23 Σεπ 2011

ΠΑΤΕΡΙΚΑ

Μή δικαιολογεῖς τήν ἀδράνειά σου
 
Δέν ὑπάρχει πιό κρύο πρᾶγμα ἀπό τόν χριστιανό πού δέν σώζει ἄλλους. Δέν μπορεῖς ἐδῶ νά ἐπικαλεσθεῖς τήν φτώχια, διότι θά σέ κατηγορήσει ἡ χήρα πού κατέβαλε τά δύο λεπτά... Δέν μπορεῖς νά ἐπικαλεστεῖς τήν ταπεινή σου καταγωγή, διότι καί οἱ ἀπόστολοι ἦταν ἄσημοι καί κατάγονταν ἀπό ἀσήμους. Δέν μπορεῖς νά προβάλεις τήν ἀγραμματοσύνη σου· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀγράμματοι. Ἀκόμη κι ἄν εἶσαι δοῦλος, κι ἄν εἶσαι δραπέτης, θά μπορέσεις νά ἐκπληρώσεις τό καθῆκον σου, διότι καί ὁ Ὀνήσιμος τέτοιος ἦταν. Κοίταξε ὅμως ποῦ τόν καλεῖ καί σέ τί ὑψηλό ἀξίωμα τόν ἀνεβάζει ὁ ἀπόστολος· «ἵνα κοινωνῇ μοι», λέγει, «ἐν τοῖς δεσμοῖς μου». Δέν μπορεῖς νά προφασισθεῖς τήν ἀσθένεια, διότι καί ὁ Τιμόθεος τέτοιος ἦταν, εἶχε «πυκνάς ἀσθενείας»...
Δέν βλέπετε τά δένδρα τά ἄκαρπα πῶς εἶναι γερά, πῶς εἶναι ὡραῖα, μεγάλα, λεῖα καί ψηλά; Ἀλλά ἄν εἴχαμε κῆπο, θά προτιμούσαμε νά ἔχουμε ροδιές καί ἐλιές καρποφόρες παρά αὐτά, διότι αὐτά εἶναι γιά τήν τέρψη καί ὄχι γιά τήν ὠφέλειά μας· ἐλάχιστα ὠφελοῦν. Τέτοιοι εἶναι οἱ χριστιανοί πού φροντίζουν μόνο γιά τά δικά τους, ἤ μᾶλλον οὔτε τέτοιοι, διότι αὐτοί εἶναι γιά τήν φωτιά, ἐνῶ τά καλλωπιστικά δένδρα χρησιμοποιοῦνται καί γιά τήν οἰκοδόμηση καί γιά τήν ἀσφάλεια τῶν ἰδιοκτητῶν. Τέτοιες ἦταν καί οἱ πέντε παρθένες, ἁγνές βέβαια καί κόσμιες καί σώφρονες, ἀλλά σέ κανέναν χρήσιμες, γι' αὐτό καί κατακαίονται. Τέτοιοι εἶναι αὐτοί πού δέν ἔθρεψαν τόν Χριστό. Πρόσεξε ὅτι κανείς ἀπ' αὐτούς δέν κατηγορεῖται γιά προσωπικά του ἁμαρτήματα· δέν κατηγορεῖται ὅτι πόρνευσε οὔτε ὅτι ἐπιόρκησε, καθόλου, ἀλλά ὅτι δέν ὑπῆρξε χρήσιμος στόν ἄλλο... Πῶς εἶναι χριστιανός τέτοιος ἄνθρωπος; Πές μου, ἄν τό προζύμι πού ἀνακατεύεται μέ τό ἀλεύρι δέν μεταβάλλει στή δική του φύση ὅλο τό φύραμα, εἶναι προζύμι; Καί ἀλήθεια, τό μύρο πού δέν γεμίζει εὐωδιά ἐκείνους πού πλησιάζουν θά τό ὀνομάζαμε μύρο;
Μήν πεῖς· μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά παρακινήσω ἄλλους. Ἄν πράγματι εἶσαι χριστιανός, ἀδύνατο εἶναι τό νά μή συμβαίνει αὐτό. Ὅπως αὐτά πού βλέπουμε στή φύση εἶναι ἀναντίρρητα, ἔτσι καί τοῦτο· διότι στή φύση τοῦ χριστιανοῦ βρίσκεται τό πρᾶγμα. Μήν ὑβρίζεις τόν Θεό. Ἄν πεῖς ὅτι δέν μπορεῖ νά φωτίζει ὁ ἥλιος, τόν ὕβρισες· ἄν πεῖς ὅτι ὁ χριστιανός δέν μπορεῖ νά ὠφελεῖ, ὕβρισες τόν Θεό καί τόν εἶπες ψεύτη. Διότι εἶναι εὐκολώτερο νά μή θερμαίνει καί νά μή χύνει φῶς ὁ ἥλιος, παρά νά μή φωτίζει ὁ χριστιανός· εἶναι εὐκολώτερο νά γίνει σκοτάδι τό φῶς, παρά νά συμβεῖ αὐτό. Μή λές, λοιπόν, εἶναι ἀδύνατο, διότι ἀδύνατο εἶναι τό ἀντίθετο. Μήν ὑβρίζεις, λοιπόν, τόν Θεό. Ἄν ρυθμίσουμε σωστά τή ζωή μας, ὁπωσδήποτε θά συμβοῦν κι ἐκεῖνα καί θά ἀκολουθήσουν σάν κάτι τό φυσικό. Δέν εἶναι δυνατόν νά μείνει κρυφό τό φῶς τοῦ χριστιανοῦ· δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφτεῖ μιά τόσο φωτεινή λαμπάδα. Ἄς μήν ἀμελοῦμε, λοιπόν!
Ἰω. Χρυσοστόμου

14 Σεπ 2011

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ»

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους. Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Πηγές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης είχε καθιερωθεί από τα αρχαία χρόνια, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από αυτόν τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330 μ.Χ.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας απόστολος εξαίρει τον ρόλο του Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου. Πρώτος ο Παύλος ομίλησε για την καύχηση του Σταυρού του Χριστού. Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω του οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς. Οι διωκόμενοι χριστιανοί από τους φανατικούς ειδωλολάτρες θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι’ αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου.
Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος εξέφραζε την νέα εποχή, σε αντίθεση με τους συναυτοκράτορές του, οι οποίοι εξέφραζαν και προσπαθούσαν να συντηρήσουν τον παλιό κόσμο, που κατέρρεε ραγδαία. Ο μεγάλος αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Χαράχτηκε παντού, στις ασπίδες των στρατιωτών, στα κράνη, στα λάβαρα, και αλλού.
Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι’ αυτό προσέγγισε τη νέα ανερχόμενη θρησκευτική πίστη των χριστιανών. Κατάλαβε ο μεγάλος και διορατικός εκείνος άνδρας ότι το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκε στον Χριστιανισμό, όπως και έγινε. Έτσι έδωσε αμέσως διαταγή να σταματήσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, καθώς και όλων όσων διώκονταν για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Με το γνωστό «Διάταγμα των Μεδιολάνων» κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκία στο κράτος. Παράλληλα υιοθέτησε τις ευαγγελικές αρχές για να γίνουν η βάση του δικαίου και της νομοθεσίας του (κατάργηση δουλείας, κοινωνική πρόνοια, αργία Κυριακής, κλπ). Για να είναι δίκαιος με όλους τους υπηκόους παρέμεινε προστάτης και της εθνικής θρησκείας (Μέγας Αρχιερεύς).
Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη. Με την γενναία επιχορήγηση του Κωνσταντίνου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών επί των ιερών προσκυνημάτων. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης.
Πρώτη ενέργεια της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους ρωμαίους σε παρακείμενη χωματερή. Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό μας βασιλικό. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός του Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα. Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι’ αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση. Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόταν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι’ αυτό το φύλασσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι’ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, κυρίως στις ιερές μονές του Αγίου Όρους. Μια εσχατολογική προφητεία λέγει πως ένα από τα συγκλονιστικά γεγονότα του τέλους του κόσμου θα είναι και η επανένωση του Τιμίου Σταυρού!
Οι ορθόδοξοι πιστοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού του Κυρίου μας. Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία. Κατακλύζουμε του ιερούς ναούς προκειμένου να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν. Παίρνουμε μαζί μας κλώνους βασιλικού ως ευλογία και τον εναποθέτουμε στα εικονίσματα ως ελιξίριο κατά του κακού. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου, το αήττητο όπλο κατά του πολυπρόσωπου κακού. Με ένα στόμα και με μια καρδιά ψάλλουμε τον υπέροχο παιάνα – τροπάριο της μεγάλης εορτής: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου…».
Πηγή: Αποστολικη Διακονια Της Ελλαδος

7 Σεπ 2011

Το Γενέσιο της Θεοτόκου

genesionΛίγες ημέρες μετα την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους, την 8η Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας πανηγυρίζει «το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας».
Διά το γεγονός αυτό τα Ευαγγέλια σιγούν. Η ίδια άλλωστε σιγή απλώνεται γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της Θεοτόκου. Ελάχιστοι είναι και οι λόγοι της, που διεσώθησαν. Αρκεί νά σημειωθεί, ότι η προτροπή πρός τους υπηρέτες κατα το θαύμα εν Κανά της Γαλιλαίας «ό,τι άν λέγῃ (ο Χριστός) ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιω. 2, 5) είναι οι τελευταίοι της λόγοι, που αναφέρουν τα Ευαγγέλια. Από τότε (το θαύμα έγινε στις αρχές του πρώτου έτους της δημοσίας δράσεως του Κυρίου) και στο εξής η Θεοτόκος παρακολούθησε με σιωπή την δράσι του Υιού της και σιωπηλή έπνιξε τον πόνο της κάτω από τον Σταυρό Του.
Τα κενά των Ευαγγελίων περί του βίου της Υπεραγίας Θεοτόκου συμπληρώνουν οι απόκρυφοι διηγήσεις. Αυτές, γραμμένες από ευσεβείς συγγραφείς και πλουτισμένες από την φαντασία των, δίδουν πληροφορίες διά την Γέννηση της, την παιδική της ηλικία, την Κοίμηση της. Η Εκκλησία πήρεν από τα κείμενα αυτά τις παραδόσεις, που θεώρησε αληθινές και τις διεφύλαξε στις εορτες, τους ύμνους, τις εικόνες, που έγιναν με το υλικό των.
Μία από τις απόκρυφες διηγήσεις είναι το «Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου», το οποίο διηγείται μεταξύ άλλων και τα της Γεννήσεως της Θεομήτορος. Από αυτό μανθάνομε τα ονόματα των γονέων της, που είναι Ιωακείμ και Άννα, την ατεκνία των, την καταγωγή του Ιωακείμ από το βασιλικό γένος του Δαβίδ κ. ά. Εδώ βλέπομε την θλίψη και τα δάκρυα του ανδρογύνου διά την ατεκνία του, καθώς και τις προσευχές και τις νηστείες του διά την απόκτηση τέκνου.
Διά νά κατανοήσωμε τα εικονιζόμενα στην παράσταση της Γεννήσεως της Θεοτόκου, πρέπει να παραθέσωμεν μερικά αποσπάσματα από την διήγηση του Ιακώβου:
«Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη λέγων αυτή· Άννα Άννα, επήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου, και συλλήψει και γεννήσεις, και λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη… Και ιδού ήλθον άγγελοι δύο λέγοντες αυτή· Ιδού Ιωακείμ ο ανήρ σου έρχεται μετα των ποιμνίων αυτού. άγγελος γάρ Κυρίου κατέβη προς αυτόν λέγων· Ιωακείμ Ιωακείμ, επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεώς σου· καταβηθι εντεύθεν· ιδού γάρ η γυνή σου Άννα εν γαστρί λήψεται… Και ιδού Ιωακείμ ήκε μετα των ποιμνίων αυτού, και έστη Άννα προς την πύλην και είδε τον Ιωακείμ ερχόμενον, και δραμούσα εκρεμάσθη εις τον τράχηλον αυτού… Επληρώθησαν δε οι μήνες αυτής· εν δε τω ενάτω μηνί εγέννησεν Άννα. Και είπεν τη μαία· Τιεγέννησα; Η δέ είπεν· Θήλυ· Και είπεν Άννα· Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτῃ· και ανέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισών δέ των ημερών απεσμήξατο Άννα, και έδωκεν μασθόν τη παιδί, και επωνόμασε το όνομα αυτῆς Μαριάμ».
Όπως βλέπομε στην διήγηση, η Γέννησις της Παναγίας αναγγέλλεται υπό του αγγέλου ύστερα από μακράν περίοδον ατεκνίας των γονέων της. Άγγελος αναγγέλλει την γέννηση και άλλων βιβλικών προσώπων: του Σαμψών, του Σαμουήλ, του Ιωάννου του Προδρόμου. Η Γέννησις όμως της Παναγίας διαφέρει, διότι είναι «τοῦ Ἀδάμ ἡ ἀνάπλασις καί τῆς Εὔας ἡ ἀνάκλησις· τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγή καί τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγή, δι᾽ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθηεν καί τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν…» (Δοξαστικόν της Λιτής του πλ. δ’ ήχου).
Την σύγκριση μεταξύ της μητρός της Παναγίας και άλλων ατέκνων γυναικών της Αγίας Γραφής κάνει ωραιότατα το γ’ Στιχηρόν του Εσπερινού της εορτής του πλ. β’ ήχου:
«Εἰ και θείῳ βουλήματι περιφανεῖς στεῖραι γυναῖκες εβλάστησαν, αλλά πάντων η Μαρία των γεννηθέντων θεοπρεπώς ὑπερέλαμψεν· ότι και αγόνου παραδόξως τεχθεῖσα μητρός, έτεκεν εν σαρκί των απάντων Θεόν, ὑπέρ φύσιν εξ ασπόρου γαστρός…».
Όπως βλέπομε σε όλα σχεδόν τα τροπάρια της ιεράς Ακολουθίας του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, οι ιεροί υμνογράφοι τονίζουν, παραλλήλως προς την Γέννηση της Παναγίας, και τον ρόλο της ως Μητρός του Θεού. Ακόμη στη λύση της στειρώσεως της Άννης διαβλέπουν -κατα την διδασκαλίαν των Πατέρων της Ἐκκλησίας- τη λύση της στειρώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, η οποία θα απολαύσει τους καρπούς της θείας Χάριτος. Η Χάρις αυτή «καρπογονεῖν λαμπρώς απάρχεται» με την Γέννηση της Θεοτόκου.
Του Χρήστου Γ. Γκότση
Ερμηνεία της εικόνας
O βυζαντινός αγιογράφος της εικόνος της Γεννήσεως της Θεοτόκου ακολουθεί στην ένταξη των σχετικών σκηνών το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου διά να υπογραμμίσει τη θαυματουργική Γέννησι της Θεοτόκου. Ταυτοχρόνως όμως μένει πιστός στη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως την βλέπομε στα τροπάρια της εορτής. Διά τούτο ενώ εικονίζει την Θεοτόκο εντός λίκνου, ως βρέφος εσπαργανωμένον, δέν παραλείπει να επιγράψει υπεράνω της κεφαλής της τα συνήθη συμπιλήματα ΜΡ - ΘΥ (Μήτηρ Θεού).
Σε όλα σχεδόν τα τροπάρια τόσον της εορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου, όσον και της Συλλήψεως της Αγίας Άννης (9 Δεκεμβρίου), τονίζεται ότι η γεννηθεῖσα ή συλληφθεῖσα παιδίσκη είναι Μητέρα του Θεού.
Στην εικόνα, δεσπόζει η μορφή της Αγίας Άννης, που εικονίζεται μισοκαθισμένη στο κρεββάτι. Με την αριστερά της χειρα, που μόλις προβάλλει από το ολοκόκκινο μαφόριό της, στηρίζει την κεκλιμένη κεφαλή της. Οι ευσεβείς σκέψεις, στις οποίες έχει βυθισθεί, λόγῳ του παραδόξου θαύματος, διαβάζονται στην έκφραση του προσώπου της.
Στο μέσον της εικόνος εικονίζονται οι υπηρέτριες, αι «παιδίσκαι», που σπεύδουν να δώσουν φαγητό στη λεχώ και να την περιποιηθούν. Η μεσαία ίσως να είναι η Ιουδίθ, την οποία κατ᾽ όνομα αναφέρει το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Μία από τις υπηρέτριες μεέ ριπίδιο κάμνει αέρα στην Άννα.
Η σκηνή στο άνω αριστερό μέρος της εικόνος έχει εμπνευσθεί από την συνάντηση του Ιωακείμ και της Άννης μετά την αναγγελία υπό του αγγέλου περί αποκτήσεως τέκνου. Οι δύο ευτυχισμένοι γονείς εναγκαλίζονται και ασπάζονται στην πύλη του σπιτιολυ των (ή στην Χρυσή πύλη της πόλεως). Η Αγία Άννα λέγει στον άνδρα της, κατά το Πρωτευαγγέλιο: «Νῦν οἶδα ὅτι Κύριος ὁ Θεός εὐλόγησέ με σφόδρα…».
Στο δεξιό μέρος της εικόνος εικονίζεται ο Ιωακείμ σε στάση προσευχής. Σε αυτή την ιερή στιγμή τον ευρήκε ο άγγελος, που του μετέφερε την χαρμόσυνη είδηση. Ο Ιωακείμ ευρίσκεται απέναντι από την Θεοτόκο, έχει στραμμένο το βλέμμα του προς αυτήν και συνομιλεί μαζί της.
Πλησίον της νεογεννήτου Παναγίας κάθεται γνέθουσα μία παιδίσκη.
Στην όλη εικόνα κυριαρχεί ο τόνος της χαράς. Τα χρώματα των ενδυμάτων και των αρχιτεκτονημάτων είναι ζωηρά, τα πρόσωπα φωτεινά, όπως άλλωστε ταιριάζει στη γέννηση τέκνου ύστερα από πολλά χρόνια αναμονής.
Κλείνομε την ανάλυση της εικόνος της Γεννήσεως της Θεοτόκου μέ απόσπασμα από τον λόγο του Αγίου Ἰωάννου Δαμασκηνού «Εἰς τό Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου»:
«Ω ζεύγος λογικών τρυγόνων Ιωακείμ και Άννα το σωφρονέστατον. Υμείς τον της φύσεως νόμον, την σωφροσύνην, τηρήσαντες των υπέρ φύσιν κατηξιώθητε· τετόκατε (=έχετε γεννήσει) γαρ τω κόσμῳ Θεού μητέρα απείρανδρον. Υμείς ευσεβώς και οσίως εν ανθρωπίνῃ φύσει πολιτευσάμενοι, υπέρ αγγέλους και των αγγέλων δεσπόζουσαν νυν θυγατέρα τετόκατε. Ω θυγάτριον ωραιότατον και γλυκύτατον· ω κρίνον αναμέσον των ακανθών εκφυέν εξ ευγενεστάτης και βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικής… Ω ρόδον εξ ακανθών των Ιουδαίων φυέν και ευωδίας θείας πληρώσαν τα σύμπαντα. Ω θύγατερ Αδάμ και μήτηρ Θεού. Μακαρία η οσφύς και η γαστήρ εξ ων ανεβλάστησας· μακάριαι αι αγκάλαι αι σε εβάστασαν και χείλη τα των αγνών φιλημάτων σου απολαύσαντα, μόνα τα γονικά, ίνα ης εν πάσιν αειπαρθενεύουσα».
Απολυτίκιο της εορτής
Ἦχος δ'
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.
Προσεγγίσεις στην εορτή
Εικοστός τρίτος από του γένους του Δαυίδ ευρίσκεται ο Ματθάν, ο οποίος ενυμφεύθη την Μαρία εκ της φυλής του Ιούδα. (Ο Ματθάν υπήρξε ιερεύς επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλέως Περσών & της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου). Από την ένωσή τους, γεννήθηκαν 3 θυγατέρες, η Μαρία, η Σωβή & η Άννα & 1 υιός, ο Ιακώβ, ο πατέρας του Ιωσήφ του τέκτονος. Η Μαρία εγέννησε τη Σαλώμη τη μαμή, η Σωβή την Ελισσάβετ (τη μητέρα του Αγ. Ιωάννου του Πρόδρομου) & η Άννα που ήλθε εις γάμου κοινωνία με τον μεγαλοκτηματία Ιωακείμ, τη Θεοτόκο Μαρία, στη Ναζαρέτ (χωριό της Παλαιστίνης).
Το γεγονός αυτό εορτάζει η αγία Εκκλησία πανηγυρικώς την 8 η Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Η Παναγία έχει κεντρική θέση στην θεία Λατρεία. Το εκκλησιαστικό έτος πλαισιώνεται με θεομητορικές εορτές• αρχίζει με το «Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου», ενώ τελειώνει με την «Κατάθεσιν της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου».
Αιτία πνευματικής χαράς και αγαλλιάσεως είναι η σημερινή ημέρα, γιατί σήμερα εορτάζομε την γέννηση της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, του ευωδεστάτου άνθους που βλάστησε «εκ της ρίζης Ιεσσαί». Εορτάζομε «παγκοσμίου ευφροσύνης γενέθλιον», που καθίσταται «η είσοδος όλων των εορτών και το προοίμιο του μυστηρίου του Χριστού», κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης. Γέννηση, που έγινε πρόξενος της αναγεννήσεως, αναπλάσεως και ανακαινίσεως των πάντων. Σήμερα γεννιέται Αυτή που θα γεννήσει εν χρόνω, κατά ανερμήνευτο και παράδοξο τρόπο, τον άχρονο και προαιώνιο Θεό Λόγο, τον Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου.
Ολόκληρο πλήθος από προεικονίσεις, προτυπώσεις και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης σε Αυτήν αναφέρονται. Αποτελεί την αποκορύφωση, την ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Θεού. Την Παναγία μας προεικόνιζαν η άφλεκτος βάτος στο όραμα του Μωυσή, οι θεόγραφες πλάκες και η κιβωτός του Νόμου, το ουράνιο μάννα και η χρυσή στάμνα, η λυχνία και η τράπεζα, η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα, η κλίμακα του Ιακώβ, ο πόκος του Γεδεών, το αλατόμητον όρος του Δανιήλ, η κάμινος που με το πυρ δρόσιζε τους Τρεις Παίδες, αλλά και αυτά τα Αγια των Αγίων της σκηνής του μαρτυρίου. Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Για την Παλαιά αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων• ενώ για την Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους, γι' αυτό και μακαρίζεται από «πάσα γενεά».
Όλη η δημιουργία περίμενε την γέννησή της. Η Παναγία μας είναι «ο καρπός των κτισμάτων» κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδή το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση. Όπως το δένδρο υπάρχει για τον καρπό, έτσι η κτίση υπάρχει για την Παρθένο και η Παρθένος για τον Χριστό. Όπως τονίζουν οι Πατέρες όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και ο ουρανός και η γη, όλη η ορατή και αόρατη κτίση δημιουργήθηκαν για την άχραντο Παρθένο. Όταν ο Θεός στην αρχή των αιώνων ατενίζοντας προς τα δημιουργήματά του, είπε ότι είναι «καλά λίαν», ουσιαστικά έβλεπε μπροστά του τον καρπό όλης της δημιουργίας, την Υπεραγία Θεοτόκο, και ο έπαινός του ήταν στην πραγματικότητα «ευφημία της Παρθένου».
Κατά την σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Το καινότατον αυτό δημιούργημα» δεν ήταν απλά η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο. Ο δημιουργός Θεός Λόγος έπλασε τέτοια την ανθρώπινη φύση, ώστε όταν θα χρειαζόταν να γεννηθεί, να λάβει από αυτήν την μητέρα του. Ο αόρατος και αθέατος Θεός έρχεται δι' Αυτής επί γης και γίνεται ορατός• ενώνεται και κοινωνεί με την κτίση με έναν ουσιαστικότερο και πιο ενοειδή τρόπο. Ενώνει δια της ανθρωπίνης φύσεώς του όλη την κτίση στην υπόστασή του και την θεώνει. Ο ανείδεος και απερίγραπτος Θεός λαμβάνει «δούλου μορφήν» (Φιλιπ. 2,7), ανθρώπινη σάρκα και λογική ψυχή, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και περπατά πάνω στην γη. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία μητέρα του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».
Σήμερα λύνεται η στειρότητα της Αννας και γεννάται «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στην Σάρρα την σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στην Ρεβέκκα την σύζυγο του Ισαάκ, στην Αννα την μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ την μητέρα του προφήτου Προδρόμου. Ομως διαφέρει κατά πολύ το σημερινό θαύμα. Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία -το τέκνο της Αννας και του Ιωακείμ- ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη -το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους- η μητέρα του Θεού.
Η Παναγία μας δεν γεννήθηκε από άσπιλη υπερφυσική σύλληψη, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά μετά από την φυσική συνάφεια του Ιωακείμ και της Αννας. Λύθηκε δε η φυσική στειρότητα της Αννας χάρις στην άμεση παρέμβαση του Θεού ως απάντηση στις προσευχές των δικαίων Θεοπατόρων. Οι γέροντες Ιωακείμ και Αννα συνήλθαν χωρίς καμμία σαρκική έλξη, ηδονή, αλλά μόνο από υπακοή στον Θεό. Επεσφράγισαν και με αυτήν την πράξη τους την σωφροσύνη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Αννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός. Για να ήταν όμως η Παρθένος απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή να είχε άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς όπως και ο Χριστός.
Για να αποκτήσουν όμως τέτοιο τέκνο οι δίκαιοι Θεοπάτορες έδειξαν πίστη αδίστακτη, υπομονή αλύγιστη, έτρεφαν την ελπίδα που δεν καταισχύνει, είχαν μεγάλη καρτερία στις προσευχές τους• ότι ο Θεός θα εκπληρώσει το αίτημά τους. Και δεν υπόμειναν την ατεκνία τους για λίγο μόνο διάστημα. Η παράδοση λέγει ότι μετά από πενήντα χρόνια στειρότητας απέκτησε η Άννα την Θεοτόκο. Αυτή η στάση των Θεοπατόρων πρέπει να παραδειγματίζει όλους μας.
Πηγή: Περιοδικό : Πεμπτουσία, τεύχος 21

4 Σεπ 2011

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
(5 Σεπτεμβρίου)

Ο Προφήτης Ζαχαρίας ήταν Ιερεύς του Θεού, την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης. Κάποια φορά, κατά την διάρκεια της τελέσεως των ιερατικών του καθηκόντων, την ώρα που εισήλθε στον Ναό για να θυμιάση, τον επισκέφθηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και του ανήγγειλε ότι η σύζυγός του Ελισάβετ θα γεννήση γιό και το όνομά του θα είναι Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας δυσπίστησε, επειδή η Ελισάβετ ήταν στείρα και γριά και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας και γι αυτό ο Αρχάγγελος Γαβριήλ του είπε ότι θα μείνη άλαλος μέχρι να γεννηθή το παιδί, επειδή δεν επίστευσε στα λόγια του, τα οποία θα επαληθευθούν στον κατάλληλο καιρό.
Μετά την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου λύθηκε ο γλώσσα του Προφήτη Ζαχαρία και ευλογούσε τον Θεό. Επίσης προφήτευσε ότι το παιδί θα ονομασθή Προφήτης του Υψίστου και θα προπορευθή για να ετοιμάση τας οδούς του Κυρίου.
Ο Προφήτης Ζαχαρίας είχε μαρτυρικό τέλος. Τον φόνευσαν μεταξύ του Ναού και του Θυσιαστηρίου.
Στο πρώτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου περιγράφεται η οπτασία του Προφήτη Ζαχαρία, ο διάλογός του με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, τα περιστατικά της γεννήσεως του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού κ.λ.π. Μπορεί να ανατρέξη κανείς και να τα μελετήση. Εδώ θα περιοριστούμε στα παραπάνω και στην συνέχεια θα τονίσουμε δύο σημεία, που έχουν σχέση με τον βίο και την πολιτεία του Προφήτη Ζαχαρία.
Πρώτον.
Ο Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγός του Ελισάβετ ήσαν ένα ευλογημένο ανδρόγυνο. Αγαπούσαν πολύ τον Θεό και τον παρακαλούσαν καθημερινά να τους αξιώση να αποκτήσουν παιδί, επειδή η ατεκνία την εποχή εκείνη εθεωρείτο όνειδος. Ο Θεός απήντησε στις προσευχές τους, αλλά μετά από χρόνια, όταν είχαν πια γεράσει και ανθρωπίνως ήταν αδύνατο να τεκνοποιήσουν. Ο Προφήτης Ζαχαρίας δυσπίστησε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, επειδή του φάνηκαν παράδοξα και ζητούσε εξηγήσεις για το πώς θα γινόταν αυτό, αφού ο ίδιος ήταν γέρος και η σύζυγός του γριά και στείρα. Δηλαδή, ζητούσε να κατανοήση με λογικές διεργασίες το μυστήριο, το οποίο όμως γίνεται αποδεκτό μόνον με την πίστη.
Ο πειρασμός της λογικής θέτει σε δοκιμασία, κάποιες φορές, ακόμα και την πίστη των ευλαβών και εναρέτων. Ο Προφήτης Ζαχαρίας λόγω της μεγάλης του πίστης, αλλά και της εσωτερικής του καθαρότητος, αξιώθηκε να δη τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και να συνομιλήση μαζί του. Παρ όλα αυτά όμως δυσπιστεί και γι αυτό ο Αρχάγγελος, όπως τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος, αγανάκτησε και τον τιμώρησε. Επειδή, συνεχίζει ο Άγιος, “όταν ο Θεός ομιλεί δεν πρέπει να κινή κανείς τους λογισμούς του, ούτε να επηρεαζεται από την ανάγκη της φύσεως, ή από κανένα άλλο πράγμα, αλλά να δέχεται τις αποφάσεις του Θεού με πίστη. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε, που να είναι ανώτερο από την δύναμη της αποφάσεως του Θεού. Και στην συνέχεια ερωτά: “Τί ποιείς, άνθρωπε; Ο Θεός επαγγέλλεται και επί ηλικίαν καταφεύγεις και γήρας προβάλλη; μη γαρ ισχυρότερον το γήρας της επαγγελίας του Θεού; μη δυνατοτέρα η φύσις του δημιουργού της φύσεως; ο λόγος αυτού τον ουρανόν έστησεν, ο λόγος αυτού την κτίσιν παρήγαγεν, ο λόγος αυτού αγγέλους εποίησεν, και συ περί γεννήσεως αμφιβάλλεις;”. Και συνεχίζει: “Γι αυτό και τον τιμώρησε ο άγγελος χωρίς να υπολογίση την ιερωσύνη του. Μάλλον γι αυτό κατά κύριον λόγο τιμωρήθηκε, επειδή šς ιερεύς είχε μεγαλύτερη τιμή από τους άλλους και θα έπρεπε να έχη και μεγαλύτερη πίστη”.
Λέγεται ότι Θεός τιμωρεί με την έννοια ότι επιτρέπει την τιμωρία, επειδή ο Θεός δεν τιμωρεί κανέναν. Ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται και αυτοκολάζεται, επειδή με τα λόγια και τα έργα του εκδιώκει την Χάρη του Θεού. Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο και σέβεται την ελευθερία του και επιτρέπει τις δοκιμασίες για λόγους παιδαγωγικούς. “Εννόησον φιλανθρωπίαν Δεσπότου... όταν μάθης ότι δικαίως εκολάσθης, τότε σε απαλλάττω της τιμωρίας”. Δέθηκε η γλώσσα, επειδή αυτή “διηκόνησε προς την των ρημάτων απιστίαν” (ιερός Χρυσόστομος).
Δεύτερον.
Μετά την γέννηση του αγίου Ιωάννου, ο οποίος ονομάζεται Πρόδρομος και Φωνή του Λόγου του Θεού, ήτοι του Χριστού, ο Προφήτης Ζαχαρίας απέκτησε και πάλι την φωνή του και ελάλησε λόγον αγαθόν. Ευλόγησε τον Θεό, τον ευχαρίστησε για την μεγάλη Του δωρεά και προφήτευσε το μέλλον και την εξέλιξη του παιδιού. Δυσπίστησε από ανθρώπινη αδυναμία, αλλά προφανώς μετενόησε και γι αυτό έλαβε άφεση αμαρτιών και δεν απώλεσε το χάρισμα της προφητείας. Όπως αναφέρει στην προφητεία του, ο Θεός επισκέπτεται με την αγάπη Του τον λαό Του, όταν μετανοή ειλικρινά, και του δίνει άφεση αμαρτιών, για να συνεχίση να Τον λατρεύη “εν οσιότητι και δικαιοσύνη”.
Η περίπτωση του Προφήτη Ζαχαρία πρέπει να μας προβληματίση και να μας κάνη πιο προσεκτικούς. Εάν υπέπεσε αυτός στο αμάρτημα της δυσπιστίας και της αμφιβολίας, πόσο μάλλον κινδυνεύουμε εμείς. Επειδή ούτε την πίστη του προφήτη Ζαχαρία έχουμε, ούτε την αρετή και την εσωτερική του καθαρότητα διαθέτουμε.
Εκκλησιαζόμαστε, μελετούμε την Αγία Γραφή, τους βίους και τους λόγους των Αγίων, ακούμε κηρύγματα, λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό και όμως σε κρίσιμες στιγμές αμφιβάλλουμε για το αν υπάρχη αιώνια ζωή, παράδεισος, κόλαση, άγγελοι, δαίμονες, αν θα γίνη Δευτέρα Παρουσία κ.λ.π. Και μας τρομάζει ο θάνατος, επειδή δεν έχουμε προσωπική εμπειρία της αιωνίου θείας ζωής.
Είναι ανάγκη να πάρουμε στα σοβαρά το θέμα της πνευματικής μας θεραπείας και να μη παίζουμε με την σωτηρία μας, επειδή ο Θεός είναι μεν φιλάνθρωπος, πλην όμως “ου μυκτηρίζεται”.
Πηγή: Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα