30 Οκτ 2012


Η πιο εύκολη αμαρτία 


Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ’ αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ αυτήν.
  Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ’ αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μια μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; Αρχίζει. ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν’ απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ’ όσα κατακρίνει. Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.
Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.
Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.
Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία.
Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι’ αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του; Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων; Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ’ όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει. Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ’ αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;
Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.
Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού; Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι’ αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.
Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο και πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.
Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του; Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν’ ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ’ αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον. Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ’ αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».
Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ’ αυτόν.
Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: « Αυτό και αυτό έγινε». Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες. Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον.
Από ποιον άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον.Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι; Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν.Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται.
Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ’ αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος.
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Έργα Ασκητικά”
του Άββα Δ
ωρόθεου

28 Οκτ 2012


Τῇ ΚΘ Μηνός ᾿Οκτωβρίου, μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου ὁσιοπαρθενομάρτυρος ᾿Αναστασίας τῆς Ρωμαίας


῾Η ἁγία ᾿Αναστασία καταγόταν ἀπό τή μεγαλούπολη Ρώμη. Ζοῦσε στά χρόνια τοῦ βασιλέως Δεκίου καί τοῦ ἡγεμόνα Πρόβου κατά τό ἔτος 256 μ.Χ. Σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἐγκατέλειψε τή ματαιότητα τοῦ κόσμου καί μπῆκε σέ μοναστήρι. Κάτω ἀπό τήν ἄγρυπνη πνευματική καθοδήγηση τῆς πνευματικῆς της μητέρας Σοφίας μοναχῆς, προέκοπτε συνεχῶς στά παλαίσματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας, καταισχύνοντας τόν ἀρχέκακο διάβολο.
Αὐτός ὑποκινεῖ δικούς του ἀνθρώπους νά ἀναγγείλουν στόν ἡγεμόνα πώς ἡ ᾿Αναστασία κηρύττει τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί Δημιουργό. Λίγο πρίν ὁδηγηθεῖ στό κριτήριο, ἡ ῾Αγία ἐνισχύεται πνευματικά ἀπό τή φωτισμένη διδασκαλία τῆς γερόντισσας Σοφίας πού τήν προτρέπει νά ὑπομείνει ὡς τό τέλος τό μαρτύριο μέ γενναιότητα.
Χαρούμενη ἡ ᾿Αναστασία ὁδηγεῖται στόν ἡγεμόνα, ὅπου ἐκπλήσσει τούς παρευρισκομένους μέ τήν ἀδαμάντινη σταθερότητά της: οὔτε οἱ κολακεῖες, οὔτε οἱ ἀπειλές τήν πτοοῦν. ῾Ομολογεῖ μέ παρρησία ὅτι γιά χάρι τοῦ ἀγαπημένου της ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕτοιμη νά ὑποστεῖ ὄχι μόνο πάνδεινα βασανιστήρια, ἀλλά καί μυρίους θανάτους.
῾Ο ἡγεμόνας προστάζει πρῶτα νά τή δείρουν ἀνελέητα στό πρόσωπο, ἔπειτα νά τήν γυμνώσουν τελείως, γιά νά ντροπιαστεῖ μπροστά σέ ὅλο τό θέατρο. ῞Υστερα τήν τεντώνουν πάνω σέ πασσάλους καταφλέγοντας τό στῆθος της, τήν κοιλιά καί τά σπλάγχνα μέ ἀναμμένη φωτιά, ἐνῶ συγχρόνως τήν χτυποῦν στήν πλάτη μέ ξύλα. ῾Η ἔνθερμη προσευχή τῆς ῾Αγίας σβήνει τή σφοδρότητα τῆς φωτιᾶς.
Στή συνέχεια τήν ὑποβάλλουν στό μαρτύριο τοῦ τροχοῦ, κατά τό ὁποῖο ὅλα τά κόκκαλα τῆς ἁγίας συντρίβονται. Μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Κυρίου ὅμως, ἡ ῾Αγία θαυματουργικά βρίσκεται ὑγιής καί ὁλόσωμη, χωρίς ἴχνος πληγῆς στή σάρκα της.
Κρεμασμένη σέ ξύλο τήν καταξεσχίζουν μέ σιδερένια νύχια. Κατόπιν ὁ ἡγεμόνας προστάζει τιμωρία ὑπερβολικά ἐπώδυνη, νά τῆς κόψουν τούς μαστούς, ὅπου ἑδράζεται ἡ καρδιά. ᾿Αλλ᾿  ὁ θεῖος ἔρωτας τῆς νύμφης τοῦ Χριστοῦ κατανικᾶ καί αὐτό τό πάθος.
Στή συνέχεια τῆς ξερριζώνουν ὅλα τά δόντια καί τά νύχια. ᾿Εκείνη, σάν νά μήν αἰσθάνεται πόνο, εὐχαριστεῖ θερμά τόν Κύριο πού τήν ἀξιώνει νά συμμετέχει στά πάθη Του. Συγχρόνως βρίζει τούς ψεύτικους θεούς τοῦ τυράννου, πού ὀργισμένος διατάζει νά τῆς ξερριζώσουν καί τή γλῶσσα. Δίχως νά δειλιάσει ἡ ῾Αγία, ζητεῖ  λίγη διορία γιά νά προσευχηθεῖ: εὐχαριστεῖ τόν Κύριο καί τόν παρακαλεῖ ὅσοι ἄρρωστοι τήν ἐπικαλεστοῦν σέ βοήθεια, νά τούς θεραπεύει ἀπό κάθε ἀρρώστια. ᾿Εκείνη τήν ὥρα ἀκούστηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού μαρτυροῦσε τήν πραγματοποίηση τοῦ αἰτήματός της.
῾Ο δήμιος ἐκτελεῖ τό πρόσταγμα καί τῆς κόβει μέ ξῖφος τή θεολογική γλῶσσα. ῎Επειτα ὁ Πρόβος διατάζει νά τήν ἀποκεφαλίσουν.
Τό λείψανο τῆς ῾Αγίας ριγμένο στό χῶμα γιά λίγες ἡμέρες, δέν τό ἄγγιξε πουλί ἤ θηρίο.  Θεῖος ἄγγελος στάλθηκε ἀπό τούς οὐρανούς γιά νά τό παραδώσει στή διδασκάλισσά της Σοφία. ᾿Εκείνη καταφιλώντας το μέ δάκρυα, συλλογιζόταν πῶς μποροῦσε νά τό σηκώσει, ἀνήμπορη ἀπό τά γηρατειά. Τότε ξάφνου παρουσιάστηκαν δύο μεγαλοπρεπεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι σήκωσαν τό ἱερώτατο λέιψανο καί τό μετέφεραν μέσα στή Ρώμη καί τό ἀπέθεσαν στόν τάφο λαμπρά καί τιμητικά, πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ Πατρός καί Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, μετά τοῦ ὁποίου πρέπει τιμή καί  κράτος  καί πρός τό ῞Αγιον Πνεῦμα νῦν καί ἀεί  κα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Τά ἱερά λείψανα τῆς ῾Αγίας ᾿Αναστασίας φέρουν ἀκόμα δέρμα ἀπό τήν ῾Αγία, εὐωδιάζουν καί παραμένουν ἄφθαρτα. Φυλάσσονται στή ῾Ιερά Μονή ῾Οσίου Γρηγορίου ῾Αγίου ῎Ορους, ὅπου οἱ πατέρες ἔχουν τήν ῾Αγία  "μεγαλύτερη ἀδελφή", στήριγμα, βοήθεια καί προστάτιδα.
᾿Αναρίθμητες εἶναι οἱ μαρτυρίες μοναχῶν ἀλλά καί ἁπλῶν πιστῶν γιά ἄμεσες θαυματουργικές καί σωτηριώδεις ἐπεμβάσεις τῆς ῾Αγίας, καί μάλιστα μέ μόνη τήν ἐπίκληση τοῦ σεπτοῦ ὀνόματός της: "῾Αγία ᾿Αναστασία, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν".
 ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Η ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ» ΕΚ ΤΟΥ ΓΙΩΝΥΜΟΥ ΟΡΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ ΠΡΟΣ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΜΟΝ ΕΠΙ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΝΗΜΗΝ ΤΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ 
θα βρίσκετε στον Ι. Ναό Αγ. Δημητρίου Πολιούχου της Θεσσαλονίκης έως 3 Νοεμβρίου. 


Το παρακάτω  της  ιστορικό γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο το 1548 ο οποίος υπήρξε και Πρώτος του Αγίου Όρους και διέσωσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στη Σκήτη του Πρωτάτου, που βρίσκεται στις Καρυές του Αγ. Όρους - στην αριστερή όχθη του χειμάρρου του Λιβαδογένη, κάτω από τη ρωσική Σκήτη του Αγ. Ανδρέα - εκεί κοντά στην τοποθεσία της Ι. Μονής Παντοκράτορος, είναι ένας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος που έχει διάφορα κελιά.

Σε ένα από αυτά τα κελιά που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατοικούσε ένας ενάρετος Ιερομόναχος γέροντας με τον υποτακτικό του. Κατά το βράδυ ενός Σαββάτου θέλοντας ο Γέροντας να πάει στην αγρυπνία στη μονή λέει στον υποτακτικό:
- Εγώ Τέκνο μου θα πάω να ακούσω την αγρυπνία ως συνήθως. Εσύ μείνε στο κελί και ανάγνωσε την ακολουθία σου. Και έτσι έφυγε.
Αφού ήρθε το βράδυ, ακούει ο υποτακτικός να χτυπάει κάποιος την πόρτα του κελιού. Πήγε, την άνοιξε και βλέπει κάποιον ξένο και άγνωστο μοναχό, ο οποίος αφού παρακάλεσε, μπήκε και έμεινε εκείνη τη βραδιά στο κελί.
Την ώρα του όρθρου σηκώθηκαν και έψαλλαν και οι δύο την ακολουθία. Όταν όμως ήλθαν στην Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, ο υποτακτικός έψαλλε ως τέλους τον ύμνο, ενώ ο ξένος μοναχός στάθηκε μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου και με περισσή ευλάβεια και φόβο κάνοντας άλλη αρχή του ύμνου τον έψαλλε ως εξής: «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Και μετά επισύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.
Όταν άκουσε αυτό ο υποτακτικός ενθουσιάστηκε αφ' ενός για το νέο ύμνο, αφετέρου για την κατά κάποιο τρόπο Αγγελοειδή φωνή και ουράνιο μελωδία που άκουσε και λέει προς τον ξένο μοναχό:
- Εμείς μόνο την Τιμιωτέρα ψάλλουμε, το Άξιον Εστίν, δεν το έχουμε ακούσει ποτέ, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι πρωτύτεροι από μας. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε αγάπη και γράψε σε μένα τον ύμνο αυτό για να τον ψάλλω και γώ στην Θεοτόκο.
- Φέρε μου μελάνι και χαρτί για να γράψω τον ύμνο, του είπε ο ξένος μοναχός.
- Δεν έχω ούτε μελάνι, ούτε χαρτί ,είπε ο υποτακτικός. Τότε ο ξένος μοναχός είπε:
- Φέρε μου μια πλάκα.

Ο υποτακτικός πήγε τότε και έφερε (μάλιστα λέγεται ότι η πλάκα αυτή ήταν από το δάπεδο του ναού κάτι που είναι πολύ πιθανόν). Την πήρε λοιπόν ο ξένος, και έγραψε πάνω σ' αυτήν με το δάκτυλο του τον παραπάνω ύμνο, το Άξιον Εστίν. Κι ώ του θαύματος!!! Τα γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιά πάνω στην σκληρή πλάκα σαν να γράφτηκαν σε μαλακό πηλό.
Και ποιος να περιγράψει την έκπληξη του υποτακτικού που βρέθηκε μπροστά σ' αυτό το εξαίσιο γεγονός, ο οποίος δίκαια στάθηκε εμβρόντητος και παράλαβε την πλάκα από τον ξένο. Μετά είπε ο ξένος στον υποτακτικό:
- Από σήμερα και στο εξής έτσι να ψάλλετε αυτό τον ύμνο και εσείς, αλλά και όλοι οι Ορθόδοξοι στην Κυρία ημών Θεοτόκο. Και μετά εξαφανίστηκε. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, απεσταλμένος από το Θεό, για να αποκαλύψει τον αγγελικό αυτό ύμνο στην ανθρωπότητα.
Ο υποτακτικός μοναχός δοκιμάζοντας έκπληξη στην έκπληξη και χαρά στην χαρά, προσκύνησε τον τόπο όπου στάθηκε ο Άγγελος και ξεφώνησε: «Νυν είδα αληθώς ότι εξαπέστειλε Κύριος τον Άγγελο Αυτού» και ατενίζοντας την εικόνα της Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ελλαλήθη περί σού η πόλις του Θεού, Δέσποινα μου Μαρία».

Αφού επέστρεψε και ο Γέροντας από την αγρυπνία στο κελί, άρχισε ο υποτακτικός να του διηγείται τα συμβαίνοντα και να του ψάλλει το Άξιον Εστίν, όπως του παρήγγειλε ο Άγγελος και στη συνέχεια του έδειξε και την πλάκα με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. Ο Γέροντας ακούγοντας και βλέποντας όλα αυτά, έμεινε εκστατικός απέναντι στο θαύμα αυτό.
Πήραν και οι δύο την αγγελοχάρακτη πλάκα και πήγαν στο Πρωτάτο. Την έδειξαν στον Πρώτο αλλά και στους Γέροντες της Κοινής Σύναξης και τους διηγήθηκαν όλα τα γενόμενα. Αυτοί δόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν τη Κυρία Θεοτόκο για το εξαίσιο αυτό Θαύμα. Αμέσως έστειλαν την πλάκα στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αφού τους έγραψαν και γράμματα που εξιστορούσαν όλη την υπόθεση του γεγονότος.

Από τότε και μετά ο Αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την Οικουμένη και ψάλλεται στη Θεομήτορα από όλους τους Ορθοδόξους.  Η δε εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν στην Εκκλησία του κελιού στο οποίο έγινε αυτό το Θαύμα, με κοινή απόφαση των Πατέρων αποφασίσθηκε να μεταφερθεί στο Ιερό Βήμα του Πρωτάτου. Έτσι αφού συνήχθησαν πολλοί Πατέρες, έκαναν μια μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, και θείους ύμνους) όπως άρμοζε στην περίπτωση και αφού πήγαν στο κελί όπου είχε λάβει χώρα το Θαύμα προσκύνησαν την εν λόγω Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος. Στη συνέχεια την λιτάνευσαν προς την Εκκλησία του Πρωτάτου. Όταν έφθασαν στον Ναό την απέθεσαν στον κυρίως Ιερό Ναό και στη συνέχεια τέλεσαν αγρυπνία εις δόξα και τιμή της Θεομήτορος και του Υπηρέτη Αυτής Μεγίστου Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετά αφού την έλαβαν σαν τίμιο αγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτό και τιμαλφέστατο θησαυρό, με την δέουσα τιμή και ευλάβεια την εισήγαγαν στο Ιερό Βήμα σύμφωνα με την προσυμφωνηθείσα απόφαση και την ενθρόνισαν στο Ιερό σύνθρονο του Αγίου Βήματος πίσω από την Αγια Τράπεζα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, σαν σε θρόνο βασιλικό.
Από τότε η Ιερά αυτή Εικόνα πήρε την ονομασία του αγγελικού ύμνου «Άξιον Εστίν», επειδή μπροστά στην εικόνα αυτή ψάλθηκε για πρώτη φορά από τον Άγγελο ο ύμνος αυτός. Το κελί πήρε την επωνυμία «Άξιον Εστί» ενώ ο λάκκος (η τοποθεσία) που βρίσκεται το κελί ονομάζεται από όλους μέχρι σήμερα «Άδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), επειδή εκεί για πρώτη φορά ψάλθηκε ο αγγελικός αυτός ύμνος.

Το θαύμα αυτό είναι παλαιό και έγινε το 980 μ.Χ. επί της Βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων που ονομαζόντουσαν και Πορφυρογέννητοι, υιών του Ρωμανού του νέου και επί πατριαρχίας Νικολάου του Χρυσοβέργου. Η παραπάνω εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου καλουμένης «Αξιον Εστίν» κατασκευάσθηκε στους χρόνους της εικονομαχίας. Γενικά η όλη τεχνοτροπία της εικόνας είναι αυστηρά βυζαντινή και η όψη της επιβλητική, με γλυκεία σοβαρότητα, γνώρισμα πολλών παλαιών εικόνων. Κατά το έτος 1836 το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας σκεπάσθηκε με λιθοστόλιστο αργυροχρυσωμένο κάλυμμα, θαυμαστής Αγιορείτικης τέχνης (υποκάμισο) .

14 Οκτ 2012


ΓΕΡ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΑΓΩΓΗ»


  
alt
Να βλέπομε τον Θεό στο πρόσωπο των παιδιών και να δώσομε την αγάπη του Θεού στα παιδιά. Να μάθουν και τα παιδιά να προσεύχονται. Για να προσεύχονται τα παιδιά, πρέπει να έχουν αίμα προσευχομένων γονέων.

Εδώ πέφτουν έξω μερικοί και λένε: «Εφόσον οι γονείς προσεύχονται, είναι ευσεβείς, μελετούν την Αγία Γραφή και τα παιδιά τα ανάθρεψαν ''εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου'', επόμενο είναι να γίνουν καλά παιδιά». Ορίστε, όμως, που βλέπομε αντίθετα αποτελέσματα λόγω της καταπιέσεως.

Δεν είναι αρκετό να είναι οι γονείς ευσεβείς. Πρέπει να μην καταπιέζουν τα παιδιά, για να τα κάνουν καλά με τη βία. Είναι δυνατό να διώξομε τα παιδιά απ' τον Χριστό, όταν ακολουθούμε τα της θρησκείας με εγωισμό. Τα παιδιά δεν θέλουν καταπίεση. Μην τα εξαναγκάζετε να σας ακολουθήσουν στην εκκλησία. 

Μπορείτε να πείτε: «Όποιος θέλει, μπορεί να έλθει τώρα μαζί μου ή αργότερα». Αφήστε να μιλήσει στις ψυχές τους ο Θεός. Η αιτία που μερικών ευσεβών γονέων τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, γίνονται ατίθασα κι αφήνουν και την Εκκλησία κι όλα και τρέχουν αλλού να ικανοποιηθούν είναι αυτή η καταπίεση που τους ασκούν οι «καλοί» γονείς.

Οι τάχα «ευσεβείς» γονείς, που είχαν τη φροντίδα να κάνουν τα παιδιά τους «καλούς χριστιανούς», μ' αυτή την αγάπη τους, την ανθρώπινη, τα καταπίεσαν κι έγινε το αντίθετο. Πιέζονται, δηλαδή, όταν είναι μικρά τα παιδιά κι όταν γίνουν δεκάξι χρονώ, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ, φθάνουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αρχίζουν από αντίδραση να πηγαίνουν με παλιοπαρέες και να λένε παλιόλογα.

Ενώ, όταν αναπτύσσονται μέσα στην ελευθερία, βλέποντας συγχρόνως το καλό παράδειγμα των μεγάλων, χαιρόμαστε να τα βλέπομε. Αυτό είναι το μυστικό, να είσαι καλός, να είσαι άγιος, για να εμπνέεις, να ακτινοβολείς. Η ζωή των παιδιών φαίνεται να επηρεάζεται απ' την ακτινοβολία των γονέων. Επιμένουν οι γονείς: «Άντε να εξομολογηθείς, άντε να μεταλάβεις, άντε να κάνεις εκείνο....». Τίποτα δεν γίνεται. Ενώ βλέπει εσένανε; Αυτό που ζεις, αυτό και να ακτινοβολείς. Ακτινοβολεί ο Χριστός μέσα σου; Αυτό πηγαίνει στο παιδί σου.

Εκεί βρίσκεται το μυστικό. Κι αν γίνει αυτό, όταν το παιδί είναι μικρό στην ηλικία, δεν θα χρειασθεί να κοπιάσει πολύ, όταν μεγαλώσει. Πάνω σ' αυτό το θέμα ακριβώς ο σοφός Σολομών χρησιμοποιεί μια ωραιότατη εικόνα, τονίζοντας τη σημασία που έχει το καλό ξεκίνημα, η καλή αρχή, το καλό θεμέλιο. Λέγει σ' ένα σημείο: «Ο ορθρίσας προς αυτήν (την σοφίαν) ου κοπιάσει· πάρεδρον γαρ ευρήσει των πυλών αυτού»[2]. Ο «όρθρος προς αυτήν» είναι η πιο νεαρά ηλικία απασχόλησις με αυτή, τη σοφία. Σοφία είναι ο Χριστός. Η λέξη «πάρεδρος» σημαίνει «βρίσκεται πλησίον».

Όταν οι γονείς είναι άγιοι και το μεταδώσουν αυτό στο παιδί και του δώσουν αγωγή εν Κυρίω, τότε το παιδί, ό,τι επιδράσεις κακές κι αν έχει απ' το περιβάλλον του, δεν επηρεάζεται, διότι έξω απ' την πόρτα του θα βρίσκεται η Σοφία, ο Χριστός. Δεν θα κοπιάσει, για να την αποκτήσει. Φαίνεται πολύ δύσκολο να γίνεις καλός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ εύκολο, όταν από μικρός ξεκινήσεις με καλά βιώματα. Μεγαλώνοντας δεν χρειάζεται κόπος, το έχεις μέσα σου το καλό, το ζεις. Δεν κοπιάζεις, το έχεις ζήσει, είναι περιουσία σου, που τη διατηρείς, αν προσέξεις, σε όλη σου τη ζωή..

12 Οκτ 2012


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ


«Υπάρχουν τρεις τρόποι πνευματικής ζωής. Ο πρώτος είναι να έχεις μία αρρώστια. ό δεύτερος είναι να κάνεις όλες τις δουλειές με χαρά. και ο τρίτος είναι να υπακούς σε Γέροντα. Αυτό το τελευταίον έχει τί το περισσόν».

* «Να λυώνεις επάνω στην εργασία σου. Να εργάζεσαι, όμως, μ' ευλάβεια, να έχεις πίστη μέσα σου και προσευχή. Μ' αυτό τον τρόπο θ' αγιάσεις».

«Να σκέπτεσαι καλά για τον άλλο. Με την προσευχή σας, μέσω του Χριστού, επηρεάζετε ευνοϊκά τον άλλο. Να μην σκέφτεστε άσχημα για κάποιον, διότι τότε επηρεάζετε κι' αυτόν άσχημα.

* «Οι περισσότεροι έρχονται εδώ και μου λένε: Κανείς δεν με θέλει, είμαι άχρηστος, δεν με καταλαβαίνουν, δεν μ' αγαπούν». Τους εξηγώ τότε «όλα αυτά προέρχονται από τον εγωισμό. Όταν στραφείς προς το Θεό, δεν ζητάς τίποτε, δεν είσαι ανικανοποίητος, κι' είσαι με όλα και με όλους ευχαριστημένος. Τους αγαπάς τότε όλους κι' εκείνοι σ' αγαπούν. Κι' αυτό εξαρτάται από εσένα, διότι ενώθηκες με τον Θεό». 
* «Η μητέρα αρχίζει να παιδαγωγεί το παιδί της μέσα από τη μήτρα της, με τα ψυχικά της βιώματα».

* «Επιτρέπεται», έλεγε, «να βοηθά ο Θεός τον άνθρωπο να κάμνει τόσες εφευρέσεις, να τις χρησιμοποιεί ο διάβολος κι' εμείς οι χριστιανοί να μη τις χρησιμοποιούμε;».

* «Όταν αγαπήσουμε τον Χριστό η ψυχή μας ελευθερώνεται από το φόβο». - «Όποιος αγαπά το Χριστό αυτός αποφεύγει την αμαρτία».

* «Βρίσκεσαι μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και κουνάς τα χέρια σου και προσπαθείς μ' αυτό τον τρόπο να διώξης το σκοτάδι. Δεν φεύγει, όμως, έτσι το σκοτάδι. Άνοιξε το παράθυρο για να μπη το φως και μόνο τότε θα φύγη το σκοτάδι. Το φως είναι εκείνο που θα διώξη το σκοτάδι. Να μελετούμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, τους βίους των Αγίων, τους Πατέρες. αυτό είναι το φως, που θα διώξη το σκοτάδι».

«Όταν σε μια χώρα πέσει πολλή αμαρτία, τότε και τα πολιτικά της θέματα πάνε στραβά, αντί να πηγαίνουν ίσια».

* «Αν τακτοποιηθούν τα εσωτερικά του ανθρώπου, αυτόματα θα τακτοποιηθούν και τα εξωτερικά».

* «Ένας τρόπος υπάρχει, για να μην έχουμε προβλήματα με τα παιδιά. η αγιότητα. Γίνετε άγιοι και δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα με τα παιδιά σας».

* «Όταν βλέπεις τον διάβολο να πατά στο λαιμό το παιδί σου, εσύ, αντί να θυμώνης στο παιδί σου, διότι παραστράτησε, να μιλάς στο Θεό γι' αυτό...».

* «Όσα θα έλεγες σ' αυτό το παιδί σου, αφού έχει κάποιες αντιδράσεις, λόγω του χαρακτήρος του, να τα λες στο Θεό. Γονάτιζε στο Θεό και, διά της χάριτος του Θεού, τα λόγια σου θα μεταβιβάζονται στο παιδί σου».

* «Η χάρις του Θεού σ' εμάς τους Ορθοδόξους αποκαλύπτει τα μυστήρια».

* «Εγώ δεν έχω τίποτε. Ένα πράγμα ξέρω. μετάνοια, εξομολόγησι, ζωή μέσα στην Εκκλησία».

* «Η θρησκεία μας είναι κάτι το μεγαλειώδες. θεραπεύει τα πάντα. Ν' αγαπήσεις τον Χριστό και τότε όλα θ' αλλάξουν μέσα σου και γύρω σου».

«Στενοχωρούμαι και στενάζω, διότι δεν αγάπησα το Θεό, όσο πρέπει».

* «Το χάρισμα, παιδί μου, δεν είναι δικό μου. είναι του Θεού. Λέω αυτό, που με φωτίζει ο Θεός εκείνη την ώρα, αυτό που μου λέει ο Θεός και όχι αυτό, που λέει ο νους μου, η φαντασία μου, η γνώση μου, η δική μου δυνατότητα».

* Πριν την κοίμησί του δύο εβδομάδες είπε τηλεφωνικώς, από το κελλί του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, τα εξής στην ερώτησι μιας κυρίας, πότε θα επέστρεφε στην Αθήνα: «Άκουσε, κόρη μου, σας αγαπώ όλους, αλλά εδώ έχω υψηλότερα καθήκοντα. Είμαι πολύ αμαρτωλός και ήρθα εδώ να βρω το Θεό».

* «Όταν φύγω θα είμαι πιο κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις».

«Η εποχή μας είναι σαν την εποχή του Χριστού. Και τότε ο κόσμος είχε φθάσει σε μία αθλία κατάσταση. Ο Θεός, όμως μας λυπήθηκε. Και τώρα δεν πρέπει ν' απελπιζόμαστε. Βλέπω μέσα από τη συμφορά να εμφανίζεται κάποιος πολύ σπουδαίος άνθρωπος του Θεού, ο οποίος θα συνεγείρει και θα ενώσει τον κόσμο προς το καλό».

* «Ο ταπεινός, έλεγε, δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της καταστάσεώς του, αλλά δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητάς του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, τη μικρότητά του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του, των αδελφών του. Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, αλλά δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ο κυριευμένος από το πλέγμα κατωτερότητας, εξωτερικά και στην αρχή, μοιάζει με τον ταπεινό. Αν, όμως, λίγο τον θίξεις ή και τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι' αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει. Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με το μετανοούντα αμαρτωλό. «Ο μελαγχολικός περιστρέφεται κι' ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο. Ο αμαρτωλός, που μετανοεί κι' εξομολογείται, βγαίνει από τον εαυτό του. Αυτό το μεγάλο έχει η πίστη μας: τον εξομολόγο. Τον πνευματικό. Έτσι και το 'πες στο Γέροντα κι' έλαβες τη συγχώρεση, μη γυρνάς πίσω...». 

4 Οκτ 2012


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Τήν Κυριακή 7 Ὀκτωβρίου
στόν Ἱ. Ν. Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος
τῆς Ὀρθ. Ἀδελφότητος "Χριστ. Ἐλπίς"  στό Φίλυρο Θεσ/νίκης.
μετά τήν θ. Λειτουργία θά τελεσθεῖ Μνημόσυνο
ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς
τοῦ διδασκάλου τῆς Ἀδελφότητός μας Στεργίου Σάκκου
ἐπί τ συμπληρώσει ἕξι μηνῶν ἀπό τήν ἐκδημία του.