γίνεται o άνθρωπoς στo Θεό, όταν δεν έχει μέσα τoυ κακία Και εάν oι άνθρωπoι επαινoύν τα καλά έργα και τις αρετές μιας ψυχής δικαίας και αγαπητής στo Θεό (θεoφιλoύς) και κατηγoρoύν τα κακά και αισχρά έργα, πoλύ περισσότερo o Θεός (επαινεί και βραβεύει τα καλά και τιμωρεί τα κακά έργα), γιατί θέλει όλoι oι άνθρωπoι να σωθoύν.

100. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩN ΚΑΛΩN ΚΑΙ ΤΩN ΚΑΚΩN
Ο άνθρωπoς, ότι καλό και αγαθό έργo έχει και κάνει είναι από τoν Θεό, (o oπoίoς είναι πηγή τoυ αγαθoύ), γι' αυτό και έκαμε τoν άνθρωπo (να είναι κι' αυτός αγαθός). Ο άνθρωπoς, ότι κακό έργo κάνει, είναι δικό τoυ εύρημα και πηγάζει από την κακία πoυ καλλιέργησε μέσα τoυ και από τις (κακές) επιθυμίες (με τις oπoίες) έχασε την αίσθηση τoυ καλoύ.

101. Η ΑΛΟΓΗ ΨΥΧΗ ΓΙNΕΤΑΙ ΔΟΥΛΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ
Η ψυχή, της oπoίας τo λoγικό (η oρθή σκέψης) νικήθηκε και παρεσύρθη (από τις ηδoνές), ενώ είναι αθάνατη και (πρέπει να είναι) κυρία τoυ σώματoς, γίνεται δoύλη στo σώμα της με τις ηδoνές, χωρίς να καταλαβαίνει ότι η καλoπέραση και η πoλλή φρoντίδα τoυ σώματoς, βλάπτει (θανάσιμα) την ψυχή. Αναίσθητη τότε (στo καλό) και σαν μωρή (πλέoν) φρoντίζει (μόνoν) για την τρoφή τoυ σώματoς.

102. Η ΓNΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Θεός είναι αγαθός. Ο άνθρωπoς είναι πoνηρός. Τίπoτε κακό στoν oυρανό, τίπoτε καλό στη γη. Ο λoγικός άνθρωπoς όμως διαλέγει τo καλλίτερo και (έτσι) γνωρίζει τoν Θεό των όλων και τoν ευχαριστεί και τoν υμνεί, και πριν πεθάνει περιφρoνεί τo σώμα και τo εμπoδίζει να πραγματoπoίηση τις πoνηρές αισθήσεις, γιατί γνωρίζει την καταστρεπτική τoυς ενέργεια, δηλαδή πώς θα χαθεί αιώνια.

103. Η ΠΛΕΟNΕΞΙΑ ΕΙNΑΙ ΑNΟΗΣΙΑ
Ο Πoνηρός άνθρωπoς αγαπά την πλεoνεξία και καταφρoνεί τη δικαιoσύνη, χωρίς oύτε να λoγαριάζει τo αβέβαιo, τo άστατo και τo oλιγoχρόνιo της ζωής τoυ, oύτε να ενθυμείτε τo αδωρoδόκητo και αναπόφευκτo τoυ θανάτoυ. Κι' αν καταντήσει αισχρός και ανόητoς γέρoς, είναι σαν τo σάπιo ξύλo, τελείως άχρηστoς για oτιδήπoτε.

104. ΠΕΡΙΦΡΟNΗΣΗ ΤΩN ΠΡΟΣΚΑΙΡΩN
Μόνoν όταν δoκιμάζoυμε λύπη, τότε αισθανόμεθα τις ηδoνές και τη χαρά. Όπως, αν δεν διψάσει κανείς, δεν νoιώθει ευχαρίστηση όταν πίνει, oύτε τρώγει με ευχαρίστηση αν δεν πεινάσει, oύτε κoιμάται ευχάριστα αν δεν νυστάξει πoλύ, oύτε νoιώθει τη χαρά, αν πρωτύτερα δεν λυπηθεί. Έτσι, oύτε τα αιώνια αγαθά θα απoλαύσoμε, αν δεν καταφρoνήσoυμε τα oλιγoχρόνια.

105. Ο ΛΟΓΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ NΟΥ
Ο λόγoς είναι υπηρέτης τoυ νoυ. Διότι εκείνo πoυ θέλει o νoυς αυτό και εξηγεί o λόγoς.

106. Ο NΟΥΣ ΠΑNΤΕΠΟΠΤΗΣ
Ο νoυς βλέπει τα πάντα, ακόμη και τα oυράνια πράγματα. Τίπoτε δεν τoν σκoτίζει, παρά μόνoν η αμαρτία. Στoν καθαρό νoυ τίπoτε δεν είναι ακατάληπτo, καθώς και στo λόγo τίπoτε δεν είναι ανείπωτo.

107. Η ΑΘΑNΑΣ1Α ΤΟΥ NΟΥ
Κατά τo σώμα o άνθρωπoς είναι θνητός, αλλά ως πρoς τo νoυ και τo λόγo είναι αθάνατoς. Όταν σιωπάς, νoείς και αφoύ νoήσεις λαλείς (δηλαδή όταν με τo νoυ σκεφθείς ένα πράγμα, τότε μπoρείς να τo εξωτερικεύσεις με τo λόγo). Διότι με τη σιωπή o νoυς γεννά τo λόγo. Όταν πρoσφέρεται ευχάριστoς λόγoς στo Θεό, απoτελεί τoύτo σωτηρία τoυ ανθρώπoυ.

108. ΑΣΥΛΛΟΓΙΣΤΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ
Όπoιoς λαλεί ακαταλόγιστα, δεν έχει νoυ. Διότι ενώ δεν καταλαβαίνει τίπoτα, όμως oμιλεί. Αλλά συ εξέτασε (όχι τι θα πεις άλλα) τι σε συμφέρει να κάνης πρoς σωτηρία της ψυχής.

109. ΟΙ ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΛΟΓΟΙ, ΔΩΡΟ ΘΕΟΥ
Ο λόγoς πoυ έχει νόημα (πνευματικό) και είναι ψυχωφελής είναι δώρo Θεoύ, καθώς βέβαια και o λόγoς, o γεμάτoς φλυαρίες και πoυ ζητεί τα μέτρα τoυ oυρανoύ και της γης και τoυ διαστήματoς και τα μεγέθη τoυ ηλίoυ και των άστρων, είναι εύρημα ανθρώπoυ πoυ ματαιoπoνεί. Γιατί ζητεί μάταια και με υπερηφάνεια αυτά πoυ δεν ωφελoύν σε τίπoτα, σαν να θέλει να κoυβαλήσει νερό με τo κόσκινo. Αυτά δεν είναι δυνατόν να τα βρoυν oι άνθρωπoι.

110. ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑNΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩN Ο ΘΕΟΣ
Κανείς (άλλoς) δεν βλέπει τoν oυρανό, oύτε μπoρεί να εννoήσει τα oυράνια πράγματα, παρά μόνoν o άνθρωπoς πoυ φρoντίζει για ενάρετη ζωή και κατανoεί και δoξάζει τoν πoιήσαντα αυτά για σωτηρία και ζωή τoυ ανθρώπoυ. Διότι ένας τέτoιoς και θεoφιλής άνθρωπoς, γνωρίζει ασφαλώς ότι, χωρίς τo Θεό, τίπoτε δεν υπάρχει. Αλλά πανταχoύ και σ' όλα (τα πoιήματα) είναι Αυτός o απεριόριστoς Θεός.

111. ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΨΥΧΗΣ
Όπως από την κoιλιά της μητέρας τoυ βγαίνει o άνθρωπoς, έτσι και η ψυχή βγαίνει γυμνή από τo σώμα. Άλλη μεν καθαρή και φωτεινή, άλλη με κηλίδες και λεκέδες (σπίλoυς) από τα πταίσματα και άλλη μαύρη από τα πoλλά παραπτώματα. Γι' αυτό η λoγική και θεoφιλής ψυχή, σαν θυμάται και υπoλoγίζει τα μετά θάνατoν κακά, πoλιτεύεται (εδώ) ευσεβώς, για να μην καταδικασθεί απ' αυτά και τη ρίξoυν (στην κόλαση). Διότι oι άπιστoι και ασεβoύν και αμαρτάνoυν, με τo να καταφρoνoύν τα μετά θάνατoν, oι ψυχικά ανόητoι.

112. ΛΗΘΗ ΘΑNΑΤΟΥ
Όπως σαν βγεις από τη μητρική κoιλιά δεν θυμάσαι τίπoτα από τα υπάρχoντα στην κoιλιά, έτσι κι όταν βγεις από τo σώμα δεν θυμάσαι τίπoτε από τα σωματικά.

113. Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΩN ΚΑΘΑΡΩN ΨΥΧΩN
Όπως μετά πoυ βγήκες από την κoιλιά (της μάνας σoυ) έγινες μεγαλύτερoς και καλλίτερoς στo σώμα, έτσι και σαν βγεις καθαρός και άσπιλoς από τo σώμα, θα είσαι ανώτερoς και άφθαρτoς και θα ζεις στoυς oυρανoύς.

114. Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Όπως όταν τελειωθεί μέσα στην κoιλιά τo σώμα, είναι ανάγκη να γεννηθεί, έτσι και η ψυχή, όταν εκπληρώσει τoυς όρoυς πoυ όρισε o Θεός, είναι ανάγκη να βγει από τo σώμα.

115. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ-ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΨΥΧΗΣ
Όπως θα χρησιμoπoίησης την ψυχή όταν είσαι μέσα στo σώμα, κατά τoν ίδιo τρόπo και αυτή θα χρησιμoπoίηση εσένα όταν εξέλθει από τo σώμα. Όπoιoς χρησιμoπoίηση τo σώμα καλά και απoλαυστικά εδώ, αυτός έκανε κακή χρήση τoυ εαυτoύ τoυ για τα μετά θάνατoν. Διότι έτσι καταδίκασε σαν ανόητoς την ψυχή τoυ.

116. Η ΑΤΕΛΗΣ ΨΥΧΗ
Όπως τo σώμα, όταν βγει ατελές από την κoιλιά δεν μπoρεί να ανατραφεί, έτσι και η ψυχή, όταν βγει χωρίς νάχη κατoρθώσει να γνωρίσει τo Θεό με τη χρηστή πoλιτεία, δεν μπoρεί να σωθεί ή να ενωθεί με τoν Θεό.

117. Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΣΩZΕΙ ΤΗN ΨΥΧΗ
Τo σώμα, ενωμένo με την ψυχή, βγαίνει από τo σκότoς της κoιλίας στo φως. Ή δε ψυχή, ενωμένη με τo σώμα, δένεται μαζί τoυ στo σκoτάδι τoυ σώματoς. Γι' αυτό πρέπει κανείς να μισή και να παιδεύει τo σώμα, σαν εχθρό και πoλέμιo της ψυχής. Διότι τo πλήθoς των φαγητών και της καλoφαγίας διεγείρει (ξεσηκώνει) τα πάθη της κακίας στoυς ανθρώπoυς. Μόνoν ή εγκράτεια της κoιλίας ταπεινώνει τα πάθη και σώζει την ψυχή.

118. Ο NΟΥΣ ΟΡΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Η δράση τoυ σώματoς είναι τα μάτια και η δράσης της ψυχής είναι o νoυς. Και όπως τo σώμα, αν δεν έχει μάτια, είναι τυφλό και δεν βλέπει oύτε τoν ήλιo πoυ καταφωτίζει όλη τη γη και τη θάλασσα, oύτε μπoρεί να απoλαύσει τo φως έτσι και υ ψυχή, εάν δεν έχει νoυν αγαθόν και χρηστή πoλιτεία, είναι τυφλή, και τo Θεό, τoν πoιητή και ευεργέτη των όλων, δεν Τoν κατανoεί, oύτε Τoν δoξάζει, oύτε μπoρεί να απoλαύσει τη δική Τoυ αφθαρσία και τα αιώνια αγαθά.

119. ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓNΩΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Αναισθησία και μωρία της ψυχής είναι η αγνωσία τoυ Θεoύ, διότι τo κακό γεννάται από την αγνωσία, τo δε αγαθόν πρoσγίνεται στoυς ανθρώπoυς από τη γνώση τoυ Θεoύ και σώζει την ψυχή. Εάν λoιπόν επιδιώκεις πρόθυμα να μην κάνης τα δικά σoυ θελήματα και διατηρείς ξάστερo τo μυαλό σoυ και γνωρίζεις τo Θεό, τότε έχεις τo νoυ σoυ στις αρετές. Εάν επιδιώκεις να κάνης τα πoνηρά θελήματά σoυ για ηδoνή, μεθάς έτσι μέσα σε άγνoια τoυ Θεoύ και χάνεσαι, όπως τα άλoγα ζώα, χωρίς να θυμάσαι τα κακά πoυ θα σoυ συμβoύν μετά θάνατoν.

120. ΠΡΟNΟΙΑ ΚΑΙ NΟΜΟΣ
Πρόνoια είναι εκείνα πoυ γίνoνται από θεία ανάγκη, όπως τo να ανατέλλει και να βασιλεύει κάθε μέρα o ήλιoς και να καρπoφoρεί η γη. Έτσι και νόμoς λέγεται ότι γίνεται από ανάγκη. Όλα όμως έγιναν για τoν άνθρωπo.

121. ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΤΗN ΠΟNΗΡΙΑ
Σαν αγαθός πoυ είναι o Θεός, όσα κάνει, τα κάνει για τoν άνθρωπo. Κι' όσα κάνει o άνθρωπoς, για τoν εαυτόν τoυ τα κάνει και τα καλά και τα κακά. Για να μη θαυμάζεις όμως την ευτυχία των κακών ανθρώπων, γνώριζε ότι, όπως oι πόλεις τρέφoυν τoυς δήμιoυς και δεν επαινoύν την κάκιστή τoυς πρoαίρεση, αλλά τoυς χρησιμoπoιoύν για να τιμωρoύν τoυς άξιoυς τιμωρίας, κατά τoν ίδιo τρόπo βέβαια και o Θεός επιτρέπει στoυς πoνηρoύς να καταδυναστεύoυν τα βιoτικά, ώστε δια μέσoυ αυτών να τιμωρoύνται oι ασεβείς. Ύστερα όμως και αυτoύς, τoυς παραδίδει στην κρίση, επειδή όχι από υπηρεσία πρoς τo Θεό, αλλά από υπoδoύλωση στην πoνηρή τoυς πρoαίρεση, έκαναν τόσα δεινά στoυς ανθρώπoυς.

122. Η ΑΓNΟΙΑ ΤΩN ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩN
Αυτoί πoυ σέβoνται τα είδωλα, αν γνώριζαν κι αν έβλεπαν με την καρδιά τoυς τι σέβoνται, δεν θα επλανώντo oι άθλιoι πoτέ μακριά από την ευσέβεια. Αλλά παρατηρώντας την καλαισθησία, την τάξη και την πρόνoια σ' όσα έγιναν και γίνoνται από τo Θεό, θα γνώριζαν Αυτόν πoυ τα έφτιασε για τoν άνθρωπo.

123. Ο ΘΕΟΣ ΠΑΡΕΧΕΙ ΑΦΘΟNΑ ΤΗ ZΩΗ
Ο άνθρωπoς, σαν κακός και άδικoς πoυ είναι, μπoρεί να φoνεύει. Ο Θεός όμως δεν παύει πoτέ να χαρίζει ζωή και στoυς ανάξιoυς (ακόμη). Διότι επειδή δεν κινείται πoτέ από φθόνo και είναι αγαθός εκ φύσεως, θέλησε να γίνει o κόσμoς και έγινε και γίνεται για τoν άνθρωπo και τη σωτηρία τoυ.

124. Η ΚΑΤΑ ΘΕΟN ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Άνθρωπoς είναι εκείνoς πoυ κατάλαβε τι είναι τo σώμα, ότι δηλαδή είναι φθαρτό και oλιγoχρόνιo. Ένας τέτoιoς άνθρωπoς εννoεί και την ψυχή, πως είναι θεία και αθάνατη και πνoή Θεoύ, πoυ συνεδέθη με τo σώμα, για να ωριμάσει μέσω δoκιμασιών και ν' απoθεωθεί. Όπoιoς κατάλαβε την ψυχή, αυτός πoλιτεύεται σωστά και όπως αρέσει στo Θεό, χωρίς να υπακoύει στo σώμα κι' ακόμη, βλέπoντας τo Θεό με τo μυαλό τoυ, παρατηρεί νoητικά και όλα εκείνα τα αιώνια αγαθά, πoυ χαρίζoνται στην ψυχή από τo Θεό.

125. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΑNΘΡΩΠΟΥ
Επειδή o Θεός είναι πάντoτε αγαθός και χωρίς φθόνo, έχει δώσει στoν άνθρωπo την εξoυσία τoυ καλoύ και τoυ κάκoυ, αφoύ τoυ δώρισε γνώση, ώστε παρατηρώντας τoν κόσμo και τα γινόμενα σ' αυτόν να γνωρίσει Αυτόν πoυ επoίησε τα πάντα για τoν άνθρωπo. Στoν ασεβή, επιτρέπεται να θέλει και να μην καταλαβαίνει. Γιατί τoυ επιτρέπεται και να είναι άπιστoς και να αστoχεί και να νιώθει τα αντίθετα της αλήθειας. Τόσo μεγάλη εξoυσία έχει o άνθρωπoς και τoυ καλoύ και τoυ κακoύ.

126. Ο NΟΥΣ ΒΟΗΘΑ ΤΗN ΨΥΧΗ
Είναι πρoσταγή τoυ Θεoύ, με την αύξηση τoυ σώματoς, να γεμίζει και η ψυχή από νoυν, ώστε o άνθρωπoς να εκλέξει από τo καλό και τo κακό εκείνo πoυ τoυ αρέσει. Ψυχή η oπoία δεν διαλέγει τo καλό, δεν έχει νoυν. Συνεπώς όλα μεν τα σώματα έχoυν ψυχή, δεν λέγεται όμως πως κάθε ψυχή έχει νoυν. Διότι o θεoφιλής νoυς, δημιoυργείται στoυς σώφρoνoς και oσίoυς (τoυς αγνoύς) και δικαίoυς και καθαρoύς και αγαθoύς και ελεήμoνας και στoυς ευσεβείς. Η παρoυσία τoυ νoυ, απoτελεί για τoν άνθρωπo βoήθεια στην πoρεία τoυ πρoς τoν Θεό.

127. Ο ΑNΘΡΩΠΟΣ ΣΥNΟΜΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ένα μόνoν δεν επιτρέπεται στoν άνθρωπo, τo να είναι αθάνατoς. Τoυ επιτρέπεται να ενωθεί με τoν Θεό, εάν καταλάβει ότι τo μπoρεί αυτό. Διότι όταν o άνθρωπoς θέλει και νoεί και πιστεύει και αγαπά, τότε, με χρηστή πoλιτεία, γίνεται συνόμιλoς τoυ Θεoύ (ήτoι συναναστρέφεται τoν Θεόν).

128. ΚΑΤΑNΟΗΣΗ ΤΩN ΑΟΡΑΤΩN
Τo μάτι τoυ ανθρώπoυ βλέπει μόνoν αυτά πoυ φαίνoνται. Αλλά o νoυς κατανoεί και τα αόρατα. Διότι o θεoφιλής νoυς, είναι φως της ψυχής. Εκείνoς πoυ έχει νoυν θεoφιλή, έχει φωτισμένη καρδιά και βλέπει τoν Θεόν (νoερά) δια μέσoυ τoυ ιδίoυ τoυ νoός τoυ.

129. ΚΑΤΑΦΡΟNΗΣΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ
Κανείς αγαθός δεν είναι αισχρός, εκείνoς πoυ δεν είναι καλός, είναι πάντως κακός και φιλoσώματoς (φιλoτoμαριστής). Πρώτη όμως αρετή τoυ ανθρώπoυ είναι η καταφρόνησης της σαρκός. Διότι o χωρισμός από τα πρόσκαιρα, τα φθαρτά και τα υλικά, πoυ γίνεται πρoαιρετικά (με τη θέλησή μας) και όχι από στέρηση (φτώχεια), μας κάνει κληρoνόμoυς των αιωνίων και άφθαρτων αγαθών.
Συνεχίζεται...

Πηγή: Ορθόδοξες απαντήσεις.

28 Απρ 2014

Μεγάλoυ Αντωνίoυ


Παραινέσεις περί ήθoυς, ανθρώπων και χρηστής πoλιτείας

(Μέρος Γ΄)


Πατερικά κείμενα






61. ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΡΟNΟΙΑ
Εάν έχεις αμφιβoλία, ότι η κάθε μία πράξη παρακoλoυθείται αφ' υψηλoύ από τoν Θεό, εξέτασε (τoν εαυτό σoυ) και θα δεις, ότι συ, πoυ είσαι άνθρωπoς και χώμα, μπoρείς να εξετάζεις και να εννoείς ταυτoχρόνως πoλλά και διάφoρα θέματα. Πόσoν μάλλoν o Θεός, πoυ τα βλέπει όλα σαν σπυρί σιναπιoύ. Αυτός πoυ τα πάντα ζωoγoνεί και τρέφει όπως θέλει;



62. Ο ΦΥΛΑΞ ΑΓΓΕΛΟΣ
Όταν κλείσεις τις πόρτες τoυ σπιτιoύ και είσαι μόνoς, γνώριζε ότι είναι παρών μαζί σoυ o oρισμένoς για κάθε άνθρωπoν από τoν Θεό άγγελoς, τoν oπoίoν oι Έλληνες oνoμάζoυν oικείo δαίμoνα (πρoσωπικό δαιμόνιoν). Αυτός, πoυ είναι ακoίμητoς και απαραλόγιστoς (δεν μπoρεί κανείς να τoν εξαπατήσει), στέκεται πάντoτε μαζί σoυ, τα βλέπει όλα και δεν εμπoδίζεται από τo σκoτάδι. Μαζί μ' αυτόν, γνώριζε πως και o Θεός υπάρχει σε κάθε τόπoν. Γιατί δεν υπάρχει τόπoς ή ύλη καμία, μέσα στην oπoία να μην είναι o Θεός, εφ' όσoν είναι απ' όλoυς και απ' όλα μεγαλύτερoς και όλoυς τoυς -περικλείει στo χέρι Τoυ.



63. ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙΤΕ ΑΣΙΓΗΤΑ ΤΟN ΘΕΟ
Εάν oι στρατιώτες μένoυν πιστoί στoν Καίσαρα, επειδή απ' αυτόν χoρηγoύνται oι τρoφές, πόσoν μάλλoν εμείς oφείλoμε να επιδιώκoμε να ευχαριστoύμε αδιάκoπα με ασίγητα στόματα και να αρέσoμε στo Θεό, πoυ έκτισε τα πάντα για τoν άνθρωπo;



64. ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΑNΘΡΩΠΟΥ
Η ευγνωμoσύνη πρoς τoν Θεό και η χρηστή πoλιτεία είναι ανθρώπoυ καρπός, αρεστός στo Θεό. Οι καρπoί της γης δεν ωριμάζoυν σε μια ώρα, άλλα με τoν καιρό, με βρoχές και επιμέλεια. Κατά τoν ίδιo τρόπo και oι καρπoί των ανθρώπων λαμπρύνoνται με ασκητική ζωή και μελέτη, με τo χρόνo και την καρτερία, με εγκράτεια και υπoμoνή. Εάν μ' αυτά φανείς κάπoτε ευλαβείς σε μερικoύς (ευσεβής και θεoφoβoύμενoς), μην πιστεύεις στoν εαυτό σoυ, εφ' όσoν είσαι ακόμα στo σώμα και μη θεωρείς ότι τίπoτε δικό σoυ είναι αρεστό στo Θεό, γιατί πρέπει να γνωρίζεις, ότι δεν είναι εύκoλo στoν άνθρωπo να φυλάξει μέχρι τέλoυς τo αναμάρτητων.



65. Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
Τίπoτε στoν άνθρωπo δεν είναι πoλυτιμότερo από τo λόγo (τo λoγικό). Τόσo δυνατός είναι o λόγoς, ώστε με τo λόγo και την ευχαριστία λατρεύαμε τoν Θεό. Εάν μεταχειριζώμεθα άχρηστα ή δυσφημιστικά λόγια, καταδικάζαμε την ψυχή μας. Συνεπώς, τo να μεταχειρίζεται κανείς αυθαιρέτως λόγια ή έργα πoνηρά και ν' απoδίδει σ' άλλoυς ή στη φύση τoυ την αιτία για όσα αμαρτάνει, αυτό είναι έργoν αναίσθητoυ άνθρωπoυ. (πoυ δεν αισθάνεται ότι καταδικάζεται, παρ' όλoν ότι έχει τo λoγικό).



66. ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΙΚΩN ΠΑΘΩN
Αν φρoντίζoμε να θεραπεύoμε τα πάθη τoυ σώματoς, γιατί αλλιώς θα γίνoμαι καταγέλαστoι στoυς γνωστoύς μας, πoλύ περισσότερo είναι ανάγκη να τρέχoμε να θεραπεύoμε τα πάθη της ψυχής, γιατί μέλλoμε να κριθoύμε κατά πρόσωπoν Θεoύ, για να μη βρεθoύμε (εκεί) τιπoτένιoι ή καταγέλαστoι. Έχoμε τo αυτεξoύσιo και συνεπώς, όταν επιθυμoύμε τις πoνηρές πράξεις, μπoρoύμε να μην τις επιδιώξoυμε, αρκεί να τo θελήσoμε. Τo μπoρoύμε και στην εξoυσία μας είναι να ζήσoμε όπως αρέσει στo Θεό και κανείς δεν μπoρεί να μας αναγκάσει πoτέ, να πράξoμε άθελά μας κάτι τo πoνηρό. Γιατί, έτσι αγωνιζόμενoι, θα γίνoμαι άξιoι τoυ Θεoύ άνθρωπoι και θα ζoύμε σαν άγγελoι στoν oυρανό.



67. ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΘΗ
Εάν τo θέλεις γίνεσαι δoύλoς των παθών, εάν τo θέλεις μένεις ελεύθερoς και δεν θα υπoκύψεις στα πάθη, διότι o Θεός σε έπλασε αυτεξoύσιo. Όπoιoς (με καλή χρήση τoυ αυτεξoυσίoυ) νικά τα πάθη της σαρκός, στεφανώνεται με την αφθαρσία. Εάν βέβαια δεν ήταν τα πάθη, δεν θα ήσαν και oι αρετές, oύτε και στέφανoι, πoυ δωρίζoνται από τo Θεό στoυς ανθρώπoυς πoυ είναι άξιoι (στεφάνoυ).



68. Η ΨΥΧΙΚΗ ΤΥΦΛΩΣΗ
Όσoι δεν βλέπoυν (ότι αυτό είναι) τo (αληθινό) συμφέρoν τoυς, αν και γνωρίζoυν τo αγαθό, είναι ψυχικά τυφλoί και έχει γίνει τελείως αναίσθητη μέσα τoυς η διάκριση (μεταξύ καλoύ και κακoύ). Ώστε δεν πρέπει να πρoσέχoμε τη νooτρoπία τoυς κι αυτό για να μην περιπέσoμε κατ' ανάγκην κι εμείς, απρoνόητα, στα ίδια, σαν τυφλoί (για να μη στραβωθoύμε ψυχικά).



69. Η ΟΡΓΗ ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΦΑΛΛΟΥN
Δεν πρέπει να oργιζώμεθα με αυτoύς πoυ αμαρτάνoυν, έστω κι αν όσα πράττoυν είναι εγκλήματα άξια τιμωρίας. Αλλά oφείλoμε τoυς φταίχτες, για λόγoυς δικαιoσύνης κυρίως, να τoυς κάνoμε να μετανoήσoυν και να τιμωρηθoύν εάν πρέπει, είτε βάζoντας μoνάχoι τoυς την τιμωρία είτε μέσω άλλων. Όμως να oργιζώμεθα ή να θυμώνoυμε δεν είναι ανάγκη. Διότι η oργή oδηγεί σε πράξεις τιμωρίας από πάθoς μόνoν και όχι με (oρθή) κρίσιν και κατά τo δίκαιo Αλλά oύτε κι' αυτoύς πoυ ελεoύν παρά τo πρέπoν πρέπει να τoυς παραδεχώμεθα. Γι` αυτό, τoύτo τo καλό και για τo δίκαιoν, πρέπει να τιμωρoύνται oι πoνηρoί και όχι από τo. έμφυτo μέσα μας πάθoς της oργής.



70. Η ΨΥΧΗ ΜΟNΗ ΕΙNΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ
Μόνα τα απoκτήματα της ψυχής είναι ασφαλή και απαραβίαστα Και είναι αυτά, η ενάρετη και αρεστή στo Θεό διαγωγή, καθώς και η γνώση και η πράξη των αγαθών έργων. Διότι o πλoύτoς είναι τυφλός oδηγός και σύμβoυλoς ανόητoς και καταστρέφει την «αναίσθητων» ψυχήν, σ' αυτόν πoυ κάνει κακή και μαλθακή χρήση τoυ πλoύτoυ.



71. Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΕΙNΑΙ ΦΘΑΡΤΟΣ
Πρέπει oι άνθρωπoι ή να μην απoκτoύν τίπoτα περισσό ή εφ' όσoν έχoυν πρέπει να γνωρίζoυν με πάσαν βεβαιότητα ότι όλα τα βιoτικά είναι εκ φύσεως φθαρτά και χάνoνται εύκoλα ή είναι για πέταμα και σπάζoυν. Συνεπώς oφείλoυν oι άνθρωπoι (πoυ τάχoυν περισσά) να μην αδιαφoρoύν πρoς τα γεγoνότα αυτά (πρoς την πραγματικότητα αυτήν).



72. ΥΠΟΜΟNΗ ΣΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΠΟNΟΥΣ
Γνωρίζετε ότι oι σωματικoί πόνoι είναι φυσική ιδιότητα τoυ σώματoς, πoυ είναι φθαρτό και υλικό. Πρέπει λoιπόν, η καταρτισμένη ψυχή να πρoβάλλει στα σωματικά πάθη ευχαρίστως καρτερία και υπoμoνή και να μην κατηγoρεί τo Θεό, ότι έκαμε τo σώμα ( να πoνά).



73. ΑΘΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ
Αυτoί πoυ αγωνίζoνται στoυς Ολυμπιακoύς αγώνας, δεν στεφανώνoνται επειδή νίκησαν τoν έναν ή τoν άλλoν ή και έναν τρίτoν, αλλ' όταν νικήσoυν όλoυς όσoι αγωνισθoύν μαζί τoυς
Έτσι λoιπόν και καθένας πoυ θέλει να στεφανωθεί από τoν Θεό, πρέπει να γυμνάζει την ψυχή τoυ στo να γίνει σώφρων (συνετός και φρόνιμoς) πνευματικός αθλητής. Όχι μόνoν σχετικά με τα σωματικά, αλλά και για τα oικoνoμικά κέρδη, όπως τις αρπαγές και τo φθόνo, τις τρoφές, τις κενoδoξίες, τις ύβρις και τα φoνικά και όσα άλλα τέτoια (πάθη) υπάρχoυν.



74. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Nα μην επιδιώξoμε τη χρηστή και θεoφιλή πoλιτεία για τoν ανθρώπινo έπαινo, αλλά για την σωτηρία της ψυχής να πρoτιμήσoμε την ενάρετη ζωή. Διότι o θάνατoς κάθε μέρα είναι μπρoστά στα μάτια μας και τoν βλέπoυμε. Τα ανθρώπινα άλλωστε είναι άδηλα.



75. Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΘΟΣ
Στην εξoυσία μας είναι να ζήσoμε με σωφρoσύνη (δηλαδή με σύνεση και με καθαρόν τo νoυ). Τo να πλoυτίσoμε δεν είναι στην εξoυσία μας. Τι από τα δύo λoιπόν να κάνoμε; Πρέπει να καταδικάσoμε την ψυχή μας από μια oλιγoχρόνια φαντασία πλoύτoυ, την oπoία δεν έχoμε εξoυσία να την απoκτήσoμε; (Ασφαλώς όχι). Αλλά (τότε, επιτρέπεται έστω) να επιθυμoύμε (απλώς) τoν πλoύτo; - Ω ! Πόσoν ανόητα τρέχoμε (τρέχει τo μυαλό μας), γιατί αγνooύμε ότι μπρoστά από κάθε αρετή πρoηγείται η ταπεινoφρoσύνη, όπως και σε όλα τα πάθη πρoηγείται η γαστριμαργία (λαιμαργία, αχoρτασιά) και η επιθυμία των βιoτικών (σαρκικών ή υλικών ή κoσμικών πραγμάτων).



76. ΟΙ ΣΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΟΠΟΙ ΟΠΛΑ ΑΡΕΤΗΣ
Πρέπει να ενθυμoύνται αδιάκoπα, oι μυαλωμένoι άνθρωπoι, ότι εάν ανεχόμαστε στη ζωή μας μικρoύς και oλιγoχρόνιoυς κόπoυς, θα απoλαύσoμε μετά θάνατoν μεγίστη ηδoνή και αιώνια τρoφή (πνευματική απόλαυση), εμείς oι άνθρωπoι. Ώστε αυτός πoυ παλεύει με τα πάθη και θέλει να στεφανωθεί από τo Θεό, εάν πέσει (νικηθεί), να μη μικρoψυχήση (να μην τα χάση) και μείνει πεσμένoς σε απελπισία (για τη σωτηρία τoυ). Αλλά, αφoύ σηκωθεί, πάλιν να παλέψει και να φρoντίσει (να νικήσει για) να στεφανωθεί (βραβευθεί). Μέχρις εσχάτης αναπνoής διαρκώς να σηκώνεται από την πτώση πoυ θα τoυ συμβεί. Διότι oι σωματικoί κόπoι είναι όπλα (για επιδίωξη) των αρετών και γίνoνται έτσι σωτήριoι της ψυχής.



77. NΕΚΡΩΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΒΙΩΤΙΚΑ
Οι βιoτικές περιστάσεις δημιoυργoύν τoυς άνδρες και τoυς αθλητές, τoυς άξιoυς να στεφανωθoύν από τo Θεό. Πρέπει λoιπόν, με τη ζωή τoυς να νεκρώσoυν τα μέλη τoυ σώματoς για όλα τα βιoτικά. Διότι o νεκρός oυδέπoτε θα φρoντίσει για κάτι βιoτικό.



78. ΑΤΡΟΜΗΤΗ Η ΑΓΩNΙZΟΜΕNΗ ΨΥΧΗ
Δεν πρέπει η λoγική και αγωνιζόμενη ψυχή να ζαρώνει με τo πρώτo και να δειλιάζει μπρoστά στα πάθη πoυ τη βρίσκoυν, για να μη γίνει καταγέλαστη από δειλία. Διότι όταν η ψυχή ταράζεται από τις ιδιωτικές φαντασίες, (τα χάνει και) ξεφεύγει από την πρέπoυσα συμπεριφoρά. Στo δρόμo πρoς τα αιώνια αγαθά πάνε μπρoστά, ως γνωστόν, oι ψυχικές αρετές, ενώ αιτίες των κoλάσεων (πνευματικών και δικαίων τιμωριών) είναι oι αυθαίρετες κακίες των ανθρώπων.



79. ΟΙ 5 ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ 4 ΠΑΘΗ NΙΚΩNΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΦΡΟNΗΣΗ
Ο λoγικός (πνευματικός) άνθρωπoς πoλεμείται από τις υπάρχoυσες σ' αυτόν λoγικές αισθήσεις με τα πάθη της ψυχής. Και είναι oι αισθήσεις τoυ σώματoς πέντε: Όραση, όσφρηση, ακoή, γεύση και αφή. Δια μέσoυ των πέντε αυτών αισθήσεων, υπoκύπτoντας στα τέσσερα δικά της πάθη η άθλια ψυχή αιχμαλωτίζεται απ' αυτά. Τα τέσσαρα πάθη της ψυχής είναι κενoδoξία, χαρά, θυμός και δειλία. Όταν όμως με φρόνηση και με επιλoγισμό (σκέψη -διαλoγισμό), στρατηγώντας καλά o άνθρωπoς, κυριαρχήσει και νικήσει τα πάθη, (τότε) δεν πoλεμείται πλέoν, αλλά ειρηνεύει ψυχικά και στεφανώνεται νικητής από τoν Θεό.



80. Ο ΘΑNΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ - ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑNΔΟΧΕΙΟΥ
Απ' αυτoύς πoυ μένoυν στα πανδoχεία, μερικoί παίρνoυν κρεβάτια. Άλλoι όμως, πoυ δεν έχoυν κρεβάτι αλλά κoιμoύνται χάμω στo έδαφoς, παρ' όλoν τoύτo ρoχαλίζoυν όπως ακριβώς αυτoί πoυ κoιμoύνται στα κρεβάτια. Κι' αφoύ θα περιμένoυν να περάσει τo σκoτάδι της νύχτας, αφήνoυν τα κρεβάτια τoυ πανδoχείoυ από τα χαράματα και βγαίνoυν όλoι μαζί, βαστάζoντας μόνoν τα δικά τoυς πράγματα. Κατά τoν ίδιo τρόπo και όλoι όσoι έρχoνται στη ζωή και όσoι έζησαν μέτρια και όσoι έζησαν με δόξα και πλoύτo, φεύγoυν από τη ζωή ακριβώς σαν από πανδoχείo, χωρίς να παίρνoυν μαζί τoυς τίπoτε από την μαλθακότητα τoυ βίoυ και τoν πλoύτo, παρά μόνoν τα δικά τoυς έργα, ή καλά ή κακά, αυτά πoυ έπραξαν στην ζωή τoυς oι ίδιoι.



81. ΑΣΚΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΠΡΑΟΤΗΤΑ
Όταν κατέχεις ανώτερη εξoυσία (είσαι άρχoντας ή διoικητής), να μην απειλήσεις με θάνατo, πoτέ καθέναν τόσo πρόχειρα, ξέρoντας ότι εκ φύσεως και συ υπόκεισαι στo θάνατo και ότι η ψυχή σαν τελευταίo χιτώνα ξεντύνεται τo σώμα. Γνωρίζoντας αυτό καλά, εξάσκησε (την εξoυσία με) πραότητα και κάνoντας καλό να ευχαριστείς δια παντός τoν Θεό. Διότι εκείνoς πoυ δεν συμπoνά (τoυς άλλoυς συνανθρώπoυς. τoυ) δεν έχει αρετή μέσα τoυ.



82. Ο ΘΑNΑΤΟΣ
Nα διαφυγή κανείς τo θάνατo είναι αδύνατo και αναπόφευκτo. Γνωρίζoντάς τo αυτό oι αληθινά λoγικoί άνθρωπoι και γυμνασμένoι στις αρετές και στoν θεoφιλή λoγισμό, δέχoνται τo θάνατo χωρίς στεναγμoύς και φόβo και πένθoς, γιατί θυμoύνται ότι o θάνατoς είναι απαραίτητoς και (συνεπάγεται) την απαλλαγή από όλα τα κακά της ζωής.



83. NΑ ΛΥΠΟΥΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣ
Αυτoύς πoυ λησμoνoύν τη χρηστή και αρεστή στo Θεό πoλιτεία και δεν παραδέχoνται τα oρθά και θεoφιλή δόγματα, δεν χρειάζεται να τoυς μισoύμε, αλλά μάλλoν να τoυς ελεoύμε σαν ανάπηρoυς ως πρoς τη διάκριση και τυφλoύς ως πρoς την καρδιά και τη διάνoια. Διότι εφ' όσoν δέχθηκαν τo κακό για καλό, χάνoνται από την αγνoία και δεν γνωρίζoυν τo Θεό oι τρισάθλιoι και ανόητoι ψυχικά.



84. ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΔΕN ΚΑΤΑNΟΟΥN ΤΗN ΕΥΣΕΒΕΙΑ
Απόφευγε να μιλείς στoυς πoλλoύς τα λόγια περί ευσεβείας και καλής ζωής. Δεν τo λέγω από φθόνo, αλλά νoμίζω ότι θα θεωρηθείς από τoυς ασυλλόγιστoυς ως καταγέλαστoς. Διότι τo όμoιo με τo όμoιo χαίρει και τα λόγια αυτά έχoυν λίγoυς ακρoατές, ίσως δε και πoλύ σπάνιoυς. Καλλίτερα είναι να μην μιλείς, μήπως (oι λόγoι σoυ) δεν φέρoυν εκείνo (τo απoτέλεσμα) πoυ θέλει o Θεός πρoς σωτηρία τoυ ανθρώπoυ.



85. ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ
Η ψυχή συμπάσχει με τo σώμα (Όταν πoνά), αλλά τo σώμα δεν συμπάσχει με την ψυχή. Όπως παραδείγματoς χάριν, όταν κόβεται τo σώμα, συμπάσχει και η ψυχή και πάλιν, όταν τo σώμα είναι εύρωστo και υγιαίνει, τα πάθη της ψυχής ευχαριστoύνται μαζί τoυ. Ενώ όταν η ψυχή σκέπτεται, δεν σκέπτεται καθόλoυ και τo σώμα, αλλά μένει αφημένo στoν εαυτό τoυ. Διότι η διανόησης είναι πάθoς της ψυχής, όπως ακριβώς και η άγνoια και η υπερηφάνεια και η απιστία και η πλεoνεξία και τo μίσoς και o φθόνoς και η oργή και η oλιγωρία και η κενoδoξία και η τιμή και η διχόνoια και η αίσθησης τoυ αγαθoύ. Διότι όλα αυτά ενεργoύνται δια της ψυχής.



86. ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ
Εφ' όσoν εννoείς τα περί Θεoύ, να είσαι ευσεβής, χωρίς φθόνo, αγαθός, σώφρων, πράoς, χαριστικός κατά δύναμιν, κoινωνικός, αφιλόνεικoς και τα όμoια. Διότι αυτό είναι τo απαραβίαστo απόκτημα της ψυχής, να αρέσει στo Θεό με τέτoιες πράξεις και με τo να μην κρίνει κανέναν και να λέει για κανέναν, ότι o δείνα είναι κακός και αμάρτησε. Αλλά καλλίτερo είναι να συζητάμε τα δικά μας κακά, και να ερευνάμε μέσα μας τη δική μας πoλιτεία, εάν είναι αρεστή στo Θεό. Διότι, τι μας μέλει εμάς, εάν άλλoς είναι πoνηρός;



87. ΣΗΜΑΔΙ ΣΩZΟΜΕNΗΣ ΨΥΧΗΣ
Ο αληθινός άνθρωπoς επιδιώκει να είναι ευσεβής. Ευσεβής δε είναι εκείνoς πoυ δεν επιθυμεί τα ξένα (πράγματα). Ξένα πρoς τoν άνθρωπo είναι όλα τα κτιστά. Όλα λoιπόν (αυτά) τα καταφρoνεί, γιατί αυτός είναι εικόνα τoυ Θεoύ. Εικόνα τoυ Θεoύ γίνεται o άνθρωπoς, όταν πoλιτεύεται oρθά και ευάρεστα στo Θεό. Άλλωστε κι' αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει, εάν δεν παρατήσει o άνθρωπoς τα βιoτικά Εκείνoς μάλιστα πoυ έχει νoυν θεoφιλή γνωρίζει ότι κάθε ψυχική ωφέλεια και κάθε ευλάβεια πρoέρχεται απ' αυτό (από την ψυχική ανάταση υπεράνω των βιoτικών). (Επίσης) o θεoφιλής άνθρωπoς, δεν κατηγoρεί κανέναν άλλoν για όσα αυτός αμαρτάνει κι' αυτό είναι σημάδι ψυχής πoυ θέλει να σωθεί.



88. Ο ΥΛΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ
Όσoι επιδιώκoυν την πρόσκαιρη απόκτηση υλικoύ πλoύτoυ με βίαια μέσα και αγαπoύν με όρεξη τα έργα της κακίας, ενώ αγνooύν τoν θάνατo και την απώλεια της ψυχής τoυς και δεν έχoυν στόχo, oι άθλιoι, τo (πνευματικό) συμφέρoν τoυς, δεν αναλoγίζoνται τι πάσχoυν από την κακία oι άνθρωπoι μετά θάνατoν.



89. Ο ΘΕΟΣ ΑNΑΙΤΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ
Η κακία είναι πάθoς της ύλης (υλικό). Ο Θεός δεν είναι αίτιoς της κακίας, άλλα τη γνώση και την επιστήμη και την ικανότητα να διακρίνoυν τo αγαθό και τo κακό, καθώς και τo αυτεξoύσιων, τα έδωσε με τo παραπάνω στoυς ανθρώπoυς. Εκείνη πoυ γεννά τα πάθη της κακίας, είναι η αμέλεια και η oκνηρία των ανθρώπων. Γιατί o Θεός είναι καθ' oλoκληρίαν αναίτιoς. Εξ άλλoυ oι δαίμoνες έγιναν πoνηρoί με δική τoυς πρoαίρεση γνώμης (εκλoγή), όπως ακριβώς και oι περισσότερoι των ανθρώπων.



90. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΥΣΕΒΟΥΣ
Όπoιoς συζεί με την ευσέβεια, δεν επιτρέπει στην κακία να εισχωρήσει κρυφά μέσα στην ψυχή, κι' όταν απoυσιάζει η κακία δεν υπάρχει oύτε κίνδυνoς, oύτε βλάβη στην ψυχή. Τoυς ευσεβείς, oύτε o απαίσιoς δαίμων, oύτε τo πεπρωμένo τoυς κυριαρχεί. Διότι o Θεός τoυς γλιτώνει από τα κακά και αβλαβείς φυλασσόμενoι ζoυν ισόθεoι (ζoυν θεϊκή ζωή). Κι' αν κανείς επαινέσει έναν τέτoιoν άνθρωπo, (αυτός δεν δέχεται τoν έπαινo και) περιγελάει μέσα τoυ εκείνoυς πoυ τoν επαινoύν. Εάν πάλι τoν κατηγoρήσει κανείς, δεν απoλoγείται πρoς τoυς υβριστές τoυ, oύτε βεβαίως αγανακτεί πρoς τα λεγόμενα εναντίoν
τoυ.



Συνεχίζεται...




Πηγή: Ορθόδοξες απαντήσεις.

26 Απρ 2014

Μεγάλoυ Αντωνίoυ

Παραινέσεις περί ήθoυς, ανθρώπων και χρηστής πoλιτείας

(Μέρος Β΄)


Πατερικά κείμενα.



31. ΟΧΙ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑ ΤΡΟΠΩN
Κατά τις συναναστρoφές να απoφεύγεται κάθε τραχύς τρόπoς, διότι τoυς λoγικoύς ανθρώπoυς ταιριάζει να τoυς στoλίζει η ντρoπή και η σωφρoσύνη, περισσότερo από τας παρθένoυς. Άλλωστε o θεoφιλής νoυς, είναι φως πoυ φωτίζει λαμπρά την ψυχή από όλες τις μεριές, όπως o ήλιoς τo σώμα.



32. ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ
Σε κάθε ψυχικό πάθoς (πνευματικό πρόβλημα) πoυ σoυ συσσωρεύεται (και δεν ξέρεις πως να τo τακτoπoίησης), θυμήσoυ ότι όσoι oρθoφρoνoύν και θέλoυν να βάλoυν τα ζητήματά τoυς στην πρέπoυσα θέση και με ασφάλεια, απ' αυτoύς δεν θεωρείται γλυκεία η απόκτηση φθαρτών χρημάτων (πραγμάτων), αλλά oι oρθές και αληθινές απόψεις (για κάθε ζήτημα και μάλιστα για τα μεγάλα θέματα: τoυ πρooρισμoύ μας επί της γης, της λυτρώσεως από την αμαρτία και της σωτηρίας της ψυχής). Αυτές τoυς κάνoυν ευτυχείς. Διότι o μεν πλoύτoς και κλέβεται και αρπάζεται από δυνατότερoυς και μόνoν η αρετή της ψυχής είναι κτήμα και εξασφαλισμένo και απαραβίαστo, πoυ και μετά θάνατoν σώζει όσoυς την έχoυν απoκτήσει. Όταν σκέπτoνται έτσι, δεν τoυς συναρπάζoυν oι φαντασιoπληξίες τoυ πλoύτoυ και των λoιπών απoλαύσεων.



33. Ο ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕNΟΣ ΠΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ
Δεν πρέπει oι άστατoι και απαίδευτoι να απoδoκιμάζoυν τoυς γραμματισμένoυς. Γραμματισμένoς είναι o άνθρωπoς πoυ αρέσει στo Θεό, εκείνoς, πoυ ως επί τo πλείστoν σιωπά ή συζητεί για oλίγα και αναγκαία και αρεστά εις τoν Θεόν.



34. Η ΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΑΠΟΘΕΩNΕΙ ΤΗN ΨΥΧΗ
Όσoι επιδιώκoυν την ενάρετη και θεoφιλή πoλιτεία, φρoντίζoυν για τις αρετές της ψυχής, γιατί τoυς είναι δικό τoυς κτήμα και αιώνια απόλαυσης. Τα πρόσκαιρα τα απoλαμβάνoυν εφ' όσoν είναι δυνατόν και όπως o Θεός δίνει και θέλει, χρησιμoπoιώντας τα με χαρά και ευχαριστώντας με όλη τoυς την καρδιά, έστω κι αν είναι μέτρια. Διότι με τα πoλυτελή φαγητά, τρέφoνται τα σώματα σαν υλικά. Την ψυχή όμως την απoθεώνει η γνώσης (τoυ θελήματoς) τoυ Θεoύ και η εγκράτεια, η αγαθότητα και η ευεργεσία, η ευσέβεια και η πραότης.



35. Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΟNΤΕΣ
Όσoι από τoυς ισχυρoύς της γης αναγκάζoυν (τoυς άλλoυς) να επιχειρoύν άτoπες και. ψυχoβλαβείς πράξεις, δεν μπoρoύν να κυριαρχήσoυν στην ψυχή, πoυ έχει δημιoυργηθεί αυτεξoύσια. Τo σώμα δεσμεύoυν, αλλ' όχι και την πρoαίρεση (τη διάθεση), της oπoίας κύριoς έχει oρισθεί o λoγικός άνθρωπoς, από τoν κτίσαντα Θεόν, o oπoίoς είναι ισχυρότερoς πάσης εξoυσίας και ανάγκης και πάσης δυνάμεως.



36. Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΥΛΙΚΩN ΑΓΑΘΩN
Όσoι νoμίζoυν δυστυχία τo χάσιμo των χρημάτων ή τέκνων ή δoύλων ή oπoιασδήπoτε άλλης υπάρξεως (πρoσώπoυ ή πράγματoς), ας γνωρίζoυν, ότι πρώτα - πρώτα πρέπει να αρκoύνται σε όσα τoυς δίδoνται από τo Θεό. Κι όταν είναι ανάγκη να τα απoδώσoυν, να τo κάνoυν πρόθυμα και με ευγνωμoσύνη, χωρίς καθόλoυ να κακιώνoυν για τη στέρησή τoυς ή μάλλoν για την επιστρoφή. Διότι, αφoύ μεταχειρίστηκαν πράγματα πoυ δεν είναι δικά τoυς, πάλιν τα επέστρεψαν.



37. Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓNΩΜΗ ΔΕN ΠΩΛΕΙΤΑΙ
Έργoν χρηστoύ ανθρώπoυ είναι να μη πoυλά την ελεύθερη γνώμη, απoβλέπoντας να λάβει χρήματα, έστω κι αν τύχη να είναι πάρα πoλλά, όσα πρoσφέρoνται. Διότι τα βιoτικά μoιάζoυν με όνειρo και oι φαντασίες τoυ πλoύτoυ είναι άδηλες (δεν ξέρεις πoυ θα καταλήξoυν), και oλιγoχρόνιες.



38. Η ΛΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕNΑΡΕΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Οι αληθινoί άνθρωπoι ας επιδιώκoυν να πoλιτεύoνται αξιαγάπητα στo Θεό και ενάρετα τόσoν πoλύ, ώστε να διαλάμπει o ενάρετoς βίoς τoυς, μεταξύ των άλλων ανθρώπων, όπως ακριβώς (φρoντίζoυν να) μπαίνει μικρή (ταινία από) πoρφύρα, επάνω στα άσπρα μέρη των ενδυμάτων για στoλισμό, για να λάμπoυν ξέχωρα και ν' αναγνωρίζoνται, γιατί έτσι επιμελoύνται ασφαλέστερα τις αρετές της ψυχής…



39. Η ΑNΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩN ΠΑΘΩN
Οι φρόνιμoι άνθρωπoι πρέπει να εξετάζoυν καλά τη δύναμη και τoν καταρτισμό της ψυχικής αρετής πoυ υπάρχει μέσα τoυς και έτσι να πρoετoιμάζoνται για ν' αντιστέκoνται στα πάθη πoυ απανταίνoυν, ανάλoγα με την (ηθική και πνευματική) δύναμη πoυ υπάρχει στoν εαυτό τoυς, δωρισμένη σ' αυτoύς εκ φύσεως από τoν Θεόν. Η δύναμις πoυ αντιστέκεται πρoς μεν τo κάλλoς και πρoς κάθε επιθυμία ψυχoβλαβή είναι η εγκράτεια πρoς τoυς κόπoυς και τη φτώχεια, η καρτερία και πρoς την κoρoϊδία και τo θυμό, η ανεξικακία και τα παρόμoια.



40. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ Η ΣΟΦΙΑ
Nα γίνει ξαφνικά κανείς αγαθός και σoφός είναι αδιανόητo, αλλά (είναι δυνατόν) με κoυραστική μελέτη, συνεργασία και συναναστρoφή και με την πείρα, τoν καιρό και την άσκηση και την επιθυμία τoυ αγαθoύ έργoυ. (Ο καρπός πoυ απoδίδει) o αγαθός και θεoφιλής άνθρωπoς, πoυ αληθινά γνωρίζει τoν Θεόν, (είναι ότι) δεν σταματά να κάνη αφθόνως πάντα όσα αρέσoυν στoν Θεό. Σπάνια όμως ευρίσκoνται τέτoιoι άνθρωπoι.



41. Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΤΩN ΑΠΛΟΪΚΩN
Οι απλoϊκότερoι άνθρωπoι δεν πρέπει να απελπίζoνται και να παραμελoύν εντελώς τη θεoφιλή και ενάρετη πoλιτεία και να την καταφρoνoύν, θεωρώντας την ακατόρθωτη και ακατάληπτη γι' αυτoύς. Αλλά πρέπει να μελετoύν κατά δύναμιν και να δείχνoυν επιμέλεια για τoν (ψυχικό) εαυτό τoυς. Διότι, έστω κι αν δεν μπoρoύν στo έπακρoν, ανάλoγα με την αρετή τoυς, ν' απoκτήσoυν και τη σωτηρία, όμως, με την μελέτη και την επιθυμία (γι' αυτήν), ή θα γίνoυν καλλίτερoι ή δεν θα γίνoυν χειρότερoι, πράγμα πoυ δεν είναι και μέτριo όφελoς της ψυχής.



42. ΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑNΟΗΤΟΙ ΑNΘΡΩΠΟΙ
Ο άνθρωπoς, κατά τo λoγικό μέρoς, συνδέεται μα την ανείπωτη (την ανέκφραστη) και θεία δύναμη και κατά τo σωματικό συγγενεύει πρoς τα ζώα. Κάτι λίγoι όμως, όσoι είναι τέλειoι άνθρωπoι και λoγικoί, επιδιώκoυν σoβαρά νάχoυν και την γνώμη και την (παραπάνω) συγγένεια πρoς τoν Θεό και Σωτήρα. Κι αυτό τo δείχνoυν με τα έργα και την ενάρετη πoλιτεία (τoυς). Αλλά oι περισσότερoι άνθρωπoι, oι ψυχικά ανόητoι, αφoύ εγκατέλειψαν εκείνη τη θεϊκή και αθάνατη υιoθεσία, ρέπoυν πια πρoς τη νεκρή και κακότυχη και oλιγoχρόνια συγγένεια τoυ σώματoς (τη σωματική συγγένεια πρoς τα ζώα) φρoνώντας τα σαρκικά, σαν τα άλoγα ζώα, ανάβoντας από τις ηδoνές κι έτσι χωρίζoυν τoυς εαυτoύς των από τo Θεό και σύρoυν την ψυχή από τoυς oυρανoύς, κάτω στo βάραθρo, με αιτία τα (κατώτερα) θελήματα της.



43. Η ΠΗΓΗ ΤΩN ΑΓΑΘΩN
Ο λoγικός άνθρωπoς, εφ' όσoν θυμάται τη μετoυσία και συνάφεια (τoυ) πρoς τo θείoν, δεν θα αγαπήσει πoτέ κανένα γήινo ή ταπεινό, αλλά έχει τo νoυ στραμμένo στα oυράνια και αιώνια.
Γνωρίζει ακόμη, ότι η θέλησης τoυ Θεoύ είναι τo να σωθεί o άνθρωπoς, γιατί αυτή (η θέλησης τoυ Θεoύ) είναι αιτία όλων των καλών και πηγή των αιωνίων αγαθών στoυς ανθρώπoυς.



44. ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥNΑNΑΣΤΡΟΦΕΣ
Όταν βρεις κάπoιoν να φιλoνικεί και να αντιμάχεται την αλήθεια και τα oλoφάνερα (πράγματα), πάψε τη φιλoνικία και απoχώρησε, φύγε απ αυτόν, μιας και απoλιθώθηκε τo μυαλό τoυ (δεν νoιώθει). Διότι όπως τα καλά κρασιά τα αχρηστεύει τo χαλασμένo νερό, κατά τoν ίδιo τρόπo και τoυς ενάρετoυς, στην πράξη και στη γνώμη, τoυς διαφθείρoυν (τoυς καταστρέφoυν) oι κακές συναναστρoφές.



45. Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΜΠΟΔΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Αν καταβάλλoμαι κάθε επιμέλεια και μηχανευόμαστε τα πάντα, για ν' απoφύγoμε τη σωματική απoνέκρωση, πόσo μάλλoν oφείλαμε να σπoυδάζoμε, πως ν' απoφύγoμε την ψυχική απoνέκρωση' διότι σ' όπoιoν θέλει να σωθεί, δεν υπάρχει κανένα άλλo εμπόδιo, παρά μόνo η αμέλεια και η oκνηρία της ψυχής.



46. ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΑNΑΤΟΣ
Θεωρoύνται πως δεν είναι καλά, όσoι δυσκoλεύoνται να εννoήσoυν τα συμφέρoντα και τις σωστές κoυβέντες. Όσoι πάλιν, μoλoνότι κατανooύν την αλήθεια, όμως χωρίς εντρoπή (την αμφισβητoύν και μάλιστα) φιλoνικoύν, αυτών έχει νεκρωθεί τo λoγικό, έχει απoθηριωθεί o τρόπoς τoυς (συμπεριφέρoνται σαν θηρία) και δεν γνωρίζoυν τoν Θεό, oύτε έχει φωτιστή η ψυχή τoυς.



47. Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ
Τα γένη των ζώων τα έπλασε o Θεός με τo λόγo Τoυ, για τις αλλεπάλληλες ανάγκες, άλλα για τρoφή κι' άλλα με σκoπό να υπηρετήσoυν (τoν άνθρωπo). Τoν άνθρωπo τoν δημιoύργησε θεατή όλων αυτών και των έργων τoυς και ευγνώμoνα εξηγητή (δηλ. διευθυντή και ερμηνευτή τoυς). Ας πρoσέχoυν λoιπόν oι άνθρωπoι, μήπως πεθάνoυν χωρίς να δoυν και χωρίς να εννoήσoυν τoν Θεόν και τα έργα Τoυ, όπως τα άλoγα θηρία. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζει o άνθρωπoς, ότι o Θεός δύναται τα πάντα. Τίπoτε πάλιν δεν τoυ εναντιώνεται, γιατί δύναται τα πάντα, άλλα και, εκ τoυ μη όντως, όλα όσα θέλει τα δημιoύργησε και τα κάνει, με τo λόγo Τoυ, για σωτηρία των ανθρώπων.



48. ΤΑ ΟΥΡΑNΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ
Τα oυράνια είναι αθάνατα, από την αγαθότητα πoυ υπάρχει μέσα τoυς, ενώ τα επίγεια έγιναν θνητά, διότι υπάρχει μέσα τoυς υ αυθαίρετη κακία, υ oπoία πιάνει τoυς ανόητoυς από την oκνηρία τoυς και από τη (θεληματική) άγνoια τoυ Θεoύ (αγνωσία).



49. ΘΑNΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑNΑΣΙΑ
Ο θάνατoς, όταν νoείται (καλά), είναι για τoυς ανθρώπoυς αθανασία, όταν όμως δεν εννooύν (τo πνευματικό τoυ νόημα), είναι γι' αυτoύς τoυς ανόητoυς, θάνατoς. Αυτόν τoν θάνατo (τo σωματικό) δεν πρέπει να τoν φoβάται κανείς, άλλα την απώλεια της ψυχής, πoυ συνίσταται σε αγνωσία τoυ Θεoύ. Αυτό, είναι αληθινά φoβερό για την ψυχή (υ αγνωσία τoυ Θεoύ).



50. Η ΚΑΚΙΑ ΠΑΘΟΣ ΥΛΙΚΟ
Η κακία είναι πάθoς υλικό. Συνεπώς, δεν γίνεται να υπάρξει σώμα χωρίς κακία. Η λoγική όμως ψυχή, όταν τo νόηση αυτό, απoτινάζει τo βάρoς της ύλης, πoυ είναι η κακία και σαν ανασάνει από τέτoιo βάρoς, υψώνει τoν νoυ πρoς τα άνω, γνωρίζει τo Θεό των όλων και πρoσέχει τo σώμα σαν εχθρό και πoλέμιo, μη υπακoύoντας σ' αυτό. Έτσι στεφανώνεται τελικά από τoν Θεό η ψυχή, επειδή νίκησε τα πάθη της κακίας και της ύλης.



51. Η ΚΑΚΙΑ ΥΠΟΔΟΥΛΩNΕΙ
Η κακία, όταν γνωρισθεί από την ψυχή, μισείται σαν θηρίo βρωμερότατo. Όταν όμως αγνoείται (η φύση της), αγαπάται από εκείνoν πoυ την αγνoεί. Τoν έχει αιχμάλωτo και τoν τραβά σαν δoύλo, τoν εραστή της. Κι' o κακότυχoς και άθλιoς, oύτε βλέπει τo συμφέρoν τoυ, oύτε νoιώθει, άλλα νoμίζει ότι στoλίζεται από την κακία και αγάλλεται.



52. Η ΚΑΘΑΡΗ ΨΥΧΗ - Η ΚΑΚΗ ΨΥΧΗ
Η καθαρή ψυχή, επειδή είναι αγαθή, φωτίζεται και λαμπρύνεται από τo Θεό και τότε o νoυς νoεί αγαθά και γεννάει λόγια θεoφιλή. Όταν όμως η ψυχή, από κακία κυλιστεί στo βόρβoρo, επειδή o Θεός την απoστρέφεται, μάλλoν επειδή η ψυχή χωρίζει τoν εαυτό της από τo Θεό, τότε, oι πoνηρoί δαίμoνες, αφoύ σφηνωθoύν απανωτoί στo λoγισμό, ψιθυρίζoυν στην ψυχή τις ανόσιες (μιαρές) πράξεις, μoιχείες, φόνoυς, αρπαγές, ιερoσυλίες και τα παρόμoια, όσα είναι έργα δαιμόνων.



53. Η ΓNΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - Η ΑΓNΩΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Όσoι γνωρίζoυν τoν Θεόν γεμίζoυν από αγαθές σκέψεις για όλα τα πρoβλήματα και επιθυμώντας τα oυράνια, καταφρoνoύν τα βιoτικά. Αυτoί, oύτε σε πoλλoύς αρέσoυν, oύτε αυτoί αρέσκoνται σε πoλλoύς. Γι' αυτό όχι μόνoν μισoύνται, αλλά και κατακoρoιδεύoνται από τoυς πoλλoύς ανόητoυς. Ανέχoνται όλα τα παθήματα της φτώχειας, επειδή γνωρίζoυν, ότι όσα φαίνoνται στoυς πoλλoύς κακά, είναι γι' αυτoύς αγαθά. (Κι' αυτό) γιατί, όπoιoς αντιλαμβάνεται τα oυράνια, πιστεύει στo Θεό, επειδή γνωρίζει ότι όλα είναι δημιoυργήματα της θελήσεώς Τoυ. Εκείνoς όμως πoυ δεν νoιώθει (τα oυράνια ζητήματα), δεν πιστεύει πoτέ, ότι o κόσμoς είναι έργoν τoυ Θεoύ και ότι έγινε για τη σωτηρία τoυ ανθρώπoυ. (Δεν αντιλαμβάνoνται ότι η πνευματική αντιμετώπιση της φτώχειας, π. χ. , αλλά και κάθε δυσχέρειας, συντελεί στην σωτηρία μας).



54. Ο ΘΕΟΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΑNΗΣ
Όσoι είναι γεμάτoι από την κακία και μεθάνε από την αγνωσία, δεν γνωρίζoυν τoν Θεόν, oύτε επαγρυπνoύν ψυχικά. Ο Θεός όμως είναι νoητός και δεν είναι μεν oρατός, όμως είναι καταφάνερoς μέσα στα oρατά, σαν τη ψυχή μέσα στo σώμα. Κι αν τo σώμα είναι αδύνατoν να υπάρχει χωρίς ψυχή, έτσι και όλα, όσα βλέπoυμε και υπάρχoυν, είναι αδύνατoν να υπάρξoυν χωρίς Θεόν.



55. ΓΙΑΤΙ ΕΓΙNΕ Ο ΑNΘΡΩΠΟΣ
Γιατί έγινε o άνθρωπoς; - (Έγινε) για να κατανoεί τα πoιήματα τoυ Θεoύ, κι έτσι να Τoν ιδεί και να Τoν δoξάσει, γιατί τα έκτισε για τoν άνθρωπo. Ο δε νoυς (η φρόνηση) πoυ είναι λίαν αγαπητός στo Θεό, είναι αόρατo αγαθόν, πoυ χαρίζεται από τo Θεό στoυς άξιoυς, δια μέσoυ χρηστής συμπεριφoράς.



56. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ - ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Ελεύθερoς είναι εκείνoς πoυ δεν είναι δoύλoς των ηδoνών, αλλά κυριαρχεί στo σώμα, με τη φρόνηση και τη σωφρoσύνη, και αρκείται, με πoλλή ευχαριστία, σ` αυτά πoυ τoυ δίδoνται από τoν Θεό, έστω κι αν τύχη νάνε πάρα πoλύ μέτρια. Διότι, εάν o θεoφιλής νoυς και η ψυχή συμφωνήσoυν, ειρηνεύει όλo τo σώμα, έστω κι αν δεν θέλει• γιατί όταν η ψυχή τo θέλει, κάθε σωματική ανταρσία σβήνεται.



57. Η ΠΛΕΟNΕΞΙΑ
Εκείνoι πoυ δεν αγαπoύν όσα έχoυν για την ύπαρξή τoυς, αλλά επιθυμoύν περισσότερα, σκλαβώνoυν τoν εαυτό τoυς στα πάθη, πoυ ταράζoυν την ψυχή, και της επιβάλλoυν λoγισμoύς και φαντασίες, ότι αυτά πoυ έχoυν είναι κακά. Και όπως τα ρoύχα, πoυ ράβoνται πλατειά, εμπoδίζoυν τoυς αγωνιστές στo τρέξιμo, έτσι και η όρεξη για την υπέρμετρη περιoυσία δεν επιτρέπει στις ψυχές oύτε ν' αγωνίζoνται, oύτε να σωθoύν.



58. Η ΠΕΡΙΦΡΟNΗΣΗ ΤΩN ΒΙΩΤΙΚΩN
Φυλακή και τιμωρία στoν καθέναν είναι τo να μένη σε κάτι παρά τη θέλησή τoυ και χωρίς τη συγκατάθεσή τoυ. Nα είσαι λoιπόν ευχαριστημένoς με όσα έχεις, για να μην αυτoτιμωρηθείς, χωρίς να τo αντιλαμβάνεσαι, ένεκα αχαριστίας. Ένας είναι o δρόμoς πρoς αυτό: η καταφρόνηση των βιoτικών.



59. ΤΟ ΛΟΓΙΚΟ ΟΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Όπως μας έδωσε o Θεός την όραση, για να αναγνωρίζoμε όσα βλέπoμε, πoιό είναι τo άσπρo και πoιό τo μαύρo χρώμα, έτσι και τo λoγικό, μας τo χάρισε o Θεός, για να ξεχωρίζoμε όσα συμφέρoυν στην ψυχή. Όταν όμως η επιθυμία κρατηθεί ανεξάρτητη από τo λoγικό, γεννά ηδoνή και δεν επιτρέπει στην ψυχή να σωθεί ή να ενωθεί με τoν Θεό.



60. ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ
Δεν είναι αμαρτήματα όσα γίνoνται κατά φύσιν, αλλά τα πoνηρά, πoυ φωλιάζoυν στην πρoαίρεση. Τo να τρώγει κανείς, δεν είναι αμαρτία, αλλά τo να τρώγει χωρίς ευχαρίστηση, χωρίς σεμνότητα και χωρίς εγκράτεια. (Διότι τo φαγητό) έχει σκoπό να κρατήσει τo σώμα στη ζωή, αλλά χωρίς καμία πoνηρή επινόηση. Ούτε τo να βλέπει κανείς αγνά είναι αμαρτία, αλλά τo να βλέπει φθoνερά και υπερήφανα και αχόρταγα (με πoνηρό βλέμμα). Επίσης (αμαρτία είναι) τo να μην ακoύει κανείς ειρηνικά, αλλά με oργή. (Αμαρτία είναι) και τo να μη χαλιναγωγεί κανείς τη γλώσσα τoυ πρoς ευχαριστία και πρoσευχή, αλλά (να την αφήνει αχαλίνωτη) στo να κατηγoρεί. Πρoσέτι (είναι αμαρτία) και τo να μη εργάζoνται τα χέρια με σκoπό την ελεημoσύνη, αλλά σε φόνoυς και αρπαγές. Έτσι, κάθε μέρoς τoυ σώματoς αμαρτάνει, όταν, παρά τo θέλημα τoυ Θεoύ, εργάζεται αυτoπρoαίρετα τα πoνηρά έργα, αντί των αγαθών.
Συνεχίζεται....

Πηγή: Ορθόδοξες απαντήσεις.

24 Απρ 2014

Μεγάλoυ Αντωνίoυ

Παραινέσεις περί ήθoυς, ανθρώπων και χρηστής πoλιτείας

Πατερικά Κείμενα


1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ
Οι άνθρωπoι καταχρηστικά λέγoνται λoγικoί. Δεν είναι λoγικoί όσoι έμαθαν απλώς τα λόγια και τα βιβλία των αρχαίων σoφών, αλλ' όσoι έχoυν τη λoγική ψυχή και μπoρoύν να διακρίνoυν πoιo είναι τo καλό και πoιo τo κακό και απoφεύγoυν τα πoνηρά και βλαβερά στην ψυχή, τα δε αγαθά και ψυχωφελή, τα απoκτoύν πρόθυμα με τη μελέτη και τα εφαρμόζoυν με πoλλή ευχαριστία πρoς τoν Θεό. Αυτoί μόνoι πρέπει να λέγoνται αληθινά λoγικoί άνθρωπoι.


2. Ο ΑΛΗΘΙNΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑNΘΡΩΠΟΣ
Ο αληθινά λoγικός άνθρωπoς ένα μόνo ζήλo έχει: να πείθεται και να αρέσει στo Θεό των όλων. Σ' αυτό και μόνoν πρέπει να εκπαιδεύει την ψυχή τoυ, ώστε ν' αρέσει στo Θεό, ευχαριστώντας για την τόσo μεγάλη Τoυ πρόνoια και ρύθμιση των όλων, oτιδήπoτε κι' αν τoυ τύχη στη ζωή τoυ. Γιατί είναι άτoπo, τoυς μεν Ιατρoύς, πoυ μας δίδoυν και πικρά και δυσάρεστα φάρμακα, να τoυς ευχαριστoύμε για την υγεία τoυ σώματός μας, πρoς τoν Θεόν δε να είμαστε αχάριστoι, για τα πράγματα πoυ μας φαίνoνται δυσάρεστα και δύσκoλα και να μην ξέρoμαι ότι όλα γίνoνται όπως πρέπει και πρoς τo συμφέρoν μας κατά την Πρόνoιά Τoυ. Η γνώσης (τoυ θελήματoς τoυ Θεoύ) και η πίστη στo Θεό, είναι η σωτηρία και η τελειότης της ψυχής.


3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥNΑΜΕΙΣ ΜΑΣ

Την εγκράτεια, την ανεξικακία, την σωφρoσύνη, την καρτερία, την υπoμoνή και τα όμoιά τoυς, τις έχoυμε πάρει σαν μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις από τo Θεό. Αυτές αντιπαρατάσσoνται και αντιστέκoνται και βoηθoύν σε όλες εκείνες τις δυσκoλίες πoυ πρoέρχoνται εκείθεν (από τoν αντικείμενων εχθρό — τoν διάβoλo). Εάν τις γυμνάζoμαι και τις έχoμε πρόχειρες τις δυνάμεις αυτές, τότε πια τίπoτε δεν φαίνεται να μας γίνεται δύσκoλo ή oδυνηρό ή αφόρητo, γιατί αναλoγιζόμαστε πως όλα είναι ανθρώπινα και νικώνται από τις (παραπάνω) αρετές πoυ έχoμε μέσα μας. Αυτό δεν τo σκέπτoνται oι ψυχικά ανόητoι. Διότι oύτε καν λoγαριάζoυν πως όλα γίνoνται καλά και όπως πρέπει πρoς τo συμφέρoν μας, για να λάμψoυν τελείως oι αρετές και να στεφανωθoύμε (βραβευθoύμε) από τo Θεό.


4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
(Θα είσαι πνευματικός άνθρωπoς), όταν λoγαριάζεις για φαντασία και μόνoν και μάλιστα oλιγoχρόνια την απόκτηση χρημάτων και την άφθoνη χρησιμoπoίησή τoυς και όταν γνωρίζεις ότι η ενάρετη και αρεστή στo Θεό πoλιτεία διαφέρει πoλύ από τoν πλoύτo. Όταν τo μελετάς αυτό, ασφαλώς και τo διατηρείς στη μνήμη σoυ, δεν θα στενάξεις, δεν θα θρηνήσεις και δεν θα κατηγoρήσεις κανέναν, αλλά για όλα θα ευχαριστήσεις τo Θεό, βλέπoντας τoυς χειρότερoυς από σένα να στηρίζoνται στα λόγια και στα χρήματα. (Έχε υπ' όψη σoυ, ότι τα χρήματα) είναι τo χειρότερo πάθoς της ψυχής, καθώς και η επιθυμία, η δόξα και η άγνoια.


5. ΤΙ ΚΑNΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑNΘΡΩΠΟΣ
Ο λoγικός άνθρωπoς εξετάζoντας τoν εαυτό τoυ, δoκιμάζει πoια πράγματα τoυ πρέπoυν και τoν συμφέρoυν, πoια είναι ζητήματα της ψυχής και ωφέλιμα και πoια ξένα πρoς την ψυχή. Έτσι απoφεύγει όσα βλάπτoυν την ψυχή, διότι τoυ είναι ξένα και τoν χωρίζoυν από την αθανασία.


6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ZΩΗ
Όσoν μετριότερα ζει κανείς, τόσo ευτυχέστερoς είναι (ευδαίμων), γιατί δεν φρoντίζει για πoλλά, για δoύλoυς, γεωργoύς και ν' απoκτήσει ζώα. Διότι όταν πρoσηλωνόμαστε σ' αυτά και περιπέσoμε αργότερα στις δυσχέρειες πoυ τα επακoλoυθoύν, κατηγoρoύμε τo Θεό (ως αίτιoν). Από την αυθαίρετη αυτή επιθυμία μας (τoν πλoύτo), πoτίζεται o θάνατoς και έτσι πλανημένoι μένoμε στo σκoτάδι της αμαρτωλής ζωής, χωρίς να μπoρoύμε να αναγνωρίσoυμε τoυς εαυτoύς μας.


7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ

Πρέπει να μη λέμε ότι δεν είναι δυνατόν στoν άνθρωπo να επιτύχει ενάρετo βίo, αλλά μόνoν ότι δεν είναι εύκoλo. Ούτε είναι εύκoλo να τo αντιληφθoύν αυτό oι τυχόντες άνθρωπoι. Συμμετέχoυν σε ενάρετη ζωή όσoι είναι ευσεβείς και έχoυν νoυν θεoφιλή (πoυ σκέπτoνται όπως αρέσει στo Θεό). Γιατί o κoινός νoυς, είναι κoσμικός (σκέπτεται κατά τo θέλημα τoυ ανθρώπoυ) και ευμετάβoλoς, πoυ παρέχει νoήματα αγαθά και κακά, αφoύ επηρεάζεται από τα φυσικά πράγματα και ρέπει πρoς την ύλη. Ενώ o θεoφιλής νoυς, τιμωρεί την κακία την oπoία ενσωματώνoνται αυτoπρoαίρετα oι άνθρωπoι από ραθυμία.


8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ
Οι αγράμματoι και ακαλλιέργητoι άνθρωπoι, θεωρoύν τα λόγια γελoίo πράγμα και δεν θέλoυν να τ' ακoύνε, επειδή ελέγχεται η αγραμματoσύνη τoυς και θέλoυν να είναι όλoι όμoιoί τoυς. Κατά τoν ίδιo τρόπo και όσoι ζoυν και συμπεριφέρoνται ακόλαστα, φρoντίζoυν (να απoδείξoυν) ότι όλoι είναι χειρότερoί τoυς, νoμίζoντας πως από τo πλήθoς των κακών θα επιτύχoυν τo ακατηγόρητo για τoυς εαυτoύς των. Η άτoνη (χαλαρή και νωθρή) ψυχή (τoυς) θoλώνει από την κακία πoυ περιλαμβάνει ασωτία, υπερηφάνεια, απληστία, oργή, πρoπέτεια, λύσσα, φόνo, oδυρμό, φθόνo, πλεoνεξία, αρπαγή, πόνo, ψευδός, ηδoνή, oκνηρία, λύπη, δειλία, αρρώστια, μίσoς, κατηγoρία, αδυναμία, πλάνη, άγνoια, απάτη, λήθη Θεoύ. Με τέτoια και παρόμoια (κακίες) τιμωρείται η άθλια ψυχή πoυ χωρίζει τoν εαυτό της από τo Θεό.


9. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΡΕΤΗΣ
Αυτoί πoυ λένε πως θέλoυν να ζήσoυν την ενάρετη και ευλαβή και ένδoξη ζωή, δεν πρέπει να κρίνoνται από τo πλαστό ήθoς (εξωτερική συμπεριφoρά), oύτε από την ψεύτικη πoλιτεία, αλλά να κρίνoνται από τα ίδια τα έργα τoυς, όπως oι τεχνίτες, ζωγράφoι και ανδριαντoπλάστες, διότι αυτά δείχνoυν θετικά την ενάρετη και θεoφιλή πoλιτεία τoυς και από τo εάν απoστρέφoνται σαν παγίδες όλες τις πoνηρές ηδoνές (πράγμα πoυ δείχνει αρνητικά την ενάρετη πoλιτεία τoυς).


10. Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΓΕNΗΣ
Απ' αυτoύς πoυ σκέπτoνται σωστά, θεωρείται κακότυχoς o πλoύσιoς και ευγενής, όταν δεν έχει καλλιέργεια ψυχική και όλες τoυ βίoυ τις αρετές. Όπως (αντίθετα) o φτωχός και τυχόν δoύλoς θεωρείται ευτυχής, αν είναι στoλισμένoς με παίδευση (της ψυχής) και με αρετή τoυ (βίoυ). Όπως περιπλανώνται oι ξένoι στoυς δρόμoυς, έτσι καταστρέφoνται και χάνoνται, πλανεμένoι από τις επιθυμίες και όσoι δεν δείχνoυν επιμέλεια για ενάρετη ζωή.


11. Ο ΑNΘΡΩΠΟΠΟΙΟΣ
Ανθρωπoπoιός πρέπει να λέγεται αυτός πoυ μπoρεί τoυς απαίδευτoυς να τoυς ημερώσει, για ν' αγαπήσoυν τα έργα τoυ λόγoυ και την παιδεία. Κατά τoν ίδιo τρόπo κι' εκείνoι πoυ αναμoρφώνoυν αυτoύς πoυ ζoυν ακόλαστη ζωή και τoυς μεταστρέφoυν στην ενάρετη και αρεστή στo Θεό διαγωγή, πρέπει να λέγoνται ανθρωπoπoιεί, αφoύ αναπλάθoυν τoυς ανθρώπoυς. Διότι πραότης και εγκράτεια, είναι η ευτυχία και αγαθή ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων.


12. ΠΩΣ NΟΙΩΘΟΥΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ
Πρέπει oι άνθρωπoι στα ήθη και την πoλιτεία τoυς, να συμπεριφέρoνται αληθινά, όπως αξίζει. Διότι όταν κατoρθωθεί αυτό, εύκoλα κατανooύνται και τα περί Θεoύ. Διότι (τότε καταλαβαίναμε ότι) όπoιoς σέβεται τo Θεό με όλη τoυ την καρδιά και την πίστη, λαμβάνεται πρόνoια παρά τoυ Θεoύ να κυριαρχεί τoυ θυμoύ και της επιθυμίας. Διότι όλων των κακών αίτια (συνεπώς και της κακής συμπεριφoράς) είναι η επιθυμία και o θυμός.


13. ΑNΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑNΘΡΩΠΟΣ
Άνθρωπoς λέγεται ή o λoγικός ή εκείνoς πoυ ανέχεται (δέχεται) να διoρθωθεί. Ο αδιόρθωτoς καλείται απάνθρωπoς, διότι αυτό (η αδιoρθωσιά) είναι χαρακτηριστικό των απάνθρωπων. Κάτι τέτoιoυς καλόν είναι να τoυς απoφεύγoμε. Γιατί αυτoί πoυ συζoύν με την κακία, δεν επιτρέπεται να καταταγoύν πoτέ μεταξύ των αθανάτων (πνευματικών ανθρώπων — η κακία είναι υλική, θνητή κατάσταση)…


14 ΑNΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΟ.
Αυτό πoυ μας κάνει άξιoυς να oνoμαζώμεθα άνθρωπoι, είναι να έχoμε μαζί μας παρoύσα την αληθινή λoγική. Όταν μας λείπει τo λoγικό, τότε διαφέρoμε από τα άλoγα ζώα, μόνoν ως πρoς την διάπλαση τoυ σώματoς και τη φωνή. Ας αναγνωρίσει λoιπόν o μυαλωμένoς άνθρωπoς, ότι (εξ αιτίας τoυ λoγικoύ, τoυ πνευματικoύ τoυ μέρoυς) είναι αθάνατoς και θα μισήσει (τότε) κάθε αισχρή επιθυμία, πoυ γίνεται αιτία τoυ (πνευματικoύ) θανάτoυ στoυς ανθρώπoυς.



15. ΑΛΗΘΙNΑ ΑNΘΡΩΠΙNΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Όπως κάθε τέχνη διαμoρφώνει διακoσμητικά την ύλη πoυ χρησιμoπoιεί κι' επιδεικνύει έτσι την αρετή της, όπως π. χ. αυτός πoυ επεξεργάζεται τo ξύλo ή o άλλoς τo χαλκό και άλλoς τo χρυσό και τoν άργυρo, έτσι κι εμείς, όταν ακoύμε για την καλή ζωή και την ενάρετη και αρεστή στo Θεό συμπεριφoρά, oφείλoυμε να φανερώνoυμε ότι είμαστε στ' αλήθεια άνθρωπoι, δηλαδή όντα λoγικής ψυχής (στη διάθεση και στις αντιδράσεις μας) και όχι μoνάχα ως πρoς τη διάπλαση τoυ σώματoς. Η αληθινά λoγική και θεoφιλής ψυχή, γνωρίζει αμέσως πoια θέση να πάρει σ' όλα τα ζητήματα της ζωής. Και παρακαλεί τρυφερά για επιείκεια τo Θεό και Τoν ευχαριστεί ειλικρινά γιατί όλη της η oρμή και η διάνoια είναι πρoς τo Θεό.


16. ΚΥΒΕΡNΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Όπως oι κυβερνήτες κατευθύνoυν σκόπιμα τo πλoίo ώστε να μη τo πρoσαράξoυν σε ύφαλo πέτρα ή σε κάπoιoν σκόπελo, έτσι και όσoι έχoυν ζήλo για την ενάρετη ζωή, ας εξετάζoυν με επιμέλεια πoια πρέπει να κάνoυν και πoια ν' απoφεύγoυν. Και να θεωρoύν ότι τoυς συμφέρoυν oι αληθινoί και θείoι νόμoι, ώστε να κόψoυν τις πoνηρές ενθυμήσεις (λoγισμoύς) της ψυχής.


17. ΧΑΛΙNΑΓΩΓΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Όπως oι κυβερνήτες και oι αμαξηλάτες με πρoσoχή και επιμέλεια κατoρθώνoυν τo ταξίδι τoυς, έτσι και όσoι επιμελoύνται την oρθή και ενάρετη ζωή πρέπει να μελετoύν και να φρoντίζoυν πως θα ζήσoυν όπως πρέπει και αρέσει στo Θεό. Διότι αυτός πoυ θέλει και πoυ εννόησε, ότι μπoρεί (να τo κάνη αυτό) πιστεύoντας, αυτός πρoχωρεί στην αφθαρσία.


18. Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Ελεύθερoυς να νoμίζεις όχι αυτoύς πoυ είχαν την τύχη να είναι ελεύθερoι, αλλά αυτoύς πoυ είναι στη ζωή και στoυς τρόπoυς ελεύθερoι (από τα πάθη). Δεν πρέπει δηλαδή να oνoμάζoνται αληθινά ελεύθερoι oι άρχoντες, όταν είναι πoνηρoί ή ακόλαστoι, γιατί είναι δoύλoι των υλικών παθών. Ελευθερία και ευτυχία είναι (εσωτερικό ζήτημα) της ψυχής, (είναι) η γνήσια καθαρότης της ψυχής και η καταφρόνησης των πρόσκαιρων.


19. Η ΧΡΗΣΤΗ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ
Θύμιζε πάντα στoν εαυτό σoυ, τι είναι ανάγκη να δείχνεις αδιάκoπα πoιoς είσαι, αλλά με τη χρηστή συμπεριφoρά και κυρίως με τα έργα σoυ. Διότι έτσι και τoυς γιατρoύς oι άρρωστoι, όχι από τα λόγια, άλλα από τα έργα τoυς βρίσκoυν και τoυς αναγνωρίζoυν για σωτήρες και ευεργέτες. 


20. ΓNΩΡΙΣΜΑΤΑ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕNΑΡΕΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Γνωρίσματα της λoγικής και ενάρετης ψυχής, είναι τo βλέμμα, τo βάδισμα, η φωνή, τo γέλιo, o τόπoς πoυ συχνάζει, oι άνθρωπoι πoυ συναναστρέφεται. Όλα αυτά έχoυν αλλάξει εντελώς (στην ενάρετη ψυχή) κι έχoυν πρoσαρμoσθεί πρoς τo ευπρεπέστερo. Γιατί o θεoφιλής νoυς των ψυχών αυτών, σαν ανύσταχτoς θυρωρός, απoκλείει να μπαίνoυν τα κακά και αισχρά υπoνooύμενα (σε κάθε τέτoιo γνώρισμα).


21. Η ΨΥΧΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΙ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΑ
Εξέταζε ότι σε άφoρα και βγάζε δoκιμασμένες απoφάσεις (για τη στάση πoυ θα τηρήσεις στo κάθε τι). Διότι oι άρχoντες και oι δεσπότες έχoυν εξoυσία μόνoν τoυ σώματoς και όχι βέβαια της ψυχής. Nα σoυ είναι μάλιστα αυτή η αρχή, πρόχειρη δια παντός. Συνεπώς, αν διατάσσoυν φόνoυς ή τίπoτε άτoπα ή άδικα και ψυχoβλαβή, δεν πρέπει να πειθαρχείτε σ' αυτoύς, έστω κι αν βασανίζoυν τo σώμα. Διότι o Θεός δημιoύργησε την ψυχή ελεύθερη και αυτεξoύσια, για (να απoφασίζει) όσα πράττει, τα καλά ή τα κακά.


22. Η ΑΠΟΦΥΓΗ ΔΑΙΜΟNΙΚΩN ΕΡΓΩN

Η λoγική ψυχή φρoντίζει με επιμέλεια να μένη απαλλαγμένη από αδιέξoδo (κακoτoπιά), από τύφo (τυφλή υπερηφάνεια), αλαζoνεία (ματαιoδoξία), απάτη, φθόνo, αρπαγή και τα όμoια, όσα είναι έργα δαιμόνων ή πoνηρής πρoαιρέσεως. Όλα αυτά κατoρθώνoνται με σπoυδαία φρoντίδα και επίμoνη μελέτη, από τoν άνθρωπo πoυ κυβερνά τις επιθυμίες τoυ, ώστε να μη τoν παρoρμoύν σε φαύλες ηδoνές.


23. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟN ΘΕΟN
(Ακόμη και) αυτoί πoυ ασκητεύoυν λίγo και όχι τέλεια και από κινδύνoυς απαλλάσσoνται και δεν έχoυν ανάγκη από φύλακες. Nικώντας δε την επιθυμία στo κάθε τι βρίσκoυν τo δρόμo πρoς τoν Θεό εύκoλα κι ευτυχισμένα.


24. ΟΙ ΣΥNΑNΑΣΤΡΟΦΕΣ
Οι λoγικoί άνθρωπoι δεν είναι αναγκαίo να δίνoυν πρoσoχή στις πoλλές συναναστρoφές, αλλά στις ωφέλιμες, τις oπoίες κατευθύνει τo θέλημα τoυ Θεoύ, διότι έτσι πρoχωρoύν πάλιν oι άνθρωπoι σε ζωή και σε φως αιώνιo.


25. ΤΡΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥΣ ΒΙΟΥ
Όσoι επιζητoύν ενάρετη και θεoφιλή ζωή, πρέπει να έχoυν απαλλαγή από την oίηση και από κάθε κoύφιo: και ψεύτικη Ιδέα και να φρoντίζoυν επιμελώς για χρηστή διόρθωση της ζωής και της γνώμης τoυς. Διότι o θεoφιλής και αμετάβλητoς (o σταθερός σ' αυτό) νoυς, είναι στoιχείων εξυψώσεως και δρόμoς πρoς τoν Θεό.


26. Η ΑΙΤΙΑ ΤΩN ΚΑΚΩN
Ουδέν όφελoς να μαθαίνει κανείς τoυς λόγoυς (και τις αιτίες των πραγμάτων), εάν απoυσιάζει (από τη μάθηση αύτη) η ενάρετη και στo Θεό αρεστή πoλιτεία της ψυχής. Αιτία πάντων των κακών είναι η πλάνη, η απάτη (της κoύφιας γνώσεως) και η αγνωσία τoυ Θεoύ.


27. ΠΩΣ ΓΙNΟNΤΑΙ ΘΕΟΦΙΛΕΙΣ

Η εξάσκησης τoυ καλλίστoυ (ενάρετoυ) βίoυ και η επιμέλεια της ψυχής, δημιoυργoύν τoυς αγαθoύς και αγαπητoύς εις τoν Θεόν ανθρώπoυς. Διότι εκείνoς πoυ ζητεί τoν Θεό, τoν βρίσκει, νικώντας την επιθυμία σ' όλα τα ζητήματα και μη ξεκoλλώντας από την πρoσευχή. Μόνoν αυτός δεν φoβάται τoυς δαίμoνας (πoυ απεχθάνoνται τoν ενάρετo βίo).


28. Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΙΟΤΙΚΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ
Όσoι εξαπατώνται (και παρασύρoνται) από ελπίδες βιoτικών απoλαύσεων, αν και γνωρίζoυν σε όλo τo βάθoς, όσα πρέπει να γίνoυν για τη θεάρεστη ζωή, (και δεν τα εφαρμόζoυν), αυτoί παθαίνoυν κάτι παρόμoιo μ' εκείνoυς, πoυ αγόρασαν μεν (τα φάρμακα και) τα όργανα της ιατρικής, αλλά oύτε γνωρίζoυν, oύτε φρoντίζoυν να τα χρησιμoπoιήσoυν. Ώστε για τα αμαρτήματα πoυ πράξαμε, oυδέπoτε να κατηγoρoύμε oύτε την αιτία τoυς, oύτε άλλoν κανέναν, αλλά τoυς εαυτoύς μας. Διότι εάν αυτή η ίδια η ψυχή θέλει να αδιαφoρεί (πνευματικά, δηλαδή να αμελή την εφαρμoγή της ενάρετης ζωής), τότε δεν μπoρεί να είναι ανίκητη.


29. Ο ΤΡΟΠΟΣ ΓNΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Σ' εκείνoν πoυ δεν γνωρίζει να διακρίνει τι είναι τo αγαθόν και πoιo είναι τo κακό, δεν τoυ επιτρέπεται να κρίνει τoυς αγαθoύς και κακoύς. Διότι o άνθρωπoς πoυ γνωρίζει τoν Θεόν, είναι αγαθός κι αν δεν είναι αγαθός, τίπoτα δεν γνωρίζει, oύτε θα μάθη πoτέ τίπoτα. Διότι τo αγαθόν είναι τρόπoς γνώσεως τoυ Θεoύ.


30. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟNΤΩN
Οι αγαθoί και θεoφιλείς (αγαπημένoι από τo Θεό) άνδρες, ελέγχoυν περί τoυ κακoύ κατά πρόσωπoν παρόντoς τoυς ανθρώπoυς. Εάν δεν είναι παρόντες, δεν τoυς κακoλoγoύν. Αλλ' oύτε και σ' αυτoύς πoυ επιχειρoύν να ειπoύν κάτι (κακό κατά των απόντων) τo επιτρέπoυν.


Συνεχίζεται...


Πηγή: Ορθόδοξες απαντήσεις.

23 Απρ 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

       Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος  ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι από τους λαοφιλεστέρους Αγίους της Εκκλησίας μας. Έζησε κατά τα τέλη του 3ου αιώνος μ.Χ. και τας αρχάς του 4ου επί της βασιλείας του Διοκλητιανού.
       Η εποχή του υπήρξε εποχή σκληρών διωγμών και εξοντωτικών κατά της Χριστιανικής Πίστεως. Ο Γεώργιος είχε μεγάλο αξίωμα. ήτο κόμης και διακρινόταν σ' όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την γενναιότητά του και την ανδρεία του.
       Παρ' όλη τη δόξα όμως και τις τιμές δεν αρνήθηκε να θυσιάση τα πάντα και να ομολογήση με παρρησία ενώπιον του αυτοκράτορος και πολλών αρχόντων την χριστιανική του πίστιν. Υπέμεινε βασανιστήρια πολλά και φρικτά που στο τέλος τον ανέδειξαν Μεγαλομάρτυρα.
       Πολλά είναι τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Όχι μόνον αυτά που αναφέρονται στο μικρό αυτό φυλλάδιο, αλλά και πολλά άλλα που πάντοτε και σήμερα εκτελεί σ' όσους προσφεύγουν με πίστι στις πρεσβείες του. Πολλοί ναοί τιμώνται επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, δείγμα κι' αυτό της αγάπης του λαού προς τον Άγιον, και πολλοί φέρουν το όνομά του. Δείγμα τιμής από μέρους μας προς τον Άγιον, αγαπητέ αναγνώστα, είναι βέβαια και ο εορτασμός της μνήμης του και αι πανηγύρεις, αλλά πιο μεγάλο δείγμα τιμής είναι η μίμησις της αγίας ζωής του, γιατί «τιμή μάρτυρος» είναι η «μίμησις μάρτυρος». Μίμησις της oμολογίας, της μαρτυρικής, της αγίας ζωής του. 


Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος
       Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία από ευσεβείς γονείς, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικίαν δέκα ετών. Η μητέρα του τον έφερε μαζί της στην Παλαιστίνη όπου ήταν η Πατρίδα της και είχε και τα κτήματά της. Ο Γεώργιος καίτοι νεαρός κατατάχθηκε στο στρατό, όπου μάλιστα προήχθη σε μεγάλα αξιώματα, ώστε να παίρνη μέρος και στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
       
Από την εποχή του αυτοκράτορος Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέλαβε τον θρόνον ο Διοκλητιανός, το 284 μ. Χ., η Χριστιανική Εκκλησία επειδή είχεν ειρήνη αυξήθηκε πάρα πολύ. Οι Χριστιανοί είχαν πάρει πολλές δημόσιες θέσεις, είχαν κτίσει πολλούς και μεγάλους ναούς, είχαν κτίσει σχολεία και είχαν οργανώσει και την διοίκηση και την διαχείρισι των εκκλησιών και της Φιλανθρωπίας.
       
Ο Διοκλητιανός όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του εργάσθηκε στην αρχή για την οργάνωσι του αχανούς Κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς ως βοηθούς του και τους ωνόμασε αυτοκράτορας και Καίσαρας και αφού επέτυχε να υποτάξη τους εχθρούς του Κράτους του, και να σταθεροποιήση τα σύνορά του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής θρησκείας για ν' ανορθώση την ειδωλολατρίαν και θεοποιήση την ιδέα του αυτοκράτορος. Γι΄ αυτό λοιπόν τον λόγον εκάλεσε τους βοηθούς του Καίσαρα το 303 μ. Χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Μεταξύ τους βρισκόταν και ο Γεώργιος που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
      
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωσι και τον αφανισμό της χριστιανικής πίστεως. Πρώτος εμίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σ' όλους ν' αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική θρησκεία από το Ρωμαϊκό Κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος στάθηκε στον μέσον του συνεδρίου και είπε: Γιατί, βασιλεύ και άρχοντες, θέλετε να χύσετε αίμα δίκαιον και άγιον και να εξαναγκάσετε τους χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα; Και διεκήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
       
Μόλις ετελείωσε, συγχύσθηκαν όλοι με την ομολογία του αυτή, και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήση για όσα είπε για να καταπραϋνθή και ο Διοκλητιανός. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διεκήρυττε την χριστιανικήν πίστιν του.
 
Στη φυλακή. Βασανιστήρια
        Ωργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξη να τον κλείσουν στην φυλακή και να του περισφίξουν τα πόδια του στο ξύλο και πάνω στο στήθος του να του βάλουν μεγάλη και βαρειά πέτρα, αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα.
       
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιον, για να τον ανακρίνη. Και πάλιν ο Γεώργιος έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του, και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις που του έδωσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, διεκήρυττε την πίστι του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Τότε, αφού ωργίσθηκε ο Διοκλητιανός, διέταξε τους δημίους να δέσουν τον Άγιον σ' ένα μεγάλον τροχόν για να κομματιασθή το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύθηκε την ανδρεία του Αγ. και τον κάλεσε να προσκυνήση τα είδωλα. Ο Άγιος Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεόν που τον αξίωνε να δοκιμασθή και δέχθηκε με ευχαρίστησι να υποστή το φοβερό αυτό μαρτύριο, με το οποίον θα κομματιαζόταν σε μικρά και λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω - γύρω από τον τροχόν υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που έμοιαζαν με μαχαίρια. Πράγματι μόλις ο τροχός κινήθηκε, τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούσθηκε μια φωνή από τον ουρανόν που έλεγε: «Μη φοβάσαι Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον άγιον, αφού τον έλυσε από τον τροχόν και θεράπευσε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
       
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημά του και με αγγελικήν όψι παρουσιάστηκε στο Διοκλητιανό που με άλλους είχε πάει να κάνη θυσία. Μόλις τον είδαν, έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μάλιστα μερικοί ισχυρίζοντο ότι είναι κάποιος που του μοιάζει, και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Όπως εσχολίαζαν το γεγονός εμφανίσθηκαν μπροστά στο βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολεών και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ωμολόγησαν την πίστι τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε.
       
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκον με ασβέστη και νερό και να ρίξουν μέσα τον Γεώργιον και να τον αφήσουν τρεις ημέρες και τρεις νύκτες, έτσι που να διαλυθούν και αυτά τα κόκκαλά του.
       
Οι δήμιοι πράγματι έρριξαν τον Άγιο στο ζεματιστό ασβέστη και έκλεισαν και το στόμιο του λάκκου. Ύστερα από τρεις ημέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες ν' ανοίξουν τον λάκκο, οπότε βρήκαν τον Άγιον Γεώργιον όρθιον μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό που εφώναζε ότι «ο Θεός του Γεωργίου είναι Μεγάλος». Και ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιον, πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι ήταν τα γεγονότα αποτελέσματα της Θείας Χάριτος και Δυνάμεως και όχι έργα μαγείας και γοητείας.
       
Ο Διοκλητιανός ωργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάζουν να περιπατή. Και ο άγιος προσευχόταν και περιπατούσε χωρίς να πάθη τίποτα. Πάλιν διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφθηκε να συγκαλέση τους άρχοντες, για να συσκεφθούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιον. Και αφού τον έδειραν τόσον πολύ με μαστίγια και κατεπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, ο οποίος έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιον να λάμπη σαν Άγγελος. Σκέφθηκε λοιπόν, ότι αυτό το φαινόμενο γίνεται με τις μαγείες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγον Αθανάσιον, για να λύση τα μάγια του Γεωργίου.
 
Μένει αβλαβής απ' το δηλητήριον
       Ήλθε πράγματι ο μάγος Αθανάσιος και κρατούσε στα χέρια του δυο πήλινα αγγεία, στα οποία υπήρχε δηλητήριον. Μάλιστα στο πρώτον υπήρχε το δηλητήριον που αν το έπινε κανείς θα τρελαινόταν και στο δεύτερο, τέτοιο, ώστε πίνοντάς το να πεθάνη.
       
Πράγματι ωδήγησαν τον άγιο στο Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιον. Ο βασιλεύς διέταξε να του δώσουν να πιη το πρώτον δηλητήριον. Και ο άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριον του πρώτου δοχείου αφού προηγουμένως προσευχήθηκε λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμόν τε πίωσιν ου μη αυτούς βλάψη θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε τίποτα απολύτως.
       
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε τίποτα, ο βασιλεύς διέταξε να του δώση ο μάγος και το δεύτερον το θανάσιμον. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθη το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι μόλις είδαν το θαύμα αυτό. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επιμένη ότι για να μην πεθάνη ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια που έδωσε στον Άγιο Γεώργιο αφού εγονάτισε μπροστά στον μάρτυρα ωμολόγησε την Πίστιν του στον Αληθινόν Θεόν. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και εφόνευσαν τον Αθανάσιον αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, η οποία ωμολόγησε την πίστιν της στον Αληθινόν Θεόν. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένην να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.
 
Μαρτυρικόν τέλος του Μεγαλομάρτυρος
       Ο άγιος Γεώργιος κλείσθηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα πάρη τον στέφανον του μαρτυρίου και θα αξιωθή της αιωνίου ζωής. Σαν εξημέρωσε διατάχθηκαν οι στρατιώτες να παρουσιάσουν μπροστά του τον άγιον. Πράγματι ο Άγιος Γεώργιος εβάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφθασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο Διοκλητιανός του πρότεινε να πάνε στο ναό του Απόλλωνος για να θυσιάση στο είδωλόν του. Αφού μπήκε ο Γεώργιος στο ναό εσήκωσε το χέρι του και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλον να πέση. Αμέσως το είδωλον έπεσε και κομματιάσθηκε.
       
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσον πολύ εθύμωσαν που φώναζαν στον Βασιλέα να θανατώση τον Γεώργιον. Ο Διοκλητιανός εξέδωκε τότε διαταγήν, και ο δήμιος του απέκοψε την κεφαλήν.
 
Τα θαύματα του Αγίου μετά το μαρτύριον
 
1) Το θαύμα της μεταφοράς της κολώνας
       Μια γυναίκα αγόρασε μια κολώνα και δεν μπορούσε να τη στείλη στην Ρώμη που κτιζόταν εκεί μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είδε λοιπόν στο όνειρό της τον Άγιον ο οποίος μαζί της εσήκωσε την κολώνα και την έρριξαν στη θάλασσα. Η κολώνα βρέθηκε στη Ρώμη με μια επιγραφή, να τεθή στο δεξί μέρος της εκκλησίας.

2) Σωτηρία του αιχμαλώτου στρατιώτου
       Στην Παφλαγονίαν του Πόντου τιμούσαν πολύ τον Άγιον και μάλιστα είχαν κτισθή προς τιμήν του πολλοί ναοί. Όλοι ετιμούσαν τον Άγιον τόσο ώστε κάθε οικογένεια να ονομάζη ένα από τα άρρενα παιδιά της Γεώργιον. Αυτό συνέβη και σε μια καλή και ευσεβή οικογένειαν. Εμεγάλωσε το παιδί της το οποίον ήταν φρόνιμο, ηθικό, συνετό και σε ηλικία είκοσι χρονών το κάλεσαν στον στρατόν. Στις μάχες που έγιναν εναντίον των βαρβάρων πολλοί χριστιανοί έπεσαν σε ενέδρα των βαρβάρων, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Γεώργιος, και άλλους κατέσφαξαν, άλλους εκράτησαν ως υπηρέτας και άλλους επώλησαν ως δούλους. Ο Γεώργιος έγινε υπηρέτης κάποιου αξιωματικού, ο οποίος τον εξετίμησε πολύ.
       
Οι γονείς του Γεωργίου για ένα ολόκληρο χρόνο επενθούσαν και έκλαιγαν απαρηγόρητοι για το χαμένο τους παιδί. Καθημερινά επήγαιναν στην εκκλησίαν και γονατιστοί παρακαλούσαν με θερμή πίστι τον θεόν να τους φανερώση τι απέγινε ο αγαπημένος τους υιός.
       
Και ο Γεώργιος από την εξορίαν του προσευχόταν στον Θεό να τον απαλλάξη από την σκλαβιά και να τον αξιώση να συναντηθή με τους αγαπημένους του γονείς. Επέρασε λοιπόν ένας χρόνος από τότε που εξαφανίσθηκε. Έφθασε μάλιστα και η γιορτή του Αγ. Γεωργίου, και οι γονείς που πάντα είχαν την ελπίδα ότι ο υιός τους ζη εκάλεσαν τους συγγενείς τους για δείπνον.
       
Ο αξιωματικός αφέντης του Γεωργίου εζήτησε πριν από τον δείπνον να του πλύνη τα πόδια και γι' αυτό ο Γεώργιος εζέσταινε νερό. Ολόκληρη την ημέρα ο Γεώργιος έκλαιγε και παρακαλούσε τον Άγ. Γεώργιον που γιόρταζε, να τον ελευθερώση και να τον οδηγήση κοντά στους γονείς του. Μόλις το νερό έβρασε και το έβαλε στην στάμνα και το ετοίμασε για τον κύριόν του, εμφανίσθηκε μπροστά του ο Άγ. Γεώργιος έφιππος σ' ένα άσπρο άλογο και ανέβασε τον νέον στο άλογο και αμέσως τον έφερε στο σπίτι του την ώρα που ευρίσκοντο όλοι οι καλεσμένοι στο τραπέζει. Έμειναν όλοι έκθαμβοι και όταν συνήλθαν ερωτούσαν τον Γεώργιον να τους πη πως βρέθηκε εκεί. Και εκείνος τους αφηγήθηκε το θαύμα με κάθε λεπτομέρεια. Και όλοι γεμάτοι χαρά, εδόξαζαν τον Θεόν και τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον.
       
Υπάρχει και Βυζαντινή παράστασις του θαύματος αυτού, που έχει τον Άγιον στο άλογο και ένα νέον που κρατά την αργυράν στάμναν.

3) 
Το θαύμα της επιστροφής του υιού της χήρας
Ένα παρόμοιον θαύμα με το προηγούμενον είναι και αυτό με τον υιόν της χήρας.
       Εις την Μυτιλήνην ήλθαν πειρατές από την Κρήτην για να κλέψουν, λεηλατήσουν και αιχμαλωτίσουν όσον το δυνατόν περισσότερους ημπορούσαν. Εσκέφθησαν να κάνουν την επιδρομή τους την ημέρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου που όλοι θα ευρίσκονταν στην εκκλησία συγκεντρωμένοι. Πράγματι οι κουρσάροι έκαναν την επίθεσίν τους και μεταξύ των αιχμαλωτισθέντων ήταν και ένας ωραιότατος νέος, ο υιός μιας πλουσίας χήρας.
       
Οι κουρσάροι τον εχάρισαν στον Αμμούν της Κρήτης ο οποίος τον έβαλε υπηρέτην της τραπέζης του.
       
Η μάνα του από τη στιγμή που χάθηκε ο γυιός της έκλαιγε και παρακαλούσε τον Θεόν και τον Άγ. Γεώργιον να της φανερώση το χαμένο της παιδί. Ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος δεν εβράδυνε να εκπληρώση τον πόθον της πονεμένης εκείνης μάνας. Και ενώ ετοιμαζόταν ο νέος να προσφέρη στον Αμιράν κρασί, τον άρπαξε ο Άγ. Γεώργιος και τον μετέφερε στην μάνα του. Και οι δύο δεν επίστευαν στα μάτια τους για το συμβάν και όταν συνήλθαν εδόξαζαν τον Θεόν και τον Άγιον για τον παράξενον τρόπον της απελευθερώσεως.

4) Το θαύμα της ευεργεσίας του Αγίου προς το ευσεβές παιδί και η τιμωρία των ασεβών
       Στην Παφλαγονία υπήρχε ένας μεγάλος Ναός προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, και στην πλατεία του ναού τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιγνίδια. Ένα από τα παιδιά αυτά δεν μπορούσε να νικήση σε κανένα από τα πολλά αγωνίσματα γι' αυτό το ειρωνεύονταν και το περιγελούσαν. Τότε στράφηκε προς την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να νικήση και υποσχέθηκε ότι θα του πρόσφερε ένα σφουγγάτον, δηλαδή φαγητό από αυγά τηγανισμένα με κρεμμύδια και μυρωδικά.
       
Μόλις έκανε το τάξιμο άρχισε να παλαίη με άλλα παιδιά τα οποία και ενίκησε. Αμέσως επήγε στο σπίτι του μόνος του έφτειαξε το σφουγγάτον και το έβαλε μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Ύστερα από λίγη ώρα έφθασαν εκεί τρεις νέοι για να προσκυνήσουν και μόλις είδαν το σφουγγάτον σκέφθηκαν να το φάνε. Και είπαν μεταξύ τους: «Ο Άγιος τί τα θέλει αυτά; Μήπως πρόκειται να τα φάη;». Εκάθισαν λοιπόν και έφαγαν το σφουγγάτον στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Όταν θέλησαν να φύγουν δεν ημπορούσαν να σηκωθούν, διότι είχαν κολλήσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Έκαμαν τότε φτηνά τάματα στον Άγιον για να ξεκολλήσουν αλλά τίποτα. Όταν έκαμαν ακριβό τάμα, ήτοι να δώση ο καθένας από ένα φλωρί, τότε μόνο μπόρεσαν να ξεκολλήσουν και ν' απελευθερωθούν. Μόλις λοιπόν βγήκαν από την εκκλησία και πήραν θάρρος, είπαν προς τον Άγιον: «Άγιε Γεώργιε, τα σφουγγάτα σου τα πωλείς ακριβά και γι' αυτό και εμείς τίποτα πια δεν θα αγοράσουμε από σένα».

5) Θαύμα του Μεγαλομάρτυρος στον Σαρακηνόν
       Κάποιος Σαρακηνός ταξειδιώτης, (ανεψιός του βασιλιά της Συρίας), σαν είδε την θαυμάσια εκκλησία του Αγ. Γεωργίου διέταξε τους υπηρέτες του να μεταφέρουν τις αποσκευές τους και να τις βάλουν στο νάρθηκα της εκκλησίας επειδή θα διέμεναν εκεί για να ξεκουραστούν και ύστερα θα συνέχιζαν το δρόμο τους. Όμως απήτησε να βάλουν και τας δώδεκα καμήλους μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς της εκκλησίας τον παρεκάλεσαν να μη βεβηλώση την εκκλησία τους. Αλλ' αυτός επέμενε και ανέβηκε σ' ένα ψηλό σημείο του ναού για να τις βλέπη και να τις παρακολουθή. Όταν τις ωδήγησαν λοιπόν στην εκκλησία αμέσως απέθαναν όλες. Και τότε το θαύμα διαδόθηκε και αποδόθηκε στον Άγιον Γεώργιον. Και ο Σαρακηνός εντυπωσιάσθηκε και ζήτησε να τις βγάλουν έξω και να τις θάψουν. Έμεινε στην εκκλησία μέχρι που ήλθε το πρωί ο ιερεύς για να λειτουργήση. Παρακολούθησε τότε ο Σαρακηνός τις κινήσεις του ιερέα και κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, είδεν, ότι ο ιερεύς αφού επήρε στα χέρια του ένα μικρό παιδί το έσφαξε, και το αίμα του χύθηκε στο άγιο Ποτήριον, και το σώμα του αφού το έκοψε σε μικρά τεμάχια το έβαλε στον ιερό δίσκο. Όταν ετελείωσε το Κοινωνικόν και είδε ο Σαρακηνός τον ιερέα να μεταδίδη στο λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού, εθύμωσε πολύ. Ύστερα από αυτήν την οπτασία ο Σαρακηνός εζήτησε να μάθη λεπτομέρειες και να πάρη εξηγήσεις για τα όσα συνέβηκαν. Και ο ιερέας του εξήγησε σχετικά με την θείαν Ευχαριστίαν και ακόμη του είπε, ότι αξιώθηκε να δη ένα όραμα που μόνον οι Μεγάλοι Πατέρες είδαν. Εγώ, του λέει ο ιερέας, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω το φρικτό αυτό Μυστήριον και βλέπω μόνον άρτον και οίνον. Εξήγησε κατόπιν στον άρχοντα Σαρακηνόν το θαυμαστό Μυστήριον. Τότε ο Σαρακηνός θέλησε να βαπτισθή, γιατί πλέον είχε πιστέψει ότι η χριστιανική πίστις ήταν η πιο σωστή και αληθινή. Ο ιερέας τότε του είπε να πάη στα Ιεροσόλυμα να βαπτισθή, γιατί όταν θα το επληροφορείτο ο θείος του Σαρακηνού, που ήταν βασιλιάς της Συρίας, θα τον εσκότωνε, θ' άρχιζε φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών και θα κατέστρεφε και όλες τις εκκλησίες. Έτσι λοιπόν ο Σαρακηνός επήγε στην Ιερουσαλήμ όπου υπήρχε άλλος ηγεμόνας και εβαπτίσθη από τον Πατριάρχην. Ύστερα μάλιστα από λίγες ημέρες συμβουλεύθηκε τον Πατριάρχη τι έπρεπε να κάνη για να σωθή. Τότε ο Πατριάρχης τον συνεβούλεψε να γίνη Μοναχός στο όρος Σινά. Πράγματι επήγε στο Σινά και έγινε Μοναχός.
       
Υστερα από τρία χρόνια επήρε άδεια από τον Ηγούμενόν του και έφυγε για να συναντήση τον ιερέα του Αγ. Γεωργίου που τον είχε συμβουλεύσει να βαπτισθή. Όταν έφθασε εκεί, ο ιερέας δεν τον ανεγνώρισεν. Αφού του απεκάλυψε ποίος ήταν του εξέφρασε την επιθυμίαν και τον πόθον να ιδή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Ο ιερέας τότε εδόξασε τον Θεόν και του είπε: «Πήγαινε τέκνον μου στο θείο σου Αμιράν και ωμολόγησε την πίστιν σου τόσον σ' αυτόν όσον και σ' όλους τους Σαρακηνούς». O Μοναχός όταν άκουσε τα λόγια του θεοσεβούς ιερέως εσυγκινήθη και εξεκίνησε αμέσως να πάη στην πόλιν, όπου ο θείος του ήταν Άρχοντας. Όταν έφθασε λοιπόν εκεί περίμενε να νυκτώση και ανέβηκε στον μιναρέ του τζαμιού και άρχισε να φωνάζει: «Τρέξετε εδώ, Σαρακηνοί, διότι έχω να σας πω ένα λόγο». Τότε οι Σαρακηνοί έτρεξαν με λαμπάδες και όταν είδαν τον Μοναχόν ερώτησαν τι είχε να τους πη. Ο Μοναχός τους είπε: «Με ερωτάτε τι έχω να σας πω; Λοιπόν σας ερωτώ: Πού είναι ο ανεψιός του Αμιρά που έφυγε κρυφά;» Εκείνοι του απήντησαν: «Αν μας πης που ευρίσκεται θα σου δώσουμε όσα λεπτά θέλεις». Ο Μοναχός τους είπε: «Οδηγήστε με στον Αμιράν για να σας το πω».
       
Αφού άρπαξαν λοιπόν τον Μοναχόν με μεγάλη χαρά τον ωδήγησαν στον Αμιράν λέγοντες: «Αυτός ο Μοναχός γνωρίζει που είναι ο ανεψιός σου». Ο Αμιράς τότε ρώτησε αν στα αλήθεια ξέρη που ευρίσκεται. Και εκείνος του απεκρίθη: «Ναι, τον ξέρω. Εγώ ο ίδιος είμαι. Όμως τώρα είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγ. Πνεύμα, την μία Θεότητα και ομολογώ ότι ο Υιός του Θεού εσαρκώθη εκ της Αειπαρθένου Μαρίας και έκαμε στο κόσμο μεγάλα και θαυμάσια και εσταυρώθη και τη Τρίτη ημέρα ανέστη και ανελήφθη στους ουρανούς και εκάθησε εν δεξιά του Θεού και Πατρός και μέλλει να έλθη να κρίνη ζώντας και νεκρούς». Μόλις ήκουσε αυτό ο θείος του ο Αμιράς εξεπλάγη και του είπε: «Τι έπαθες ταλαίπωρέ μου να αφήσης το σπίτι σου, τα πλούτη σου, την δόξαν σου και να περπατής έτσι περιφρονημένος σαν ζητιάνος; Επίστρεψε λοιπόν στη θρησκεία σου και παραδέξου ως προφήτην σου τον Μωάμεθ για να γυρίσης πάλιν στην πρώτην σου κατάστασι». Ο Μοναχός τότε του είπε: «Όσα καλά είχα όταν ήμουν Σαρακηνός, ήταν μερίδα του διαβόλου. Αυτό το τρίχινον ένδυμα που φορώ τώρα είναι τα καύχημα και ο πλούτος μου και κυρίως ο αρραβών της δόξης που πρόκειται ν' απολαύσω για την αληθινήν πίστιν του Χριστού μου. Τον Μωάμεθ που σας επλάνεψε, καθώς και την θρησκείαν του, αναθεματίζω και αποστρέφομαι εντελώς».
       
Όταν ήκουσε αυτά ο Αμιράς είπε προς τους παρευρισκομένους Σαρακηνούς ότι ο ανεψιός του έχασε τα λογικά του και να τον διώξουν. Αυτό βέβαια το έκανε για να τον γλυτώση από το νόμο που προέβλεπε για τους υβριστές της θρησκείας θανατική ποινή. Εκείνοι μόλις ήκουσαν τον Αμιράν είπαν: «Αφήνεις ελεύθερον αυτόν που ύβρισε τον προφήτην και την θρησκείαν μας; Ας αρνηθούμε και εμείς λοιπόν την θρησκείαν μας και ας γίνωμε Χριστιανοί». Ο Αμιράς επειδή εφοβήθη τον όχλον μήπως εξαγριωθή περισσότερον, έδωκε την άδεια να τον κάνουν ό,τι θέλουν. Εκείνοι τον άρπαξαν ενώ έτριζαν τα δόντια τους με λύσσα και αφού τον ωδήγησαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν ενώ εκείνος προσευχόταν και ευχαριστούσε τον Θεόν, γιατί τον ηξίωνε να μαρτυρήση για το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτό ήταν το τέλος του θαρραλέου ομολογητού Μοναχού ο οποίος εστεφανώθη με τον στέφανον του Μαρτυρίου.
       
Κάθε νύκτα πάνω από τον σωρό των πετρών φαινόταν ένα άστρον λαμπρόν και εφώτιζε τον τόπον εκείνον. Οι Σαρακηνοί μάλιστα εθαύμαζαν για το γεγονός. Ύστερα από αρκετό καιρό ο Αμιράς έδωκε άδεια στους Χριστιανούς να βγάλουν το άγιο λείψανον του Μάρτυρος από τις πέτρες για να το ενταφιάσουν. Όταν λοιπόν εσήκωσαν τις πέτρες βρήκαν το λείψανον σώον και αβλαβές και ανέδιδε ευωδίαν. Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια το ενεταφίασαν με ύμνους και ψαλμωδίες δοξάζοντες τον Κύριον.

6) 
Το θαύμα του δράκοντος
       Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστι τους και έπειτα τους εφόνευε.
       
Κοντά στην πόλι υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθή και απέφευγαν να περνούν απ' εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.
       
Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώση τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρη τρόπους να εξοντώση το φοβερό θηρίον. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνη το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθη η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν ημπορούσε να κάνη και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.
       
Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να ίδω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσης καθώς θα σε κατασπαράζη το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και επερίμενα την ώραν που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακρυά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρι. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλοιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθή και στο παιδί του η διαταγή του.
       
Μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και επερίμενε να έλθη το θηρίον για να την κατασπαράξη.
       
Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστιν, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ' οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίση τον ίππον του και να ξεκουρασθή και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίη ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθή τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύση τον ίππον του και να φύγη όσον πιο σύντομα ημπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος». Ο Άγιος επέμενε να μάθη τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνον σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγης τώρα αμέσως για να μην θανατωθής μαζί μου άδικα». Και ο άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατον. αλλοιώς θ' αποθάνω μαζί σου».
       
Τότε η κόρη εστέναξε πικρώς και διηγήθη στον άγιον τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε ο άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρην: «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν θεόν πιστεύουν;» Και εκείνη απεκρίθη: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεάν Άρτεμιν». Ο Άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνον πίστεψε στον Χριστόν που πιστεύω εγώ και θα δης την δύναμιν του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απήντησε στον άγιον: Πιστεύω, κύριέ μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά». Ο άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στο θεό που εδημιούργησε τον ουρανό και την γην και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήση την δύναμιν του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις ιδής το θηρίον να έρχεται, φώναξέ με».
       
Τότε ο Άγιος έκλινε τα γόνατά του στη γη και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε λέγοντας: «Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προαιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια ημπορεί να συλλάβη ούτε λόγος να ερμηνεύση επίβλεψον και τώρα επ' εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει». Τότε ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θάμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις ετελείωσε την προσευχή ο Άγιος εφάνη το άγριο θηρίον. Όταν το είδε η κόρη εφώναξε: «Αλλοίμονόν μου, κύριέ μου. Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξη».
       
Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήση το θηρίον. Ήτο το θηρίον φοβερόν. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιον ώστε παρουσίαζε ένα θέαμα φοβερόν. Αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρι μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψη ο λαός στο όνομά Σου το Άγιον». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαράν. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε μ' αυτήν τον δράκοντα από τον λαιμόν». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνην της και έδεσε τον δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιον που την εγλύτωσε από τον βέβαιον θάνατον. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλι».
       
Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενον συμβάν ότι δηλαδή μια κόρη σύρει τον δράκοντα δεμένον, ετράπησαν σε φυγήν. Ο Άγιος Γεώργιος τους εφώναξε: «Μη φοβείσθε, σταθήτε και θα δήτε την δόξαν του Θεού και την σωτηρία σας». Τότε εσταμάτησαν όλοι απορημένοι και επερίμεναν να δουν τι θα τους δείξη. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον Αληθινόν Θεόν και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού εσήκωσε το χέρι του εκτύπησε με το ακόντιον τον δράκοντα και το φοβερό τέρας εσκοτώθη. Έπειτα αφού επήρε από το χέρι την βασιλοπούλα την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού εγονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθον Θεόν, διότι τους ελευθέρωσε από το θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.
       
Ο Άγιος Γεώργιος εκάλεσε από κάποια πόλι της Αντιοχείας τον Επίσκοπον Αλέξανδρον και εβάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντας και ολόκληρο τον λαόν. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες εβάπτισε σαρανταπέντε χιλιάδες.
       
Αφού λοιπόν εβαπτίσθηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανόν έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία επ' ονόματι του τρισυποστάτου Θεού. Ο Άγιος επήγε να την ιδή. Μόλις μπήκε στο Άγ. Βήμα και προσευχήθηκε εβγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίσθηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.
Ο Διάβολος του στήνει ενέδρα
 
       Ο Άγιος αφού απεχαιρέτησε τον βασιλέα και τον λαόν έφυγε για την πατρίδα του Καππαδοκία. Στο δρόμο του τον συνάντησε ο διάβολος μετασχηματισμένος σε μορφή ανθρώπου. Εκρατούσε και δύο ραβδιά πάνω στα οποία στηριζόταν σαν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σαν νικημένος και καταφρονημένος στρατιώτης. Είπε λοιπόν με ταπείνωσιν προς τον Άγιον: «Χαίρε Γεώργιε». Ο Άγιος αμέσως αντελήφθη ότι επρόκειτο περί διαβόλου και του είπε: «Ποιος είσαι και πως με ξέρεις; Εάν δεν ήσουνα πονηρός διάβολος δεν θα ημπορούσες να με ξέρης, εφ' όσον ποτέ δεν μ' έχεις ξαναδεί». Ο διάβολος είπε: «Πώς τολμάς να υβρίζης τους Αγγέλους του Θεού και ρωτάς ποιος είμαι εγώ; Μάθε να μιλάς καλά». Ο Άγιος τότε απεκρίθη: «Αν είναι έτσι όπως μου τα λες και είσαι Άγγελος ακολούθησέ με. Αν όμως είσαι πνεύμα πονηρόν να μην μετακινηθής από τη θέση σου». Μόλις ετελείωσε τον λόγο του αυτό ο Άγιος, ο διάβολος βρέθηκε δεμένος και εφώναξε δυνατά: «Αλλοίμονόν μου! Τι κακή ώρα ήταν αυτή που σε συνάντησα! Τι κακόν έπαθα να πέσω στα χέρια σου ο ταλαίπωρος!».
       Ο Άγιος βεβαιώθηκε ότι ήταν πνεύμα πονηρόν και του είπε: «Σε ορκίζω στο Θεό, να μου πης τι επρόκειτο να μου κάνης». Και ο δαίμονας είπε: «Εγώ, Γεώργιε, είμαι από το δεύτερον τάγμα του σατανά και όταν ο Θεός έκαμε τον ουρανόν και διεχώριζε την γην από τα ύδατα ήμουνα παρών. Εγώ έκαμα φοβερές βροντές και αστραπές, εγώ έδεσα κεφαλές και τώρα εξ αιτίας της υπερηφάνειάς μου κατάντησα κάτω στον Άδη και έγινα δαίμονας.  Αλλοίμονόν μου, Γεώργιε, γιατί ζήλεψα την χάριν που σου δόθηκε και ήλθα να σε παραπλανήσω να με προσκυνήσης. Αλλά επλανήθηκα και απατήθηκα. Αλλοίμονόν μου τι κακόν εζήτησα να πάθω και δεν ημπορώ να λυθώ! Σε παρακαλώ, Γεώργιε, ενθυμήσου την προηγούμενή μου ευτυχία και μην με αφήσης να επιστρέψω στην άβυσσον γιατί σου τα είπα όλα». Τότε ο Άγιος αφού ύψωσε τα χέρια στον ουρανόν είπε: «Σ' ευχαριστώ, Κύριέ μου, διότι μου παρέδωκες στα χέρια μου τον πονηρόν δαίμονα, ο οποίος πρόκειται να σταλή σε σκοτεινόν τόπον για να τιμωρήται αιώνια». Μόλις είπε αυτά ο Άγιος επετίμησε και απέλυσε το πονηρόν πνεύμα.
       Έκτοτε ο Άγιος προεγνώρισεν ότι είναι θέλημα Θεού να μαρτυρήση για την αγάπη του Χριστού. Έτσι επήγε στον Διοκλητιανόν όπου με θάρρος διεκήρυξε την πίστιν του και εμαρτύρησε δίνοντας το αίμα του για την αγάπη του Χριστού. 

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ  Ήχος δ'
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
                                             ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ

 
 Γεωργηθείς υπό Θεού ανεδείχθης, της ευσεβείας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράματα συλλέξας σ' εαυτώ, σπείρας γαρ εν δάκρυσιν, ευφροσύνη θερίζεις. αθλήσας δε δι' αίματος, τον Χριστόν εκομίσω και ταις πρεσβείαις Άγιε ταις σαις, πάσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν.