28 Σεπ 2012

Δυσπιστία και ολιγοπιστία

Εκτύπωση
Γέροντας Παΐσιος

        Γέροντα, γιατί ο Μωυσής για ένα παραμικρό σφάλμα στερήθηκε την Γη της Επαγγελίας;
-         Δεν ήταν παραμικρό σφάλμα∙ ήταν δυσπιστία. Ο Θεός είχε περάσει τους Ισραηλίτες από την Ερυθρά Θάλασσα, τους είχε  βγάλει νερό στο Σινά, τους έτρεφε με το μάννα, τόσα θαυμαστά γεγονότα τους είχε δείξει και αυτοί, όταν τους έλειψε πάλι το νερό, γόγγυσαν. Και ο Μωυσής, όταν του είπε ο Θεός να χτυπήση τον βράχο, για να βγη νερό, δυσπίστησε. «Μήπως μπορεί να βγη απ’ αυτόν τον βράχο νερό;», είπε. Γι’ αυτό μετά ο Θεός του έβαλε εκείνον τον κανόνα: «Για τιμωρία ,του είπε, μόνον από μακριά θα δη την Γη της Επαγγελίας». Αν ο Θεός δεν τους είχε βγάλει κι άλλη φορά νερό με θαυμαστό τρόπο, θα είχε ο Μωυσής κάποια ελαφρυντικά∙ τώρα όμως ήταν αδικαιολόγητος για την δυσπιστία του, γι’ αυτό ο Θεός δεν επέτρεψε να μπη στην Γη της Επαγγελίας.
-         Γέροντα, νομίζω ότι μόνο με τη δική μου προσπάθεια θα διορθωθώ και γι’ αυτό δεν προχωράω.
-         Τι μπορείς να κάνης εσύ μόνη σου;  Όσο είναι κανείς γαντζωμένος στον εαυτό του, εμποδίζει το έλεος του Θεού και μένει πίσω, δεν προχωράει. Εάν είχες λίγη πίστη, θα άλλαζαν σχεδόν όλα και, αν είχες και λίγη ταπείνωση, θα είχες Χάρη Θεού. Όλα οφείλονται στο ότι χωλαίνεις στην πίστη και στην ταπείνωση. Έτσι, «δένεται» ο Θεός και δεν μπορεί να σε βοηθήση, γιατί σέβεται το αυτεξούσιο. Να ζητάς πίστη από τον Χριστό- «πρόσθες ημίν πίστιν»- και να καλλιεργής την ταπείνωση. Γιατί, ακόμα και όταν πιστεύη κανείς, αν έχω υπερηφάνεια, πάλι δεν ενεργεί η πίστη.
Είδατε ο εκατόνταρχος, που αναφέρει το Ευαγγέλιο; Δεν είχε καθόλου υπερήφανο λογισμό, αλλά και τι πίστη είχε! «Δεν είμαι άξιος ,είπε στον Χριστό, να μπης στο σπίτι μου∙ πες μόνον έναν λόγο και θα γίνη καλά ο δούλος μου», και δεν Τον άφησε να πλησιάση στο σπίτι του. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον».

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

26 Σεπ 2012


Η Αγία Ακυλίνα


Από μια μεγάλη Αγία, ένας «πατέρας» προδότης και λιποτάκτης «χριστιανός»
Η ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ - ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ 

Η Αγία Ακυλίνα γεννήθηκε το έτος 1745 μ.Χ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Το σπίτι της σώζεται μέ­χρι και σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση. 
Εδώ ζούσε μαζί με τους χριστιανούς γονείς της τον πατέρα της το Γιώργη και τη Μητέρα της που δυστυχώς δε διασώθηκε το όνομά της. Μια μέρα ο πατέρας της Ακυλίνας μάλωσε με ένα τούρκο και πάνω στο θυμό του μαχαίρωσε τον τούρκο και τον άφησε νεκρό. Όλο το χωριό αναστατώθηκε και όλοι οι Χριστιανοί τρομαγμέ­νοι έτρεχαν να κρυφτούν για να γλυτώσουν απ' την μα­νία των τούρκων για εκδίκηση. Ο Γιώργης καταδικάζε­ται σε θάνατο, οι τούρκοι θα τον κρεμάσουν. Αν όμως θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, υπάρχει λύση, αρκεί να τουρκέψει. Ο Γιώργης δειλιάζει μπρος στην κρεμάλα, προδίδει την πίστη του και υπόσχεται να τουρκέψει σιγά-σιγά και την οικογένειά του. 
Οι Χριστιανοί σαν το άκουσαν φαρμακώθηκαν: «Ακούς εκεί, να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει τη Πί­στη του!». Όλοι με ένα στόμα έλεγαν. 
Εκείνες όμως που φαρμακώθηκαν πιο πολύ, ήταν η Γυναίκα του και η Ακυλίνα. 
Ντυμένες και οι δυο στα μαύρα, κλείστηκαν μέσα και κλαίνε για τον πατέρα τους που έγινε προδότης της πίστεως και της πατρίδος. Άδικα η καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον κάνει να συνέλθει, να Μετανοήσει, να Εξομολογηθεί. Αυτός τυφλωμένος από τα δώρα, ούτε θέλει ν' ακούσει για το Όνομα του Χριστού. 
Έτσι η μόνη παρηγοριά της Μάνας μένει τώρα η Ακυλίνα, και προσπαθεί να την αναθρέψει όσο πιο καλά γίνεται Χριστιανικά σα να διαισθάνονταν ότι θ' ακολου­θήσει το δρόμο του Μαρτυρίου. 
Και δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Το έτος 1764 μ.Χ. ο Γιώργης παίρνει διαταγή του πασά που ήταν διοικητής της Θεσσαλονίκης να πείσει την κόρη του να γί­νει τουρκάλα, γιατί την είδε στη βρύση και θαμπώθηκε από την ομορφιά της ο γιος του και τη θέλει για γυναί­κα του. Χάρηκε ο Γιώργης γι' αυτή την μεγάλη τιμή, και τρέχει στο σπίτι του να της πει το μεγάλο νέο και τα μάτια του γυάλιζαν γι' αυτά που του έταξε ο πασάς. Η Ακυλίνα πάγωσε. Μάνα και Κόρη τον βγάζουν έξω από το σπίτι και ούτε θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά ο «τούρκος» δεν υποχωρεί εύκολα. Λυσσάει, στην αρχή με γλυκόλογα και υποσχέσεις, όταν όμως βλέπει την Α­κυλίνα να μένει ασυγκίνητη σε όλα αυτά, αλλάζει τακτι­κή και διατάζει βασανιστήρια. Η ατίμητη Μάνα την εμ­ψυχώνει γενναία λέγοντάς Την:
-Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην Αιωνιότητα Της Μακαρίας Ζωής.

Τα μαρτύρια αρχίζουν.
Την γυμνώνουν, την χτυπούν, την μαστιγώνουν με βέργες και συρματένια σχοινιά. Το σώμα της γίνεται ό­λο μια πληγή. Το αίμα της χύνεται ποτάμι και βάφει τη Μακεδονική γη του Ζαγκλιβερίου. Η Ακυλίνα έχει τα μάτια στον Ουρανό και προσπαθεί να επαναλάβει:
«Χριστιανή είμαι και Χριστιανή θα πεθάνω».
Τρεις μέρες την βασάνισαν. Την τρίτη μέρα το απόγευμα μέσα στους πόνους και στην αιμορραγία την φέρ­νουν στο σπίτι της. Η Μάνα της την σφίγγει στην α­γκαλιά της μόλις τη βλέπει και το μόνο που νοιάζεται να ρωτήσει είναι:
«Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;»
Η Ακυλίνα προσπαθεί με δυσκολία να απαντήσει:
«Μητέρα έκανα όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου».
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764 όταν έφυγε η  Αγία της ψυχή.
Από το Άγιο Λείψανό της ξεχύθηκε μια ανέκφρα­στη Ουράνια ευωδία και όλοι οι δρόμοι απ' όπου το πέ­ρασαν ευωδίαζαν για πολλές ήμερες.
Οι τούρκοι για να τη θεωρήσουν δική τους έστω και μετά θάνατο, διέταξαν να τη θάψουν στο τουρκικό νε­κροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού.
Το ίδιο βράδυ ένα φως κατέβηκε πάνω στον τάφο της σαν άστρο και έμεινε για ώρες πολλές.
Τότε τρεις Ορθόδοξοι Ζωντανοί Χριστιανοί, Παλληκάρια του Χριστού έκαναν όρκο μυστικό και έκλεψαν το σώμα της Αγίας. Πού το έθαψαν όμως; Παραμένει ακό­μη άγνωστος ο τόπος. Πιστεύουμε ότι θα το αποκάλυψη ο Κύριος στους εσχάτους χρόνους.

Η Μνήμη Της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου.
* * *

Απολυτίκιον της Αγίας (ως προς τον Συνάναρχον Λόγον)

Ζαγκλιβέριον χαίρει εν τη αθλήσει σου, η σε βλαστήσασα κώμη ως άνθος εύοσμον,
Ακυλίνα του  Χριστού καλλιπάρθενε. συ γαρ ενήθλησας στερρώς, και εδέξω εκ Θεού το στέφος της αφθαρσίας, εκδυσωπούσα απαύστως, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

25 Σεπ 2012


Αγίου Λουκά 
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Μόνο αυτό που βγαίνει από το στόμα μας μάς κάνει ακάθαρτους
«Ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον» (Μρ. 7, 15). Αυτά τα λόγια του Χριστού οι άνθρωποι που δεν θέλουν να νηστεύουν τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Λένε πως δεν υπάρχουν φαγητά ακάθαρτα, γι' αυτό και δεν νηστεύουν. Είναι σωστό αυτό που λένε;
Όχι, καθόλου δεν είναι σωστό. Λέγοντας αυτό η αγία μας Εκκλησία δεν εννοεί ότι υπάρχουν φαγητά που κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο, ότι υπάρχουν τρόφιμα ακάθαρτα. Τίποτα απ' αυτά που δημιούργησε ο Θεός δεν είναι ακάθαρτο, όλα είναι καθαρά και καλά λίαν», αν τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, και κανένα φαγητό που μπαίνει στο στόμα μας δεν μας κάνει ακάθαρτους, διότι τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω δεν μπορεί να τον κάνει ακάθαρτο.
Ποια είναι αυτά που μπαίνουν μέσα μας; Είναι οι επιδράσεις που δεχόμαστε από τους άλλους ανθρώπους. Αν οι άνθρωποι μας βρίζουν, μας προσβάλλουν, μας ταπεινώνουν αυτό δεν μας κάνει ακάθαρτους. Ας τους αφήσουμε να μας βρίζουν, να μας κακολογούν και να μας συκοφαντούν, δεν πρέπει αυτό να μας ενοχλεί και να μας κάνει ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας.
Ποια είναι αυτά που βγαίνουν από μέσα μας;
Πρώτα απ' όλα είναι τα λόγια μας. Αν τα λόγια αυτά είναι άσχημα, αν το στόμα μας, με το οποίο λαμβάνουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού ανοίγει για να λέμε διάφορες βρισιές και αισχρολογίες, αυτό μας κάνει ακάθαρτους. Ο άνθρωπος που βρίζει, τον εαυτό του βρίζει, και αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτό του συκοφαντεί και φανερώνει μ' αυτό τον τρόπο την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του. Αυτός που βρίζει, μιαίνει τον εαυτό του και όχι εκείνον που βρίζει.
Μας κάνουν ακάθαρτους όλα εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας. Και από μέσα μας βγαίνουν όχι μόνο τα λόγια αλλά και οι πράξεις και γενικά όλη η συμπεριφορά μας. Τα λόγια, τα έργα, ακόμα το βλέμμα μας φανερώνουν την κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Αν τα λόγια μας είναι γεμάτα κακίες και συκοφαντίες, αν τα έργα μας δεν είναι καθαρά και όλη η συμπεριφορά μας δείχνει την κακία, την υπερηφάνεια, τη μεγαλομανία και την τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας, αυτό μας κάνει ακάθαρτους.
Γινόμαστε ακάθαρτοι όταν η ζωή μας μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους ο άγιος προφήτης Δαβίδ λέει στον 72ο ψαλμό του: «Διά τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών, εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης» (Ψα. 72, 6-9)

Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη. Αν λοιπόν είμαστε σαν τούς ανθρώπους που περιγράφει στον ψαλμό του ο προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει την γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.
Οι πράξεις μας αυτές που βγαίνουν από μέσα μας, όχι μόνο από το στόμα μας βγαίνουν, αλλά μέσα από τον ίδιο τον εαυτό μας, από το πνεύμα μας και αποκαλύπτουν στους άλλους ανθρώπους την πνευματική μας υπόσταση. Την ακαθαρσία του πνεύματος μας την βλέπουν οι άνθρωποι. Αυτή μας κάνει ακάθαρτους. Οι άνθρωποι μας βλέπουν μέσα στο θολό φως, μέσα στο σκοτεινό φως της ψυχής μας. Αυτό το σκοτεινό φως μας μιαίνει.
Αντίθετα πρέπει να ζούμε και να ενεργούμε έτσι ώστε να εκπέμπουμε το Φως του Χριστού, την ευωδία του και όχι την κακία, την υπερηφάνεια, την έπαρση, την συκοφαντία, που όλα αυτά είναι ακαθαρσία. Αυτό να θυμόμαστε. Τίποτα απ' αυτά που μπαίνουν μέσα μας από το στόμα μας δεν μπορούν να μας κάνουν ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους αυτά που βγαίνουν από το στόμα μας και κάνουν φανερό στους άλλους το εσωτερικό μας είναι. Να το θυμάστε, να είστε πράοι και ταπεινοί για να εκχέεται από μέσα σας το Φως και η ευωδία του Χριστού. Αμήν.

Αγίου Λουκά 
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες
Τόμος Β'
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

23 Σεπ 2012


Η Χάρις του Θεού


Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, 1866-1938
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
...Ο Κύριος είπε: «Μάθετε απ' εμού την πραότητα και την ταπείνωσιν και ευρήσετε ανάπαυσιν εις τας ψυχάς υμών». Τούτο λέγει ο Κύριος περί του Αγίου Πνεύματος. Μόνον εν Αγίω Πνεύματι ευρίσκει η ψυχή την τελείαν ανάπαυσιν.
Μακάριοι ημείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος και δίδει εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και εν Πνεύματι Αγίω βλέπομεν την δόξαν Αυτού. Διά να φυλάττωμεν όμως την χάριν, οφείλομεν να αγαπώμεν τους εχθρούς και εις όλας τας θλίψεις να ευχαριστώμεν τον Θεόν.
Ο Κύριος εκάλεσε μίαν αμαρτωλήν ψυχήν εις μετάνοιαν, και επέστρεψεν η ψυχή προς τον Κύριον, και Αυτός, ως Ελεήμων, προσεδέξατο αυτήν και εφανέρωσεν Εαυτόν εις αυτήν. Ο Κύριος είναι εύσπλαγχνος, ταπεινός και πράος. Κατά το πλήθος της αγαθότητός Του δεν εμνήσθη των αμαρτιών της ψυχής, και αυτή ηγάπησεν Αυτόν έως τέλους, και ποθεί Αυτόν, ως το πτηνόν εις το στενόν κλωβίον, το πράσινον δάσος.
Ο άνθρωπος πριν δεχθή την χάριν ζη και νομίζει ότι όλα εις την ψυχήν του είναι καλά. Όταν όμως επισκεφθή αυτόν η χάρις και μείνη εις αυτόν, τότε βλέπει εαυτόν εντελώς διάφορον, και όταν μετά στερηθή πάλιν της χάριτος, τότε μόνον γνωρίζει εις ποίαν αθλίαν κατάστασιν ευρίσκεται.
Όστις δεν γνωρίζει την χάριν, δεν επιζητεί αυτήν. Ο κόσμος εκολλήθη εις την γην και πολλοί δεν γνωρίζουν, ότι ουδέν γήινον δύναται να συγκριθή προς την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.
Η μήτηρ, αποθνήσκουσα αφήνει ορφανά τα τέκνα της, ενώ ο Κύριος δεν άφησεν ημάς ορφανούς, αλλ' έδωκεν εις ημάς Παράκλητον το Πνεύμα το Άγιον (Ιωάν. ιδ' 16-18) και Αυτό εμπνέει εις ημάς να αγαπώμεν τον Θεόν και να ποθούμεν Αυτόν απαύστως.
Όταν ελαττούται η χάρις εις την ψυχήν, τότε πάλιν αρχίζει αυτή να εκζητή το έλεος του Κυρίου. Ταράττεται η ψυχή από την τυραννίαν των κακών λογισμών και επικαλείται την προστασίαν του Θεού, του Πλαστού της, και ικετεύει να δώση εις αυτήν πνεύμα ταπεινώσεως διά να μη εγκαταλείψη αυτήν η χάρις της αδιαλείπτου α­γάπης του Ουρανίου Πατρός.
Ο άνθρωπος αφ' εαυτού είναι ανίκανος να φυλάττη τας εντολάς του Θεού, και διά τούτο ελέχθη: «Αιτείτε, και δοθήσεται». Και εάν δεν παρακαλούμεν, τότε οι ίδιοι βασανίζομεν εαυτούς και στερούμεθα της χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Η δε ψυχή χωρίς την χάριν θορυβείται διά πολλά, επειδή δεν εννοεί το θέλημα του Θεού.
Διά να έχη την χάριν ο άνθρωπος, οφείλει να είναι εγκρατής εν παντί: εις τας κινήσεις, εις την ομιλίαν, εις την δράσιν, εις τους λογισμούς, εις την τροφήν. Προς πάσαν εγκράτειαν βοηθεί η μελέτη του λόγου του Θεού, ως εγράφη: «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».
Ο Κύριος αγαπά ημάς περισσότερον παρά η μήτηρ τα τέκνα της και δίδει δωρεάν εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά ημείς οφείλομεν να την φυλάττωμεν επιμελώς, διότι δεν υπάρχει μεγαλυτέρα συμφορά από την απώλειάν της. Όταν η χάρις εγκαταλείπη την ψυχήν, τότε, εις εκείνας τας θλιβεράς στιγμάς, η ψυχή αισθάνεται ως να έπεσεν από τον ουρανόν εις την γην και βλέπει όλα τα δεινά της γης. Δεν υπάρχουν πλέον στιγμαί διά να χαρή η ψυχή, μέχρις ότου ο Κύριος δώση πάλιν εις αυτήν την χάριν Του. Η ψυχή επιποθεί τον Δεσπότην και κλαίει ως ο Αδάμ μετά την έξωσιν αυτού από του παραδείσου. Ουδείς τότε δύναται να παρηγορή­ση αυτήν πλην του Θεού. Τα δάκρυα του Αδάμ ήσαν άφθονα, έρρεον ποταμηδόν, και έβρεχον το πρόσωπον, το στήθος και την γην. Οι στεναγμοί αυτού ήσαν βαθείς και δυνατοί ως φυσερόν σιδηρουργού, και εβόα: «Κύριε, Κύριε, παράλαβέ με πάλιν εις τον παράδεισον».
Η μήτηρ κλαίει πικρώς διά τον αγαπημένον υιόν της, όταν επί πολύ δεν βλέπη αυτόν. Η αγάπη όμως του Θεού είναι ασυγκρίτως μεγαλυτέρα και θαυμαστή, και όταν επισκεφθή την ψυχήν, τότε από την άμετρον χαράν προσεύχεται με δάκρυα αγάπης δι' όλον τον κόσμον, όπως όλοι οι άνθρωποι γνωρίσουν τον Ουράνιον Πατέρα, και ανάπαυσιν δεν έχει, ούτε καν θέλει αυτήν, έως ότου οι πάντες γευθούν της χάριτος της αγάπης Αυτού...
Προσέχετε την χάριν του Θεού. Μετ' αυτής η ζωή είναι εύκολος. Το παν γίνεται καλώς και κατά Θεόν, το παν είναι αγαπητόν και ευχάριστον, η ψυχή αναπαύεται εις τον Θεόν, ωσάν να περιπατή εις ένα ωραίον κήπον, εις τον οποίον ζη ο Κύριος και η Παναγία Θεοτόκος.
Μακάριοι είναι εκείνοι, όσοι ημέρας και νυκτός μεριμνούν πώς να ευαρεστήσουν εις τον Κύριον. Αυτοί εκ πείρας και αισθητώς γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις δεν έρχεται κατά τρόπον ώστε η ψυχή να αγνοή την έλευσίν της, και οπότε εγκαταλείπη αυτήν η χάρις, τότε η ψυχή, ήτις αγαπά τον Θεόν, αναζητεί τον Κύριον μετά μεγαλυτέρας θλίψεως και εντάσεως, ούτως, ώστε αδυνατεί καν να ενθυμηθή τα συγγενή και προσφιλή πρόσωπα.
Δόξα εις τον Κύριον, ότι διδάσκει ημάς να αισθανώμεθα την έλευσιν της χάριτος και να γνωρίζωμεν την άρσιν αυτής, τουτέστιν πώς αποκτάται και πώς αφαιρείται.
Όστις φυλάττει όλας τας εντολάς, η καρδία αυτού θα αισθάνηται πάντοτε την χάριν έστω και ολίγον. Αφαιρείται όμως η χάρις ένεκα της κενοδοξίας, ένεκα και ενός ακόμη υπερηφάνου λογισμού. Δύναταί τις να νηστεύη πολύ, να προσεύχηται πολύ, να κάμνη πολλά καλά, εάν όμως υπερηφανεύηται δι' αυτά, τότε θα ομοιωθή προς κύμβαλον, το οποίον αλαλάζει, έσωθεν δε είναι κενόν. Η κενοδοξία ερημοί την ψυχήν από της χάριτος, και χρειάζεται πολλή πείρα και μακρός αγών διά να νικήσης το πάθος αυτό.
Ο πόλεμος ημών είναι πολύπονος, είναι μεγάλη και αδιάλειπτος επιστήμη. Απαιτείται και σοφία, αλλά και απλότης. Εάν η ψυχή αγαπήση την ταπείνωσιν, τότε όλα τα δίκτυα των εχθρών διαλύονται και όλα τα οχυρά των κρημνίζονται. Ο πόλεμος είναι μεν πεισματώδης, αλλά μόνον διά τους υπερηφάνους. Διά δε τους ταπεινούς είναι εύκολος, διότι αυτοί έχουν αγαπήσει τον Κύριον, και Αυτός δίδει εις αυτούς το ισχυρόν όπλον Του, την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν φοβούνται οι εχθροί, διότι τους κατακαίει.
Ιδού η πλέον σύντομος και εύκολος οδός προς την σωτηρίαν: Έσο υπήκοος, εγκρατής, μη κατακρίνης και φύλαττε τον νουν και την καρδίαν σου από τους κακούς λογισμούς. Σκέπτου, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί και ότι τους αγαπά ο Κύριος. Ένεκα αυτών των ταπεινών σκέψεων η χάρις του Αγίου Πνεύματος θα ενοικήση εν τη καρδία σου, και συ θα λέγης «Ελεήμων ο Κύριος!». Εάν όμως κατακρίνης, είσαι μεμψίμοιρος, αγαπάς να κάμνης το θέλημά σου, τότε έστω και αν προσεύχησαι πολύ, η ψυχή σου θα πτωχεύη και θα λέγης: «Με εγκατέλειψεν ο Κύριος». Όμως δεν είναι ο Κύριος, ό­στις σε εγκατάλειψειν, αλλά συ εξέκλινας εκ της οδού της ταπεινώσεως, και δι' αυτό η χάρις του Θεού δεν μέ­νει εις την ψυχήν σου. Η Παναγία υπήρξεν ταπεινή περισσότερον «παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης» και διά τούτο δοξάζεται εις τον ουρανόν και επί της γης. Και κάθε άνθρωπος όστις ταπεινούται, θα δοξασθή υπό του Θεού και θα βλέπη την δόξαν του Κυρίου.
Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον διά Πνεύματος Αγίου, εκτείνεται ορμητικώς προς Αυτόν. Η μνήμη Του με δύναμιν αρπάζει τον νουν, ώστε λησμονεί τον κόσμον. Και όταν πάλιν μνησθή του κόσμου, τότε διαπύρως ποθεί διά πάντας την ιδίαν χάριν, και προσεύχεται δι' όλον τον κόσμον, ίνα οι πάντες μετανοήσωσι και γνωρίσωσιν, οπόσον ελεήμων είναι ο Θεός.
Μακάριος εκείνος ο οποίος δεν απώλεσε την χάριν του Θεού, αλλά αναβαίνει εκ δυνάμεως εις δύναμιν. Άνευ της χάριτος του Θεού όμοιοι είμεθα προς κτήνη, αλλά κατά την χάριν ο άνθρωπος μέγας είναι παρά Θεώ.
Οι άνθρωποι εκτιμούν καθ' υπερβολήν γηίνας επιστήμας ή γνωριμίας μετ' επιγείου βασιλέως και χαίρουν όταν συνδιάγουν μετ' αυτού, αλλ' αληθώς μέγα είναι μόνον να γνωρίζωμεν τον Κύριον εν Αγίω Πνεύματι και το θέλημα Αυτού. Χωρίς δε Πνεύματος Αγίου η ψυχή παραμένει ως νενεκρωμένη, έστω και αν έμαθεν όλον τον κόσμον.
Εάν οι άνθρωποι εγνώριζον τί είναι η πνευματική επιστήμη, θα εγκατέλειπον τας γηίνας επιστήμας και τέχνας και θα εζήτουν μόνον τον Κύριον. Το θείον κάλλος Του αιχμαλωτίζει την ψυχήν και αυτή επιποθεί αιωνίως να μένη μετ' Αυτού και ουδέν άλλον επιζητεί, και όλα τα βασίλεια της γης θεωρεί ως τα νέφη τα πλανώμενα εις τον ουρανόν.
* * *
Τα επίγεια μανθάνονται διά της επιγείου διανοίας, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνον διά του Αγίου Πνεύματος, και παραμένουν απρόσιτα εις τον μη αναγεννημένον νουν.
* * *
Εις πολλούς ο Κύριος δεν δίδει να γνωρίσουν Αυτόν ένεκα της υπερηφάνειας του νοός των, και όμως αυτοί σκέπτονται, ότι δήθεν γνωρίζουν πολλά. Και τί αξίζει η γνώσις αυτών, εάν δεν γνωρίζουν τον Κύριον, δεν γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, δεν γνωρίζουν πώς έρχεται και διατί αίρεται;
Αλλ' ας ταπεινώσωμεν εαυτούς, αδελφοί, και ο Κύριος θα δείξη εις ημάς τα πάντα, όπως ο στοργικός πατήρ δεικνύει τα πάντα εις τα τέκνα του.
Παρατήρει με τον νουν σου, τί γίνεται εις την ψυ­χήν. Εάν υπάρχη ολίγη χάρις, τότε η ψυχή ειρηνεύει και αισθάνεται αγάπην προς όλους. Εάν η χάρις είναι περισσοτέρα, τότε εις την ψυχήν έρχεται χαρά και φως μέγα, και εάν είναι ακόμη μεγαλυτέρα, τότε και το σώμα αισθάνεται την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα δυστυχία από την απώλειαν της χάριτος.,.
Σπάνιαι είναι αι ψυχαί, αι οποίαι γνωρίζουν Σε, και ολίγοι είναι εκείνοι, μετά των οποίων δύναταί τις να ομιλή περί Σου. οι περισσότεροι σώζονται διά της πίστεως. Αλλ' ως Συ ο Ίδιος είπας εις τον Απόστολον Θωμάν: «Συ είδας Με και εψηλάφησάς Με, αλλά μακάριοι και εκείνοι, οίτινες δεν είδαν και πιστεύουν». Ούτω δεν αισθάνονται όλοι το Πνεύμα το Άγιον, αλλ' όσοι φοβούνται τον Θεόν και φυλάττουν τας εντολάς Αυτού, όλοι εκείνοι θα σωθούν, διότι απείρως αγαπά ημάς ο Κύριος, και εγώ δεν θα ηδυνάμην να γνωρίζω την αγάπην αυτήν, εάν δεν εδίδασκέ με το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον διδάσκει παν αγαθόν...
Τινές ερρίζουν περί της πίστεως και τέλος δεν υπάρχει εις αυτάς τας φιλονεικίας, ενώ, αντί να φιλονικώμεν, πρέπει να προσευχώμεθα μόνον εις τον Θεόν και εις την Παναγίαν, και ο Κύριος χωρίς έριδας θα δώση τον φωτισμόν και μάλιστα ταχέως θα δώση αυτόν.
Πολλοί εμελέτησαν όλας τας θρησκείας, αλλά την αληθινήν πίστιν καθώς πρέπει δεν εγνώρισαν. Όστις όμως προσεύχεται εν ταπεινώσει εις τον Θεόν, διά να φω­τίση αυτόν, εις εκείνον ο Κύριος θα δώση να γνωρίση, οπόσον αγαπά τον άνθρωπον...
Όστις εγνώρισε την αγάπην του Θεού, ούτος αγαπά όλον τον κόσμον και ουδέποτε μεμψιμοιρεί, διότι η πρόσκαιρος θλίψις διά τον Θεόν εργάζεται αιωνίαν χαράν.
Ψυχή ανυπότακτος, η οποία δεν παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού, αποβαίνει ανεπίδεκτος θείας γνώσεως. από της μιας σκέψεως μεταφέρεται ολοέν εις την άλλην, και ούτω ποτέ δεν προσεύχεται μετά καθαρού νου και δεν δοξάζει πρεπόντως τα μεγαλεία του Θεού...
Συ ελυπήθης την πτωχείαν μου και έδειξας εις εμέ το Πρόσωπόν Σου, και νυν η ψυχή μου έλκεται προς Σε, Κύριε, και εις ουδέν ευρίσκει ανάπαυσιν, αλλ' ημέρας και νυκτός κλαίω, ως το παιδίον, το οποίον απώλεσε την μητέρα του.
Αλλά και το παιδίον θα λησμονήση την μητέρα του, και η μήτηρ το παιδίον της, όταν Σε ίδουν. Η ψυχή, βλέπουσά Σε, λησμονεί όλον τον κόσμον. Ούτως έλκεται η ψυχή μου προς Σε, και εκλείπει εις Σε, και δεν ορέγεται να βλέπη το κάλλος του κόσμου τούτου.
Όταν η ψυχή εν Πνεύματι Αγίω γνωρίση την Πανα­γίαν Μητέρα του Θεού, όταν εν Πνεύματι Αγίω γίνη συγγενής προς τους αποστόλους, τους προφήτας, τους ιεράρχας, τους οσίους και προς όλους τους αγίους και δικαίους, τότε έλκεται ακρατήτως εις εκείνον τον κό­σμον, και δεν δύναται να σταθή, αλλά νοσταλγεί, καταπονείται και κλαίει μη δυναμένη να αποσπασθή από της προσευχής. και αν και το εξησθενημένον το σώμα έχη ανάγκην να ανακλιθή, αλλά και επί της κλίνης η ψυχή ορμητικώς ανατείνεται προς τον Κύριον και την Βασιλείαν των Αγίων...
Όστις επί της γης διαμένει εν τη αγάπη του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος, ούτος και μετά θάνατον θα είναι μετά του Κυρίου, διότι ακατάλυτος είναι η αγάπη...
* * *
«...Κύριε, δος μοι Σε μόνον να αγαπώ»
Συ με έκτισας. Συ με εφώτισας διά του αγίου βαπτίσματος. Συ συγχωρείς τα αμαρτήματά μου και χαρίζεις εις εμέ να κοινωνώ το τίμιον Σώμα Σου και Αίμα. Δος μοι την δύναμιν να μένω πάντοτε εν Σοι.
Κύριε, δος μοι αδαμιαίαν μετάνοιαν και την αγίαν Σου ταπείνωσιν. Η ψυχή μου πλήττει επί της γης και ποθεί τα ουράνια.
Ο Κύριος ήλθεν εις την γην, διά να προσλάβη ημάς εκεί, όπου μένει Αυτός, η Πανάχραντος Αυτού Μήτηρ, η Οποία υπηρέτησεν Αυτόν επί της γης χάριν της σωτηρίας ημών, και οι μαθηταί και ακόλουθοι του Κυρίου.
Εκεί καλεί ημάς ο Κύριος, παρ' όλας τας αμαρτίας ημών. Εκεί θα ίδωμεν τους αγίους Αποστόλους, οι οποίοι δοξάζονται ως κήρυκες του Ευαγγελίου. Εκεί θα ί­δωμεν τους αγίους προφήτας και ιεράρχας, τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Εκεί θα ίδωμεν τους οσίους, οι οποίοι ηγωνίσθησαν να ταπεινώσουν διά της νηστείας την ψυχήν των. Εκεί δοξάζονται οι διά Χριστόν σαλοί, διά το ό,τι ενίκησαν τον κόσμον.
Εκεί θα δοξάζωνται όλοι, όσοι ενίκησαν εαυτούς, όσοι προσηύχοντο δι' όλον τον κόσμον και έφερον επ' αυτών την θλίψιν όλου του κόσμου, διότι είχον την αγά­πην του Χριστού, η δε αγάπη δεν υποφέρει να απολεσθή έστω και μία ψυχή.
Εκεί θέλει να σκηνώση η ψυχή μου. μηδέν όμως το ακάθαρτον θα εισέλθη εκεί, όπου εισέρχονται διά μεγάλων θλίψεων, διά πολλών δακρύων, με συντετριμμένον πνεύμα. Μόνον τα παιδία, τα οποία εφύλαξαν την χάριν του αγίου βαπτίσματος, διαβαίνουν εκεί άνευ θλίψεων, και εν Πνεύματι Αγίω γνωρίζουν τον Κύριον.
Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεόν και προσεύχεται ημέρας και νυκτός, διότι το όνομα του Κυρίου είναι γλυκύ και περιπόθητον διά την προσευχομένην ψυχήν και έλκει αυτήν εις την αγάπην του Θεού.
Έζησα πολύν καιρόν επί της γης και πολλά ήκουσα και είδα. Ήκουσα πολλήν μουσικήν, ήτις εγλύκαινε την ψυχήν μου, και εφρόνουν ότι, αν αυτή η μουσική είναι τόσον γλυκεία, τότε πόσω μάλλον τέρπει την ψυχήν η ουράνιος μελωδία, εκεί όπου εν Πνεύματι Αγίω δοξά­ζουν τον Κύριον διά τα πάθη Του.
Η ψυχή ζη πολύ επί της γης και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανόν και τον ήλιον, αγαπά τους ωραίους κήπους, την θάλασσαν και τους ποταμούς, τα δάση και τους λειμώνας. αγαπά η ψυχή και την μουσικήν, και όλα αυτά τα επίγεια γλυκαίνουν αυτήν. Αλλ' όταν αύτη γνωρίση τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τότε δεν θέλει πλέον να βλέπη τα επίγεια.
Είδα επιγείους βασιλείς εν δόξη και πολύ εξετίμων αυτό. Αλλ' όταν η ψυχή γνωρίση τον Κύριον, τότε δι' ο­λίγον θα λογίζηται όλην την δόξαν των βασιλέων. Η ψυχή τότε διψά συνεχώς τον Κύριον και απλήστως ημέραν και νύκτα επιποθεί τον Αόρατον να ίδη, τον Αψηλάφητον να ψηλαφίση.
Το Άγιον Πνεύμα, εάν η ψυχή σου γνωρίζη Αυτό, θα δώση εις σε να καταλάβης εκ πείρας πως Αυτό αποκαλύπτει εις την ψυχήν τον Κύριον, και πόσον γλυκεία είναι η πείρα αύτη.
Ω Ελεήμων Κύριε, φώτισον τους λαούς Σου ίνα Σε γνωρίσουν, ίνα γνωρίσουν το μεγαλείον της αγάπης Σου.
Θαυμαστά τα έργα του Κυρίου. Έπλασεν από της γης τον άνθρωπον και εις τον πήλινον έδωκεν να γνωρί­ση Αυτόν εν Πνεύματι Αγίω, ώστε να λέγη ο άνθρωπος «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» και να λέγη τούτο εκ πληρώματος πίστεως και αγάπης.
Τί μεγαλύτερον δύναται να ζητή η ψυχή επί της γης;
Μέγα θαύμα! Η ψυχή αίφνης αναγνωρίζει τον Δημιουργόν της και την αγάπην Αυτού.
Όταν η ψυχή ίδη τον Κύριον, πόσον είναι πράος και ταπεινός, τότε και εκείνη ταπεινούται έως τέλους, και ύστερον ουδέν ποθεί τόσον, όσον την ταπείνωσιν του Χριστού. Και όσον και αν έζη η ψυχή επί της γης, πάντοτε θα επόθη και θα εζήτη αυτήν την ακατάληπτον ταπείνωσιν του Χριστού, την οποίαν είναι αδύνατον να λησμονήση.
Κύριε, πόσον πολύ αγαπάς τον άνθρωπον!...
(Από το βιβλίον «Ο ΓΕΡΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ» Θεσ/νίκη 1974).

15 Σεπ 2012


Γέροντας Παϊσιος: «Η αριθμητική του Θεού είναι διαφορετική από την αριθμητική των ανθρώπων»


Ρώτησα τον Γέροντα Παΐσιο για την διάκριση μεταξύ νου και λογικής.
Μου το εξήγησε με ένα απλό παράδειγμα: «Η λογική ομοιάζει σαν τον μούστο και το κρασί, ενώ ο καθαρός νους σαν το αποσταγμένο τσίπουρο».
Τον ρώτησα για τον πονοκέφαλο που έρχεται από την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης για την ευχή.
Μου είπε ότι, όταν κανείς προσπαθή να συγκεντρωθή στην ευχή και έρχεται πονοκέφαλος, τότε «αυτός ο πονοκέφαλος στην προσευχή δείχνει το φιλότιμο, οπότε ο Θεός βλέπει την προσπάθεια του φιλότιμου παιδιού και το ευλογεί. Του λέει «μη κουράζεσαι, στο δίνω αυτό που ζητάς».
Πρέπει κανείς να ξέρη ότι, «όταν οι άλλοι γογγύζουν δίκαια εναντίον μας, αυτό δεν βοηθάει στην προσευχή».
Μου είπε πολλά και σοφά λόγια για την πνευματική ζωή, διότι η προσευχή αναπτύσσεται στο εύκρατο κλίμα της εκκλησιαστικής πνευματικής ζωής. Για παράδειγμα είπε: «Η αριθμητική του Θεού είναι διαφορετική από την αριθμητική των ανθρώπων. Το 4 για τον Θεό είναι άριστα, ενώ το 9 δεν είναι άριστα». Και στην ερώτησή μου πώς εξηγείται αυτό, είπε: «Όταν κανείς παίρνη 2 χαρίσματα από τον Θεό και τα διπλασιάζη (4) παίρνει άριστα, ενώ εκείνος που έλαβε 5 χαρίσματα και αντί να τα διπλασιάση (10) τα έκανε 9 δεν πήρε το άριστα».


Επίσης, μου είπε ότι μερικές φορές «οι λογισμοί απιστίας προέρχονται από υπερβολική άσκηση», καθώς επίσης «όπου χρησιμοποιεί κανείς την φαντασία μπορεί να πέση και σε αίρεση και να βλάψη όλη την Εκκλησία».

13 Σεπ 2012

Τρία μαθήματα τοῦ Σταυροῦ
 Βαθύς καί καίριος εἶναι ὁ δεσμός τοῦ κάθε χριστιανοῦ μέ τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ἤμασταν στή νηπιακή μας ἡλικία οἱ περισσότεροι, ὅταν δεχθήκαμε ὡς δῶρο ἀπό τόν ἀνάδοχό μας ἕνα σταυρό, πού κρεμάσθηκε φυλαχτό στό λαιμό μας. Κι ἔπειτα, μικρά παιδιά, εἴχαμε τήν εὐλογία μέ τήν καθοδήγηση τῆς εὐσεβοῦς μάνας ἤ γιαγιᾶς νά ἑνώσουμε τά τρία δάκτυλα τοῦ δεξιοῦ μας χεριοῦ καί νά μάθουμε νά σημειώνουμε πάνω μας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πιστεύοντας ὅτι «ὅποιος κάνει τό σταυρό του ἔχει ὅπλο στό πλευρό του».
 Ἀλλά ὁ σταυρός δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σχῆμα πού περικλείει μαγική δύναμη, δέν εἶναι φετίχ· εἶναι ἕνα σύμβολο γεμάτο ἀπό τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε χρέος νά μελετοῦμε αὐτά τά μηνύματα καί νά ἐμβαθύνουμε στό νόημά τους, πού μᾶς χειραγωγεῖ καί μᾶς προάγει στήν πνευματική ζωή.Ἔτσι ὁ σταυρός γίνεται πηγή ἔμπνευσης, ὁδηγός στήν πορεία, ὅπλο στή μάχη, παρηγοριά στόν πόνο, γλυκασμός στήν πικρία τῆς ζωῆς. Τρία στοιχεῖα τῆς θεολογίας τοῦ σταυροῦ θά προσεγγίσουμε μέ ὁδηγό μας τόν ἐμπνευσμένο κήρυκα τοῦ σταυροῦ, τόν ἀπόστολο Παῦλο, πού ἀνοίγει μπροστά μας σάν ἕνα πρωτότυπο βιβλίο τό σύμβολο τοῦ σταυροῦ καί μᾶς βοηθᾶ νά διαβάσουμε στίς αἱματοβαμμένες σελίδες του τά τρία κοσμοσωτήρια μαθήματα: τήν ἀγάπη, τή σοφία, καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ.
 α. Ἀγάπη: Ἀσφαλῶς μέ πολλούς τρόπους ἐκφράζεται καί ἐκδηλώνεται στήν πλάση ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Ὅλη ἡ φυσική δημιουργία, ἀπό τό ἀσήμαντο ἀγριολούλουδο, πού τό ἔντυσε ὁ Πλάστης μέ ἀρχοντική μεγαλοπρέπεια, μέχρι τόν φωτεινό ἄρχοντα τῆς ἡμέρας, τόν ἥλιο, κι ὅλα τά οὐράνια σώματα, πού στροβιλίζονται στό στερέωμα μέ τόση τάξη καί σκοπιμότητα, ὅλα μιλοῦν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τή λαμπρότερη ἀποκάλυψη τῆς θεϊκῆς ἀγάπης παρουσιάζει ἡ ἀκατανόητη καί ἀσύλληπτη προσφορά τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ: Ἔγινε ἄνθρωπος καί σταυρώθηκε γιά νά μᾶς συμφιλιώσει μέ τόν Θεό, νά μᾶς ἀποκαταστήσει στήν ἀγάπη του· «ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφ 5,2).
 Ἀπό τή θλιβερή ἐκείνη ἡμέρα τῆς ἀνταρσίας τῶν πρωτοπλάστων, τό σαράκι τῆς ἁμαρτίας εἶχε διαβρώσει ἀνεπανόρθωτα τήν οἰκειότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό. Κι ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ μονάκριβος Υἱός τοῦ Θεοῦ καί σήκωσε πάνω του τήν ἁμαρτία ὅλου τοῦ κόσμου. Ἑκούσια προσφέρθηκε καί πέθανε γιά μᾶς τούς ἐχθρούς κι ἀντάρτες. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ θυσία του πάνω στό σταυρό τοῦ Γολγοθᾶ, πού λύτρωσε ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, μᾶς χάρισε τήν υἱοθεσία, μᾶς ἀποκατέστησε στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό ἀποκορύφωμα τῆς ἀγάπης του.
 β. Σοφία: Μέ δόλο ὁ σατανᾶς ἀπέσπασε τούς πρωτόπλαστους ἀπό τήν ὑπακοή τους στόν Θεό καί τούς κατέστησε δικούς του ὑποτελεῖς. Κάθε ἄνθρωπος, ὡς παραβάτης τοῦ θείου νόμου, ἦταν πλέον ἐπικατάρατος. Γιά νά σώσει τήν καταραμένη ἀνθρωπότητα ὁ Θεός ἔπρεπε νά γίνει ἄνθρωπος, νά προσλάβει τήν ἀνθρώπινη φύση, διότι «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον», ὅπως θεολογεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Ἔγινε, λοιπόν, ἄνθρωπος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἦταν ὅμως ἀναμάρτητος, καί πῶς θά μποροῦσε νά πλησιάσει καί νά λυτρώσει τούς καταραμένους; Ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ συνέλαβε τό σωτήριο σχέδιο: Διά τοῦ σταυροῦ! Τό βεβαίωνε ὁ νόμος «κεκατηραμένος ὑπό Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπί ξύλου» (Δε 21, 23· πρβλ. Γα 3,13).
 Ὑψωμένος πάνω στό σταυρό ὁ ἀναμάρτητος Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε ἐπικατάρατος. Καί τήν ὥρα πού φάνηκε πώς θριαμβεύει ὁ κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀφοῦ θανάτωνε τόν Ἰησοῦ μέ τόν καταραμένο σταυρικό θάνατο, τότε ἀκριβῶς ἡ θεότητα, πού κρυβόταν στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συνέτριψε τήν κεφαλή τοῦ ἀρχέκακου καί κατέλυσε τό κράτος τοῦ θανάτου. Ἔτσι, θαυμάζει ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής: «πεπλάνηται ὁ πλάνος (σατανᾶς), ὁ πλανηθείς (ἄνθρωπος) λυτροῦται» ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καί ἀπελευθερώνεται ἀπό τό κράτος τοῦ θανάτου. Συγκλονισμένος ἀπό τό σοφό αὐτό σχέδιο ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναγνωρίζει τό σταυρό ὡς τήν ἀληθινή σοφία καί δέν θέλει νά γνωρίζει καί νά κηρύττει τίποτε ἄλλο παρά μόνο «Ἰησοῦν Χριστόν, καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κο 2,2).
 γ. Δύναμη: Ὡς παντοδύναμος Θεός ὁ Κύριος θά μποροῦσε, βέβαια, νά συντρίψει τόν σατανᾶ μέ μία ἐντολή. Σεβόμενος ὅμως τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, δέν ἔκανε χρήση τῆς παντοδυναμίας του. Ἔγινε ἄνθρωπος, δοῦλος, κατάδικος καί πέθανε μέ τή χειρότερη τῶν ποινῶν, μέ τόν σταυρικό θάνατο. Μ᾿ αὐτή τήν ἔσχατη ἀσθένειά του συνέτριψε τήν ἁμαρτία καί πιστοποίησε τήν ἀνυπέρβλητη δύναμή του. Ἀσφαλῶς, δέν εἶναι παράξενο νά περνᾶ ἡ ἁμαξοστοιχία πάνω ἀπό μιά σιδερένια γέφυρα. Ἄν ὅμως ἡ γέφυρα πού συγκρατεῖ τήν ἁμαξοστοιχία ἀποτελεῖται ἀπό καλάμια, αὐτό εἶναι ἀξιοθαύμαστο. Δείχνει πώς τό καλάμι κλείνει μέσα του μία ἀκατανόητη μυστική δύναμη. Παρόμοια, στόν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ ἀντικρύζει ὁ Παῦλος τήν «Θεοῦ δύναμιν καί Θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κο 1,24).
 Ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ φύτρα τῆς νέας δημιουργίας, ἡ ρίζα τῆς νέας κτίσεως, τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό καί ἀποτελεῖ ὄχι μόνο τό καύχημα καί τό κόσμημα τῆς οἰκουμένης ἀλλά καί τό γνώρισμα τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ· κυρίως αὐτό. Καθώς τόν ὑψώνει σέ παγκόσμια προσκύνηση ἡ Ἐκκλησία μας προτείνει στήν ἀνθρωπότητα νά ἐνστερνισθεῖ τή σοφία τοῦ Θεοῦ, πού κρύβεται στό σταυρό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τρόπο ἀκατανόητο -κι ἐν πολλοῖς ἀνόητο- γιά τή σοφία τοῦ ἄθεου κόσμου, ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ δύναμη δέν ταυτίζεται μέ τή βία, ἀλλά ἐκδηλώνεται μέ τή συγκατάβαση καί ἐλέγχεται ἀπό τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη, πού ὄχι μόνο συγχωρεῖ καί ἀνέχεται, ἀλλά θυσιάζεται γιά τούς ἐχθρούς, εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη. Αὐτό δέν τό καταλαβαίνει καί, φυσικά, δέν μπορεῖ νά τό ζήσει ὅποιος δέν μαθήτευσε στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, δέν γνώρισε καί δέν φωτίσθηκε ἀπό τή σοφία τοῦ σταυροῦ.
 Στέργιος Ν. Σάκκος
 

12 Σεπ 2012


Δάκρυα Μετανοίας

Υπάρχουν κι άλλα δάκρυα, για τα οποία ευρύτατος λόγος γίνεται στην Αγία Γραφή. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.
Χωρίς αυτά θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του ανθρώπου. Εύκολα κανείς γλιστράει στο κακό. Σκλαβώνεται από την αμαρτία. Ξεσχίζει την ψυχή του στα θανατηφόρα αγκάθια της. Και τότε ένα μέσο θεραπείας υπάρχει. Τα θερμά δάκρυα της αληθινής μετανοίας. Ο Δαβίδ αμάρτησε τόσο βαριά. Η μετάνοιά του όμως και τα ποτάμια των δακρύων του, τον έφεραν και πάλι στο Θεό. Αστείρευτες είχαν γίνει των ματιών του οι βρύσες. «Λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω»· έλεγε με βαθειά συντριβή (Ψαλμ. στ’, 7). «ἐγενήθη μοι τὰ δάκρυά μου ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς…» (Ψαλμ. μα’, 4). Οι ψαλμοί αυτοί της μετανοίας του «καλλιπενθούς» Δαβίδ έγιναν άριστοι βοηθοί, σωστοί ανελκυστήρες, για να σηκώνονται από τα βάραθρα του κακού τόσες και τόσες πεσμένες ψυχές.
Θυμηθείτε τον Απόστολο Πέτρο. Σε μια στιγμή αδυναμίας αρνήθηκε τρεις φορές τον Θείο Διδάσκαλό του. Συνέρχεται όμως. Μετανοεί. Συντρίβεται η ψυχή του. «…καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς» (Ματθ. κστ᾿, 75). Κλάψε λοιπόν Πέτρε. Κλάψε, αφού ο Θεός σου έδωσε «την χάριν των δακρύων» (Μ. Αθανάσιος). «Ο Απόστολος Πέτρος έκλαψε πικρά για το αμάρτημά του έχυσε περισσότερα δάκρυα από όσα είχε χύσει, αφότου υπήρχε στον κόσμο αυτό», όπως έλεγε ο Μωριάκ. Και ο Παπίνι προσθέτει: «Το κλάμα του Πέτρου ξέπλυνε για πάντα το στόμα, που αρνήθηκε». Αυτό το κλάμα είδε ο Χριστός και τον ανεγνώρισε και πάλι μαθητή Του. Και ρωτάει ένας σύγχρονος εκκλησιαστικός συγγραφέας:» Ποια ήταν η διαφορά του Ιούδα από τον Πέτρο; Ο πρώτος δεν μπόρεσε να κλάψει· και χάθηκε. Ο δεύτερος έκλαψε και σώθηκε».
Το ίδιο και η «αμαρτωλός» γυναίκα, την οποία μας θυμίζει κάθε Μ. Τρίτη η Εκκλησία μας. «…Κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας Αὐτοῦ (του Χριστού) τοῖς δάκρυσι…» (Λουκ. ζ᾿ 38). Με απαράμιλλη τέχνη η Κασσιανή ζωγραφίζει τη μετάνοια της γυναίκας αυτής. Στο στόμα της βάζει τα λόγια εκείνα, που έχουν μείνει πλέον αθάνατα: «Δέξαι μου τας πηγάς τῶν δακρύων…». Και σε ένα άλλο τροπάριο της ακολουθίας της Μ. Τρίτης ακούμε: «μή μου τά δάκρυα παρίδς, η χαρά τῶν ’Αγγέλων». Και έτσι η πρώην αμαρτωλή λούζεται στο πνευματικό λουτρό των δακρύων της· σε πνευματικές πηγές. Και γίνεται λευκή σαν το κρίνο. Καθάρια σαν τα γάργαρα νερά.
«Τα δάκρυα της μετανοίας είναι το «δεύτερο βάπτισμα της ψυχής». Διδάσκουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Και μιλάνε για τον «νιπτήρα της αμαρτίας»· που είναι το μυστήριο της μετανοίας και τα δάκρυα. «Καὶ δάκρυον στάξαν ἰσοδυναμεῖ  λουτρῷ παλλιγγενεσίας και ἐπανάγει τὴν χάριν…», έγραφε ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Στα δάκρυα καταφεύγουν τόσοι και τόσοι, για να λευκανθούν από το ρύπο της αμαρτίας. «Δακρύων ὄμβρους» «προσάγουν» στο Νυμφίο Χριστό. Και προσπαθούν «…δάκρυσιν ἐξαλεῖψαι…τῶν πταισμάτων το χειρόγραφον…». «Όταν αμαρτήσεις βαριά, στείλε στο Θεό ως μεσιτεία τα καυτά σου δάκρυα» συμβουλεύει ο Άγιος Κυπριανός. Η εκκλησιαστική ιστορία μιλάει για τους «προσκλαίοντας». Για τους χριστιανούς, δηλαδή εκείνους, που όταν έπεφταν σε βαριά αμαρτήματα δεν έμπαιναν μέσα στο ναό. Στεκόντουσαν έξω από την πόρτα και με θερμά δάκρυα παρακαλούσαν, όσους προχωρούσαν μέσα, να προσευχηθούν στο Θεό γι’ αυτούς.
Και πόσα αλήθεια! Πόσα δεν κατορθώνονται με της μετανοίας τα ειλικρινή δάκρυα! Μεγάλη η δύναμή τους. «Παντοκράτορ Κύριε, οἶδα πόσα δύνανται τα δάκρυα» ψάλλει ο υμνωδός. «Οὐδεμία ἐστί κακία, μη διαλυομένη τοῖς σωτηρίοις δάκρυσι τῆς μετανοίας». Γράφει ο όσιος Νείλος. Και ο Στηθάτος προσθέτει: «Τα δάκρυα της μετανοίας είναι σαν ποτάμι, που πλημμυρίζει και ξεθεμελιώνει όλα τα κάστρα της αμαρτίας». Είναι ένα ζεματιστό νερό-ένα άλλο «υγρό πυρ»- που κατακαίει το κακό και καθαρίζει την καρδιά. Ο Σατωβριάνδος παρέτερησε: «Χρειάζονται χρόνια μετανοίας, για να σβήσουμε ένα πταίσμα μας από τη μνήμη των ανθρώπων. Για τον Θεό όμως αρκεί ένα και μόνο δάκρυ». «Πολύ το πύρ τῆς μαρτίας και λίγ δακρύ σβέννυται». Βεβαιώνει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και προσθέτει: Με τα δάκρυα της μετανοίας «…τό κ τῶν ἁμαρτημάτων ἀφανίζεται σκότος…». Και αλλού: «Οὐδέν οὕτω συγκολλᾷ και ἐνοῖ τῷ Θεῷ, ὡς τά τοιαῦτα δάκρυα». Δηλαδή× τίποτε δεν συγκολλάει με το Θεό, όσο της μετανοίας τα δάκρυα. Σε μια άλλη ομιλία του ο ιερός Χρυσόστομος ονομάζει τα δάκρυα της μετανοίας, φιλοσοφίας δάκρυα: «Ταῦτα φιλοσοφίας τά δάκρυα». Με αυτά εξαγιάζεται η ψυχή. Και  «αν το δάκρυ είναι δείγμα υγείας για το μάτι, είναι όμως σημείο εξυγιάνσεως για την ψυχή». Και αν τα δάκρυα, που αναφέραμε στην αρχή, ανακουφίζουν τον άνθρωπο, τα δάκρυα της μετανοίας τον λυτρώνουν. Δάκρυα σωτήρια. Έχουν λοιπόν μεγάλη αξία. «Τα βουρκωμένα μάτια είναι τα ωραιότερα για το Χριστό», γράφει κάπου ο Γάλλος ποιητής Ροστάν. Είναι τα ευεργετικότερα για τον άνθρωπο. Και πολύτιμα μπροστά στο Θεό. «Ο ουρανός πανηγυρίζει περισσότερο για το δακρύβρεχτο πρόσωπο ενός αμαρτωλού, παρά για το λευκό ιμάτιο εκατό εναρέτων» λέγει ο Β. Ουγκώ. Και ο θείος Χρυσόστομος κήρυττε: «Οὐδέν ἥδιον ὀφθαλμῶν δεδακρυσμένων».
Μια Περσική παράδοση λέει τα εξής: Κατέβηκε κάποτε ένας Άγγελος στη γη. Για να βρει και να φέρει στον ουρανό ό,τι εκλεκτότερο υπάρχει σ’ αυτή. Πρώτα έφερε μερικές σταγόνες από τον τίμιο ιδρώτα ενός γεωργού. Κατόπιν τα δάκρυα μιας πονεμένης μάνας, που έκλαιγε απαρηγόρητα στ προσκέφαλο του άρρωστου παιδιού της. Τέλος μερικές σταγόνες αίμα από ένα παλικάρι, που ξεψυχούσε στο πεδίο της μάχης. Τα είδε όλα αυτά ο Θεός με συμπάθεια. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη πιο σπουδαίο, λέει στον Άγγελο. Άνοιξε εκείνος τα φτερά του και ξανακατέβηκε στη γη. Και ενώ συλλογιζόταν, ποιο άραγε να είναι το πολυτιμότερο πράγμα, άκουσε κάποιον, που έκλαιγε και έχυνε πυκνά δάκρυα μετανοίας. Γρήγορα τα έφερε στον ουρανό. Α! μάλιστα, είπε ο Θεός. Αυτά τα δάκρυα είναι ό,τι  πολυτιμότερο υπάρχει πάνω στη γη.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Δροσοσταλίδες της καρδιάς»,
επισκόπου Νικηφόρου,
Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης

9 Σεπ 2012


ΠΑΛΙ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΣΕ?

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΠΟΛΥ,ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΝΤΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ!!!

Ακουμε καθημερινα κοσμο και κοσμακη να παραπονιετε για πολλα και διαφορα.
Πολλοι ειναι αυτοι που παραπονουνται για ασημαντα θεματα,και το κανουν για να εστιαστει η προσοχη σε αυτους και να αποκτησουν ...
''παρηγορητες''
Αλλοι ''αρρωσταινουν''βαρια και υποφερουν...αλλα στο μυαλο τους.
Θελουν ο κοσμος να ασχολειται μαζι τους,και δεν ειναι λιγοι οι κατα φαντασια ασθενεις που λενε.
Πολλοι ειναι ομως και αυτοι που υποφερουν αληθινα,αλλα δεν παραπονουνται γιατι δεν θελουν να φορτωνουν τον πονο και τα προβληματα σε αλλους.
Οπως για παραδειγμα,σημερα αυτοι που κλαιγονται για χρηματα,ειναι αυτοι που εχουν τα χρηματα.

Ηταν μια κοπελα νεα γυρω στα 25 ετων,η Ελενη, που οι γιατροι διεγνωσαν οτι εχει καρκινο.
Αυτη δεν το εβαλε κατω,εκανε υπομονη και ελπιζε για το καλυτερο.
Ουτε στους φιλους και γνωστους δεν το ελεγε οτι εχει καρκινο.
Πολυ λιγοι ηταν αυτοι που το γνωριζαν.
Η Ελενη εργαζοταν σε ενα καταστημα διατροφης και ηταν πολυ χαρουμενη με την δουλεια της.
Πριν λιγο καιρο ο Χριστος αποφασισε να την παρει κοντα του,την ειχε αγαπησει τοσο πολυ που την ηθελε εκει μαζι του.
Μετα τον θανατο της ο κοσμος εμαθε οτι επασχε απο καρκινο.

Μαλιστα.
Κρατησε την ασθενεια της μακρια απο αυτους που αγαπουσε.

Ποσοι σημερα κρατανε μεσα τους τον πονο και τα προβληματα που αντιμετωπιζουν?
Με το παραμικρο παραπονιομαστε,λες και αυτα ειναι τα σοβαρα προβληματα μας.
Αν κανουμε παραπονα στα μικρα,πως θα υπομενουμε στα μεγαλα και σοβαρα που θα μας ερθουν?

ΑΣ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΙΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΑΝΩΦΕΛΑ.
ΝΑ ΥΠΟΜΕΝΟΥΜΕ ΣΕ ΟΤΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΘΕΛΗΣΕΙ Ο ΘΕΟΣ.
ΟΛΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ.
ΕΜΕΙΣ ΜΟΝΟ ΝΑ ΥΠΟΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΔΟΞΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΛΑ.

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΒΟΗΘΟΣ!!!

5 Σεπ 2012

Πότε κάνουμε το σταυρό μας κατά τις ακολουθίες 

Κάνουμε τον σταυρό μας:

1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.

2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.

3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.

4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά που θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι», η όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».

5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.

6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.

7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.

8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.

9. Στον Τρισάγιο Ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».

10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το οποίο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.

11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου…».

12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών), καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.

13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , εφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.

14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.

15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία. 

ΔΕΝ κάνουμε τον σταυρό μας:

1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή που μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε, πρέπει να σηκωνόμαστε.

2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο οποίος «μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ο χρόνος αυτός της αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις η, προπαντός, χωρίς και τους παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ο Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).

3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Άγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, οπότε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ο καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.

4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.

από το :”Λατρευτικό Εγχειρίδιο” σελ. 168,171
του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου