28 Νοε 2012

30 Νοεμβρίου
Πορεία ἁγιασμοῦ

 
Τήν τελευταία μέρα τοῦ Νοεμβρίου ἡ μορφή τοῦ Πρωτοκλήτου ἀποστόλου ᾿Ανδρέα μᾶς δίνει ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅπως δίνει καί τό ὄνομα στό μήνα· εἶναι γνωστό ὅτι σέ πολλά μέρη τῆς πατρίδας μας ὁ Νοέμβριος ὀνομάζεται ᾿Αντριάς (= ᾿Ανδρέας).
Σεμνή καί ταπεινή ἡ μορφή τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα καλύπτεται συνήθως στίς εὐαγγελικές διηγήσεις πίσω ἀπό τή δυναμική προσωπικότητα τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ του, τοῦ κορυφαίου τῶν μαθητῶν Πέτρου. ᾿Ελάχιστα περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὅπως ἄλλωστε καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη. Μερικά ἀπό αὐτά εἶναι· ἡ πρώτη γνωριμία του μέ τόν Κύριο, στόν ὁποῖο ἀμέσως μετά ὁδήγησε τόν ἀδελφό του Πέτρο· ἡ ἐνεργός παρουσία του στό χορτασμό τῶν πέντε χιλιάδων λαοῦ καί στή συνάντηση τοῦ ᾿Ιησοῦ μέ κάποιους ῞Ελληνες, πού ζητοῦσαν νά τόν δοῦν. Εἶναι ὅμως ἀρκετά τά περιστατικά αὐτά, γιά νά μᾶς δώσουν τά δικά τους μοναδικά μαθήματα σήμερα.
῎Ηδη ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ ᾿Ανδρέα μέ τόν Κύριο δίνει τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς σεμνῆς ἀλλά ὄχι ἀσήμαντης προσωπικότητάς του. Εἶναι ὁ εἰλικρινής καί βαθύς πόθος του νά συναντήσει τόν Μεσσία. Αὐτός ὁ πόθος εἶχε ὁδηγήσει τόν ἄσημο ψαρά τῆς Γαλιλαίας στήν ἔρημο τοῦ ᾿Ιορδάνη, ὅπου κήρυττε ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής τοῦ Κυρίου ᾿Ιωάννης. Κι ὅταν ἀπό τά ἀσκητικά χείλη τοῦ Προδρόμου ἄκουσε τή σύσταση γιά τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ», τόν πλησίασε μαζί μέ τόν συμμαθητή του, τόν εὐαγγελιστή ᾿Ιωάννη. Ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τούς κάλεσε· «ἔρχεσθε καί ἴδετε». Κι ὁ ᾿Ανδρέας ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση. ῎Ετσι εἶναι ὁ Πρωτόκλητος.
«Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν!», ἔσπευσε νά ἐκμυστηρευθεῖ στόν ἀδελφό του Πέτρο, ὁδηγώντας κι ἐκεῖνον στόν ᾿Ιησοῦ. Πόση χαρά, πόση ἀνακούφιση κι εὐγνωμοσύνη, πόσο ἐνθουσιασμό καί αἰσιοδοξία κλείνει ἐκεῖνο τό «εὑρήκαμεν»! Στό πρόσωπο τοῦ Μεσσία ὁ ᾿Ανδρέας εἶχε ἐπενδύσει τά πιό μεγαλόπνοα ὄνειρα, τίς πιό ζωηρές του ἐλπίδες. Γι᾿ αὐτό μόλις τόν συνάντησε, τοῦ παρέδωσε ἀνεπιφύλακτα τόν ἑαυτό του χωρίς ἄλλες ἀξιώσεις, χωρίς ἄλλα ζητούμενα. Στόχος του ἀπό κεῖ κι ὕστερα μέχρι τή στερνή του ὥρα, ὅταν -σάν τόν Κύριό του- σταυρώθηκε στήν Πάτρα, ἦταν πῶς νά ὁδηγήσει κι ἄλλες ψυχές στή σωτηρία, πού κοντά στόν Χριστό γεύθηκε.
Κι ἔγινε ὁ ἀπόστολος ᾿Ανδρέας τό ὑπόδειγμα καί τό ὁρόσημο στήν πορεία κάθε ψυχῆς πρός τή λύτρωση. Στήν ἀποστολική ἐποχή ἀλλά καί σέ κάθε ἄλλη -καί στή δική μας- δέν μπορεῖ κανείς νά συναντήσει τόν Χριστό, νά βρεῖ τή λύτρωση, ἄν δέν νιώθει μέσα του βαθειά τήν ἐπιθυμία καί τήν ἀνάγκη γι᾿ αὐτό. Πάνω ἀπό κάθε πόθο καί κάθε ἐπιδίωξη, πέρα ἀπό κάθε ἐπιτυχία καί καταξίωση, στέκει ὁ πόθος γιά τή σωτηρία. Χαρά σ᾿ ὅποιον δέν φίμωσε μέσα του αὐτόν τόν πόθο. Δέν θά ἀργήσει νά τοῦ τόν ἐκπληρώσει ὁ Κύριος.
Καί κάτι ἀκόμη· ὅποιος ζήσει τή λύτρωση κοντά στόν Χριστό δέν ἀπολαμβάνει φίλαυτα καί ἐγωιστικά τή χαρά του. Σπεύδει νά γίνει ὁ καλός ἄγγελος γιά τή σωτηρία καί ἄλλων ψυχῶν. Θέλει συνοδοιπόρους στήν πορεία τοῦ ἁγιασμοῦ του. Αὐτό μᾶς μηνύει ὁ ἅγιος ἀπόστολος ᾿Ανδρέας.
 
                                                                                                                                         Στέργιος Ν. Σάκκος
 
  

24 Νοε 2012


Ψήγματα χρυσοῦ ἀπό τόν Χρυσόστομο
  • Ποτέ μήν ἀπελπίζεσαι, ὦ ἄνθρωπε. Μονάχα γιά κεῖνον ἀπελπίσου πού ἀπελπίζεται ἀπό τόν ἑαυτό του. 
  • Ὅποιος στηρίζει τήν ἐλπίδα του στόν Κύριο ἀσφαλίζεται σέ φρούριο ἀπόρθητο, κατέχει ἀήττητο ὅπλο καί δύναμη ἀκαταμάχητη. 
  • Ὅσο ὁ οὐρανός εἶναι καλύτερος ἀπό τή γῆ, τόσο ἡ εὐτυχία τῆς γῆς εἶναι μικρότερη ἀπό αὐτή τοῦ οὐρανοῦ. 
  • Βοᾶτε ἀπό τό πρωί ὥς τό βράδυ τό «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἡ προσευχή καταπραΰνει τό θυμό, σβήνει τήν κακή ἐπιθυμία, λειώνει τό φθόνο, διώχνει τή λύπη, φωτίζει τή σκέψη. 
  • Ντροπή νά νιώθεις ὅταν ἁμαρτάνεις, μήν ντρέπεσαι ὅταν μετανοεῖς. Στήν ἀπώλεια δέν μᾶς ὁδηγεῖ τόσο ἡ ἁμαρτία ὅσο ἡ ἀπελπισία. Νά ἐπανορθώνουμε τήν ἁμαρτία μέ τή μετάνοια καί νά στηριζόμαστε στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. 
  • Κανείς δέν σώζεται, ἄν δέν βοηθήσει νά σωθοῦν καί οἱ ἄλλοι. Ὁ καθένας εἶναι ὑπεύθυνος γιά τή σωτηρία τῶν ἄλλων. 
  • Ἡ συνεχής χαλαρότητα γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ στήν ἀπιστία. 
  • Ἀδιαφόρησε γιά τίς ἀνέσεις καί τότε θά ἀποκτήσεις ἄνεση. Ἀδιαφόρησε γιά τά ὑλικά ἀγαθά καί τότε θά τά ἀποκτήσεις, ὄχι ὡς δέσμιος καί δοῦλος αὐτῶν ἀλλά ὡς ἐλεύθερος. Μέ ὅσα περισσότερα ἀγαθά περιβάλλεσαι, τόσο δουλικότερος γίνεσαι.

22 Νοε 2012


Ο άγιος απόστολος Φιλήμων και οι συν αυτώ (22 Νοεμβρίου)



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο άγιος Φιλήμων, όπως και οι σήμερα μαζί του εορταζόμενοι άγιοι απόστολοι Απφία (σύζυγος μάλλον του Φιλήμονος), Άρχιππος (ίσως υιός του Φιλήμονος και της Απφίας)  και Ονήσιμος (δούλος του Φιλήμονος, που δραπέτευσε και τον έστειλε πίσω ως χριστιανό όμως ο απόστολος Παύλος),  έζησαν επί της βασιλείας του Νέρωνος και υπήρξαν μαθητές του αποστόλου Παύλου. Μαρτύρησαν στην πόλη των Κολοσσών της Φρυγίας, κοντά στη Λαοδίκεια. Όταν δηλαδή οι ειδωλολάτρες εόρταζαν την Άρτεμη στο ναό της στις Κολοσσές, οι απόστολοι αυτοί δοξολογούσαν τον Θεό στην αγιοτάτη Εκκλησία, μαζί με άλλους χριστιανούς. Από έφοδο που έκαναν οι ειδωλολάτρες εκεί, οι χριστιανοί υποχώρησαν και κρύφτηκαν, έμειναν όμως οι απόστολοι μόνοι τους, μαζί με την Απφία που ήταν και αυτή πιστή χριστιανή, γιατί ποθούσαν το κατά Χριστόν μαρτύριο. Συνελήφθησαν λοιπόν και οδηγήθηκαν στον Ανδροκλέα, τον ηγεμόνα Εφέσου. Κτυπώνται λοιπόν  από αυτόν, και επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίχνονται μέσα σε βόθρο μέχρι τη μέση τους. Στην κατάσταση αυτή λιθοβολούνται, αφού προηγουμένως κατατρυπήθηκαν από παιδιά με βελόνες».

Δύο αινιγματικά παράδοξα υπάρχουν στην ακολουθία του αγίου Φιλήμονος και των συν αυτώ αποστόλων, ποίημα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου. Πρώτον, το παράδοξο της ιστορικής ανακολουθίας, δεδομένου ότι, ενώ οι απόστολοι αυτοί προσήλθαν στην πίστη του Χριστού από τον απόστολο Παύλο, συνεπώς αρκετά χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου,  ο άγιος υμνογράφος τους παρουσιάζει  ως «αυτόπτας του Λόγου και μύστας των θαυμάτων αυτού», ανήκοντας μάλιστα στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου («και Μαθηταίς συντάξαντος Εβδομήκοντα»)∙ δεύτερον, το παράδοξο της πλήρους απουσίας αναφοράς στην επιστολή του αποστόλου Παύλου «Προς Φιλήμονα»: δεν φαίνεται λογικό η ακολουθία να έχει ως «αντικείμενο» κυρίως τον άγιο Φιλήμονα και να ελλείπει το πιο γνωστό ιερό κείμενο γι’ αυτόν, η συγκεκριμένη επιστολή που του απηύθυνε ο άγιος Παύλος. Λογική εξήγηση επί των παραδόξων αυτών δεν μπορούμε να δώσουμε, δεν βοηθά δε σ’ αυτό και η ίδια η ακολουθία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε ως προς το δεύτερο παράδοξο είναι ίσως η απόλυτη προτεραιότητα που δίνει ο άγιος Ιωσήφ στην ιεραποστολική δραστηριότητα του αποστόλου Φιλήμονος, στη δράση του ως κήρυκα του λόγου του Θεού, στη μέχρι θυσίας προσπάθειά του να ευαγγελισθεί τους ανθρώπους. Να υποθέσουμε ως προς το πρώτο ότι επίτηδες υποβαθμίζει τα ιστορικά στοιχεία, για να τονίσει την αμεσότητα σχέσης και των αποστόλων αυτών με τον ίδιο τον Κύριο – κάτι παρόμοιο ίσως με αυτό που κάνει η αγιογραφία, η οποία βλέπει παροντικά όλα τα γεγονότα, έστω κι αν είναι του παρελθόντος ή του μέλλοντος;
Εκείνο πάντως που είναι αδιαμφισβήτητο στην ακολουθία είναι το γεγονός ότι όντως το κύριο  μέλημα του υμνογράφου φαίνεται να είναι η κηρυκτική δράση των αποστόλων, και μάλιστα του αγίου Φιλήμονος. Επιμένει στη δύναμη των λόγων του, οι οποίοι  άρδευσαν τις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να καρποφορήσουν ουράνια νοήματα («ρείθροις των σων λόγων, καρδίας κατήρδευσας και γεωργείν ουράνια, μάκαρ, νοήματα παρεσκεύασας πίστει, απόστολε Φιλήμον). Και τα ουράνια αυτά νοήματα δεν ήταν ασφαλώς άλλα από αυτά που οδηγούσαν τον πλανεμένο άνθρωπο στον δρόμο του ουρανού: την αγάπη για τον Χριστό. («Τας ουρανίους οδούς τοις πλανηθείσι χαλεπώς έδειξας, ως απλανής οδηγός, Φιλήμον, και μόνην την οδόν, Χριστόν αγαπήσαι, οσίως ωδήγησας»).    Τι συγκεκριμένα εκήρυσσε  ο απόστολος Φιλήμων, κατά τον ποιητή, ώστε να έχει τέτοια δύναμη ο λόγος του; Μα, ασφαλώς ό,τι αποτελεί διαχρονικό κήρυγμα της Εκκλησίας: την προβολή των Παθών του Χριστού και της Αναστάσεώς Του. «Τα πάθη του Χριστού και την ανάστασιν κηρύττων, ανέστησας ως εκ τάφου απιστίας και νεκρώσεως τους ανθρώπους, Φιλήμον αξιάγαστε». (Κήρυττες τα πάθη του Χριστού και την Ανάστασή Του, Φιλήμον αξιοθαύμαστε, γι’ αυτό και ανέστησες σαν από τάφο της απιστίας και της νέκρωσης τους ανθρώπους). Δεν θα ήμασταν εκτός πραγματικότητας αν ισχυριζόμασταν ότι στο σημείο αυτό έχουμε μία «αδιόρατη» προβολή του αποστόλου Παύλου ως διδασκάλου του Φιλήμονος: ο απόστολος Παύλος είναι ο κατεξοχήν «ζωγράφος» του κηρύγματος της Εκκλησίας, ως εξαγγελίας των Παθών και της Αναστάσεώς Του.
Ο άγιος Ιωσήφ όμως δεν μένει μόνον στο έργο του αγίου Φιλήμονος ως ευαγγελιστή των ανθρώπων. Αν ο λόγος του ήταν σαν λυχνάρι φωτεινό που άναβε το φως στις σβησμένες από την πλάνη καρδιές των ανθρώπων («Λόγον ως λύχνον φαεινόν επανάπτοντα τη ση καρδία φέρων, τους το πριν εσβεσμένους και εν σκοτία πολλή κειμένους αγνωσίας»), ήταν διότι ο ίδιος αγάπησε πολύ τον Κύριο, που πρώτος Αυτός μας αγάπησε («φιλήσας Χριστόν, τον φιλήσαντα βροτούς δι’ ευσπλαγχνίαν»), και διότι βεβαίως, όπως και οι άλλοι απόστολοι, αγωνίστηκε στο να καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του και να γίνει έτσι θεόπτης. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να μιλά για αγάπη προς τον Χριστό, έχοντας ρυπαρή καρδιά. Η αγάπη σ’  Εκείνον φυτρώνει σε έδαφος που έχει αποκαθαρθεί από τα ζιζάνια των παθών. «Νοός το οπτικόν ανακαθάραντες, της θείας ετύχετε θεοπτίας, και καρδίας επεστρέψατε πλανωμένας, προς γνώσιν, ιερώτατοι».
Οι Άγιοι Φιλήμων ο Απόστολος, Άρχιππος, Ονήσιμος και Απφία

                                22 Νοεμβρίου
Και για τους τέσσερις Αγίους αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή του. Ο Φιλήμων και η σύζυγος του Απφία ήταν χριστιανοί στην πόλη των Κολοσσών, με ανεπτυγμένο αίσθημα φιλανθρωπίας. Χρησιμοποιούσαν δε τα πλούτη τους με προθυμία για την ανακούφιση φτωχών, ασθενών και για την ανάπτυξη του έργου του Χριστού. Στο χριστιανισμό προσήλθαν δια του Αποστόλου Παύλου, όταν αυτός είχε έλθει στην πόλη τους. Μάλιστα, για τις αγαθοεργίες του Φιλήμονα γράφει συγκεκριμένα: "Χάριν έχομεν πολλήν και παράκλησιν επί τη αγάπη σου ότι τα σπλάγχνα των αγίων αναπέπαυται δια σου, αδελφέ". Δηλαδή, έχουμε πολλή χαρά και παρηγοριά για την αγάπη σου, διότι οι καρδιές των αδελφών χριστιανών έχουν βρει ανάπαυση με τις ευεργεσίες και αγαθοεργίες σου, αδελφέ. Για τον Άρχιππο λέγεται ότι ήταν συγγενής, ίσως και γιος του Φιλήμονα και της Απφίας. Ο Παύλος, επειδή ο Άρχιππος είχε μεγάλη αφοσίωση στη διάδοση του Ευαγγελίου, στην προς Φιλήμονα επιστολή του τον ονομάζει στρατιώτη. Ο Ονήσιμος ήταν υπηρέτης του Φιλήμονα, από τον όποιο απέδρασε και πήγε στη Ρώμη. Εκεί έπεσε στα δίχτυα του Αποστόλου Παύλου, που τον έστειλε πίσω στο Φιλήμονα, χριστιανό πλέον. Και παρακαλεί τον Φιλήμονα να δεχθεί τον Ονήσιμο, όχι σαν υπηρέτη, αλλά σαν αδελφό. Κατά την παράδοση, όλοι μαρτύρησαν για τη διάδοση του Ευαγγελίου.



Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάβαλε.
Τετράς η θεόλεκτος, των Αποστόλων Χριστού, Φιλήμων και Άρχιππος, και συν Απφία ομού, ο θείος Ονήσιμος, λάμψαντες τοις εν σκότει, αληθείας την γνώσι, ήθλησαν ομοφρόνως, και την πλάνην καθείλον. Και νυν εξευμενίζονται, πάσι τον Κύριον.

16 Νοε 2012

Ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη.

Ἰσαάκ Σύρου

Σπεῖρε τὴν ἐλεημοσύνη μὲ ταπείνωση καὶ θὰ θερίσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὴν ἡμέρα πού θὰ σὲ κρίνει. Ποιὰ ἁμαρτήματα σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ; Ἀπ” αὐτὰ νὰ θεραπευθεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις. Ἔχασες τὴ σωφροσύνη; Δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ὁ Θεὸς τὴν ἐλεημοσύνη ἐνόσω ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ὁ Θεὸς ἀπὸ σένα θέλει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος.
Ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων.
Ὁ ἐλεήμων νὰ δίνει ἐλεημοσύνη ἀπ” αὐτὰ πού ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μὲ τὸ δικό του μόχθο καὶ πόνο, καὶ ὄχι ἀπ” αὐτὰ πού κέρδισε μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀδικία καὶ μὲ πονηριές. Ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε: Ἂν θέλεις νὰ σπείρεις τὴν ἀγάπη σου στοὺς φτωχούς, νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ δικά σου. Ἂν πάλι θέλεις νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν ξένων, πού ἀπέκτησες ἄδικα, νὰ γνωρίζεις ὅτι θὰ γίνουν γιὰ σένα πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα. Σᾶς λέω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ἂν ὁ ἐλεήμων δὲν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἐλεήμων˙ γιατί πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ δικά του νὰ δίνει ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ ὑπομένει τὶς ἀδικίες πού τοῦ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐλεεῖ αὐτοὺς πού τὸν ἀδικοῦν.
Ὅταν νικήσει τὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, ὄχι μὲ τὰ στεφάνια τῶν δικαίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὰ στεφάνια τῶν τελείων, πού ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο. Γιατί τὸ νὰ δίνει κανεὶς στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ δικά του καὶ νὰ ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἀδικεῖ, οὔτε νὰ λέει ψέματα, αὐτὰ καὶ ὁ παλιὸς νόμος τὰ ἀπαιτοῦσε. Ὅμως ἡ τελειότητα τῆς οἰκονομίας τοῦ Εὐαγγελίου ἔτσι προστάζει: «ἀπ” αὐτὸν πού ἁρπάζει τὰ πράγματά σου μὴν τὰ ζητᾶς πίσω καὶ νὰ δίνεις σ” ὁποῖον ζητάει ἀπὸ σένα, χωρὶς διάκριση», ἂν εἶναι συγγενής σου ἡ ξένος κ.λπ. (Λουκ. 6, 30).
Καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σοῦ ἔρχονται, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς πού δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Ὅποιος λοιπὸν ἀκούσει ἤ δεῖ μὲ τὰ μάτια του ὅτι κάτι στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονάει καὶ καίεται ἡ καρδιὰ του γι” αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων.
Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του.
Ἡ ἀγάπη δὲν γνωρίζει τὴν ντροπὴ οὔτε τὰ μέτρα της.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν γνωρίζει τὴν ντροπὴ γι” αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζει τὴν τυποποιημένη κοσμιότητα. Ἡ ἀγάπη ἔχει τὸ φυσικὸ ἰδίωμα νὰ μὴ γνωρίζει σὲ ποιὰ μέτρα βρίσκεται. Εὐτυχὴς εἶναι ἐκεῖνος πού βρῆκε ἐσένα, πού εἶσαι τὸ λιμάνι κάθε χαρᾶς!
Ἡ ἐλεημοσύνη μᾶς κάνει ὅμοιους μὲ τὸν Θεό.
Θέλεις νὰ ἔχεις πνευματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπολαύσεις ἐκείνη τὴν ἡδονὴ πού εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις; Ἀκολούθησε τὴν ἐντολὴ τῆς ἐλεημοσύνης. Αὐτὴ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅταν βρεθεῖ μέσα στὴν καρδιά σου, εἰκονίζει μέσα σου ἐκεῖνο τὸ ἅγιο κάλλος τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖο ἤδη ἔγινες ὅμοιος μὲ αὐτόν.
Νὰ ἐξισώσεις ὅλους τούς ἀνθρώπους στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν τιμή.
Ἀδελφέ μου ἀσκητή, ἄν σοῦ περισσεύει κάτι ἀπ” αὐτὰ πού σοῦ χρειάζονται γιὰ σήμερα, δῶσ” το στοὺς φτωχοὺς καὶ πήγαινε νὰ προσφέρεις τὶς προσευχές σου στὸν Θεὸ μὲ παρρησία. Μίλησε δηλ. μὲ τὸν Θεὸ σὰν γιὸς μὲ πατέρα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν καρδιὰ μας κοντὰ στὸν Θεό, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ τίποτε δὲν προκαλεῖ στὸ νοῦ τόση γαλήνη, ὅση ἡ θεληματικὴ φτώχεια.
Καλύτερα νὰ σὲ λένε οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι ἀμαθή γιὰ τὴν ἁπλότητα τῶν τρόπων σου, παρὰ νὰ δοξάζεσαι ὡς σοφὸς καὶ πανέξυπνος. Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι πάνω σὲ ἄλογο καὶ ἁπλώσει πρὸς τὸ μέρος σου τὸ χέρι του γιὰ νὰ πάρει ἐλεημοσύνη, μὴν τὸν ἀφήσεις νὰ φύγει μὲ ἄδεια χέρια, διότι ὁπωσδήποτε ἐκείνη τὴν ὥρα εἶναι ἐνδεής, ὅπως ἕνας φτωχός.
Ὅταν λοιπὸν δίνεις, νὰ δίνεις μεγαλόψυχα καὶ μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ νὰ δίνεις περισσότερο ἀπ” ὅσο σοῦ ζητᾶνε. Διότι λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Στεῖλε τὸ ψωμί σου στὸ φτωχὸ καὶ σὲ λίγο θὰ βρεῖς τὴν ἀνταπόδοση».
Μὴν ξεχωρίσεις τὸν πλούσιο ἀπὸ τὸ φτωχὸ καὶ μὴ θέλεις νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ἄξιος καὶ ποιὸς ἀνάξιος, ἀλλὰ νὰ εἶναι γιὰ σένα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἴσοι, προκειμένου νὰ τοὺς κάνεις τὸ καλό. Γιατί μ” αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ μπορέσεις νὰ ἑλκύσεις στὸ καλὸ καὶ αὐτοὺς πού δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἐλεήσεις διότι ἡ ψυχὴ γρήγορα ἕλκεται ἀπὸ τὶς σωματικὲς εὐεργεσίες στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος καθόταν καὶ ἔτρωγε στὰ τραπέζια μὲ τοὺς τελῶνες καὶ τὶς πόρνες καὶ δὲν ξεχώριζε τοὺς ἀνάξιους, γιὰ νὰ τοὺς ἑλκύσει ὅλους, μὲ τὸ ἔλεός του, στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ πλησιάσουν στὰ πνευματικὰ μέσω τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι” αὐτὸ τὸ λόγο, στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν τιμή, ἐξίσωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους, εἴτε εἶναι κάποιος Ἰουδαῖος, εἴτε ἄπιστος, εἴτε φονιὰς καὶ μάλιστα διότι εἶναι ἀδελφός σου καὶ ἔχει τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση μὲ σένα καὶ πλανήθηκε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει.
Ὅταν κάνεις ἕνα καλὸ σὲ κάποιον, μὴν περιμένεις ἀνταμοιβὴ ἀπὸ μέρους του καί, ἔτσι, θὰ λάβεις ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὰ δύο: καὶ γιὰ τὸ καλὸ πού ἔκανες καὶ γιατί δὲ ζήτησες ἀναγνώριση. Καὶ ἄν σοῦ εἶναι δυνατό, οὔτε γιὰ τὴ μέλλουσα ἀνταμοιβὴ νὰ κάνεις τὸ καλό, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν γνωρίζει τί θὰ πεῖ ἀνταμοιβή.
Ἐλέησε τὸν ἁμαρτάνοντα, τὸν ἀσθενῆ καὶ τὸ λυπημένο. Σκέπασε τὸν ἁμαρτάνοντα, ὅταν δὲν ἔχεις ἀπ” αὐτὸ πνευματικὴ ζημία. Ἔτσι καὶ αὐτὸν τὸν κάνεις νὰ ἔχει θάρρος στὸν ἀγώνα του καὶ ἐσένα σὲ στηρίζει τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου σου. Στήριζε μὲ τὸ λόγο σου τοὺς ἀσθενεῖς καὶ αὐτοὺς πού ἔχουν λυπημένη καρδιὰ καί, ὅσο στὸ χέρι σου ἔχεις ὑλικὰ ἀγαθά, ἐλέησέ τους καὶ θὰ σὲ ὑποστηρίξει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού συντηρεῖ τὰ πάντα.
Νὰ μοιράζεσαι τὴ λύπη τῶν ἀνθρώπων πονώντας γι” αὐτοὺς στὴν προσευχή σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ καὶ θ” ἀνοίξει μπροστὰ στὶς ἱκεσίες σου ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἐλεήμων εἶναι ἰατρὸς τῆς ψυχῆς του.
Καὶ τοῦτο, ἀδελφέ μου, σοῦ παραγγέλνω. Ἂς γέρνει πάντοτε μέσα σου ὁ ζυγὸς τῆς ἐλεημοσύνης, μέχρι νὰ αἰσθανθεῖς στὴν καρδιά σου ἐκεῖνο τὸ ἔλεος πού πρέπει νὰ ἔχεις γιὰ τὸν κόσμο.
Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος εἶναι ἰατρὸς τῆς ψυχῆς του διότι σὰν βίαιος ἄνεμος ἀποδιώκει ἀπὸ μέσα του τὸ σκοτάδι πού προκαλοῦν τὰ πάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸ χρέος πού ἔχουμε πρὸς τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο τῆς αἰωνίου ζωῆς.
«Κλαίειν μετὰ κλαιόντων».
Νὰ εὐφραίνεσαι μαζὶ μὲ αὐτοὺς πού εὐφραίνονται καὶ νὰ κλαῖς μαζὶ μὲ αὐτοὺς πού κλαῖνε. Αὐτὸ φανερώνει τὴν καθαρή σου καρδιά. Μὲ τοὺς ἀρρώστους ἀρρώστησε καὶ σύ. Μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ κλάψεις. Μὲ αὐτοὺς πού μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους νὰ χαρεῖς. Νὰ εἶσαι φίλος μὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ συγκεντρώνεσαι στὸν ἑαυτό σου.
Νὰ ζεῖς κατὰ κάποιον τρόπο τὰ παθήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά, σὰν μοναχὸς πού εἶσαι, νὰ μὴ ζεῖς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἐλέγξεις κανέναν σὰν νὰ εἶσαι ἐσὺ κάτι παραπάνω ἀπ” αὐτόν, οὔτε νὰ ὀνειδίσεις καὶ νὰ προσβάλεις ἄνθρωπο, ἀκόμη κι αὐτοὺς πού ἔχουν πολὺ κακὸ βίο καὶ πολιτεία. Ἅπλωσε τὸ φόρεμα τῆς στοργῆς σου καὶ σκέπασε αὐτὸν πού ἁμαρτάνει καὶ ἂν δὲν μπορέσεις νὰ πάρεις ἐπάνω σου τὰ ἁμαρτήματά του καὶ τὴν τιμωρία καὶ τὴν ντροπή του, τουλάχιστο κᾶνε ὑπομονὴ καὶ μὴ τὸν ντροπιάζεις μπροστά σου, ἡ μπροστὰ στὸν κόσμο.
Τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ ὁ πόνος τῆς ἀγάπης.
Ἐὰν δώσεις κάτι στὸ φτωχό, νὰ τὸ δώσεις μὲ πρόσωπο ἱλαρὸ καὶ μὲ καλὰ λόγια νὰ τὸν παρηγορήσεις γιὰ τὴ θλίψη του. Ὅταν κάνεις αὐτὸ πού εἶπα, ἡ ἱλαρότητα τοῦ προσώπου σου κυριαρχεῖ στὸ μυαλὸ τοῦ περισσότερο παρὰ αὐτὸ πού χρειαζόταν καὶ τὸ ἔλαβε.
Ὅταν ἀνοίξεις τὸ στόμα σου καὶ μιλήσεις ἐναντίον κάποιου, νὰ θεωρήσεις τὸν ἑαυτό σου νεκρὸ καὶ ἄκαρπο γιὰ τὸν Θεὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ ὅτι ὅλα τὰ καλά σου ἔργα πῆγαν χαμένα, κι ἂν ἀκόμη ἔχεις τὴ γνώμη ὅτι ὁ λογισμός σου σὲ προέτρεψε νὰ μιλήσεις μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσεις. Ποιὰ ἀνάγκη ὑπάρχει, ἀλήθεια, νὰ γκρεμίσεις μὲ τὰ λόγια σου τὸ δικό σου πνευματικὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοῦ ἀλλουνοῦ;
Ἂν ἔχεις μέσα σου λύπη, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πού γιὰ κάποιο λόγο, σωματικὰ ἡ ψυχικά, εἶναι ἄρρωστος, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου μάρτυρα καὶ νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι ἔπαθες γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἀξιώθηκες νὰ τὸν ὁμολογήσεις ὅπως οἱ ὁμολογητές. Θυμήσου βέβαια ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ὄχι γι” αὐτοὺς πού πιστεύουν πώς εἶναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαῖο εἶναι νὰ φέρεσαι ἔτσι. Μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ λυπᾶται ἡ καρδιά σου γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ νὰ εὐεργετεῖς τοὺς ἁμαρτωλοὺς μᾶλλον παρὰ τοὺς δικαίους.
Ἡ ἐλεημοσύνη τὸν Θεοῦ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴ δικαιοκρισία.
Ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), ὅταν συνυπάρχουν μέσα στὴν ἴδια ψυχή, μοιάζουν μὲ τὸν ἄνθρωπο πού, μέσα στὸν ἴδιο ναό, προσκυνεῖ τὸν Θεὸ καὶ τὰ εἴδωλα. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴ δικαιοκρισία. Ἡ δικαιοκρισία μετράει καὶ ἀποδίδει ἀκριβῶς τὰ ἴσα. Γιατί στὸν καθένα δίνει ὅ,τι τοῦ ἀξίζει καὶ δὲν γέρνει πρὸς τὸ ἕνα μέρος οὔτε προσωποληπτεῖ κατὰ τὴν ἀνταπόδοση τοῦ δικαίου.
Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως εἶναι λύπη τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν ἀνήμπορο. Ἡ ἐλεημοσύνη κινεῖται ἀπὸ τὴ Θεία χάρη καὶ ξεστρατίζει γιὰ νὰ βοηθήσει ὅλους μὲ συμπάθεια καὶ στὸν ἄξιο τιμωρίας δὲν ἀνταποδίδει τὸ κακὸ καὶ τὸν ἄξιο τοῦ καλοῦ ἐπαίνου τὸν φορτώνει μὲ ἀγαθά.
Ὅπως τὸ ξερὸ χορτάρι καὶ ἡ φωτιὰ δὲν μποροῦν νὰ βρεθοῦν μαζὶ στὸν ἴδιο χῶρο, ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ συνευρίσκονται στὴν ἴδια ψυχὴ ἡ δικαιοκρισία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ ὅπως δὲν μποροῦν νὰ ἰσοζυγιαστοῦν στοὺς δίσκους τῆς ζυγαριᾶς ἕνας κόκκος ἄμμου ἀπὸ τὴ μία καὶ τὸ πολὺ βαρὺ χρυσάφι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔτσι καὶ ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξομοιωθεῖ στὸ βάρος καὶ νὰ ἰσοζυγιαστεῖ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη του.
Καὶ ὅπως μία χουφτιὰ ἄμμου, πού πέφτει σὲ μεγάλη θάλασσα, χάνεται, ἔτσι καὶ τὰ ἁμαρτήματα ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν μπροστὰ στὴ φιλάνθρωπη πρόνοια καὶ στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ φράξει κανεὶς μία πηγὴ μὲ πολὺ νερὸ μὲ μία χούφτα χῶμα, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ νικηθεῖ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν κακία τῶν κτισμάτων του. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐμποδίσουμε τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὰ ἐπάνω, ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ προσευχὲς τῶν ἐλεημόνων νὰ ἀνέβουν στὸν οὐρανό.
Νὰ γίνεις κήρυκας τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού, ἐνῶ εἶσαι ἀνάξιος, σὲ φροντίζει καί, ἐνῶ τὰ χρέη σου σ” αὐτὸν εἶναι πολλά, δὲν σὲ ἐκδικεῖται, παρὰ γιὰ τὰ μικρὰ καλά ἔργα σου ἀντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μὴ καλέσεις λοιπὸν τὸν Θεὸ δίκαιο, γιατί ἡ δικαιοσύνη του δὲν φαίνεται στὰ ἁμαρτωλά σου ἔργα. Καὶ ἂν ὁ Δαβὶδ τὸν ὀνομάζει δίκαιο καὶ εὐθύ, ὅμως ὁ Υἱὸς τοῦ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς φανέρωσε «ὅτι μᾶλλον εἶναι ἀγαθὸς καὶ χρηστὸς» (Λουκ. 6, 35). Εἶναι ἀγαθός, λέει, γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀσεβεῖς. Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ ὀνομάζεις τὸν Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσεις στὸ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου πού γράφει γιὰ τὸ μισθὸ τῶν ἐργατῶν; Λέει λοιπὸν ἐκεῖ: «Φίλε, δὲν σὲ ἀδικῶ. Θέλω νὰ δώσω σ” αὐτὸν τὸν τελευταῖο ὅσα καὶ σὲ σένα. Ἤ μήπως, ἐπειδὴ εἶμαι καλός, τὸ μάτι σου γεμίζει ἀπὸ ζήλια;» (Ματθ. 20, 13).
Πῶς πάλι μπορεῖ νὰ ὀνομάζει κανεὶς τὸν Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσει γιὰ τὸν ἄσωτο γιό, πού σκόρπισε τὸν πλοῦτο ἀσωτεύοντας; Πῶς ἔτρεξε ὁ πατέρας του καί, μόνο μὲ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ πού ἔδειξε, ἔπεσε στὸν τράχηλό του καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία νὰ χαίρεται μέσα στὸν πλοῦτο του; Καὶ αὐτὰ βέβαια γιὰ τὸν πατέρα του δὲν τὰ εἶπε κανένας ἄλλος, ὥστε νὰ διστάσουμε νὰ τὸν πιστέψουμε, ἀλλ” ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς μὲ τὴ δική του μαρτυρία μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἔτσι ἔχει τὸ πράγμα. Ποῦ βλέπεις λοιπὸν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Στὸ ὅτι ἤμασταν ἁμαρτωλοὶ καὶ ὁ Χριστὸς πέθανε γιά μᾶς; Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς σ” αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶναι ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἂς πιστέψουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλοιωθεῖ.
Λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος στὴν ἑρμηνεία τῆς Γενέσεως: Νὰ φοβᾶσαι τὸν Θεὸ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σκληρὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης πού τοῦ δώσανε. Ἀγάπησέ τον, λοιπόν, ὅπως ἔχεις χρέος νὰ τὸν ἀγαπήσεις καὶ ὄχι γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ πού περιμένεις νὰ σοῦ δώσει, ἀλλὰ γιὰ ὅσα λάβαμε καὶ μόνο γιὰ τοῦτον τὸν κόσμο πού δημιούργησε γιά μᾶς καὶ μᾶς τὸν χάρισε. Γιατί, εἶναι κανεὶς πού μπορεῖ νὰ ἀνταμείψει τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι μᾶς χάρισε; Ποῦ εἶναι ἡ δίκαιη ἀνταπόδοση στὰ ἔργα μας; Ποιὸς ἔπεισε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δημιουργήσει; Καὶ ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν παρακαλεῖ γιὰ λογαριασμό μας ὅταν γινόμαστε ἀχάριστοι; Καὶ ὅταν κάποτε δὲν ὑπήρχαμε, ποιὸς ξύπνησε ἐκεῖνο τὸ σῶμα μας καὶ τὸ ἔφερε στὴ ζωή;
 Ἂς νιώθουμε, λοιπόν, εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη γιὰ ὅσα ἡ ἄφατη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μᾶς χάρισε καὶ συνεχίζει νὰ μᾶς χαρίζει.

12 Νοε 2012


Τό τίμημα τῆς ἀγάπης
 Ἔσερνε τά κουρασμένα βήματά του στούς καρρόδρομους τῆς Κουκουσοῦ. Ἡ ἐξορία στόν Πόντο μοιάζει ἀτέλειωτο βασανιστήριο· λιγοστό τό νερό, ἴσαμε νά βρέξει τά χείλη του. Καί τό φαγητό ἐλάχιστο. Ξερός ὁ τόπος. Μά πιό πολύ τόν μαστιγώνει ἡ ξέρα τῶν ἀνθρώπων, πού τήν κουβαλάει μέσα του χρόνια τώρα.
 Πάει καιρός πού κατάλαβε τί σήμαινε ἐκεῖνο τό «ἐν Χριστῷ» πού πολλοί «ἀδελφοί» του ἐπίσκοποι πρόσθεταν στούς λόγους τους ἄλλοτε γι᾿ αὐτόν. Γεύθηκε ὅλη τήν πίκρα πού αὐτό τό «ἐν Χριστῷ» τοῦ πρόσφερε. Καταδιωγμένος τώρα συλλογίζεται ἐκεῖνα τά πρόσωπα, τά γεγονότα. Μέσα στή σιωπή ἀντηχοῦν πιό καθαρά, σχεδόν αὐθεντικά, οἱ φωνές τῶν ἐχθρῶν του: «Κλέφτης», «καταχραστής», «καταλύει τήν παράδοση τῆς νηστείας»! Αἰσχρές συκοφαντίες. Λόγια μικρόνοων, παθιασμένων κληρικῶν, ἀνθρώπων πού τόσες φορές εὐεργέτησε!
 Αὐτός ὅμως τούς ἀγαποῦσε ὅλους, ἕναν πρός ἕναν. Τούς μνημόνευε στίς προσευχές του μέ δάκρυα. Κι ἄς μήν ἤθελαν ἐκεῖνοι οὔτε τά ἴχνη ἀπό τά ὑποδήματά του νά βλέπουν. Μόνο τήν ἁμαρτία τους μισοῦσε. Αὐτήν τή μισοῦσε πάντα καί ποτέ δέν συμβιβάστηκε μαζί της. Τή σιχαινόταν, σάν τήν ἔβλεπε νά περπατάει ἀγέρωχα στά ἀνάκτορα, στίς πλατεῖες, στά θέατρα, στόν ἱππόδρομο. Σάν τοῦ ἔγνεφε εἰρωνικά ἀπό τά χρυσοκλωσμένα ἐνδύματα ξιππασμένων ἱερέων καί ἀρχιερέων. Ἀπό τίς τορνευτές τους ἅμαξες, πού τίς μετέφεραν ταλαίπωροι δοῦλοι. Ἔνιωθε τότε τό χρέος του νά σφίγγει τήν καρδιά του. Ὅρμησε καί ράπισε τήν ἁμαρτία μέ δύναμη ὅπου τή βρῆκε. Καί κείνη τοῦ ἀπάντησε μέ τόν μόνο τρόπο πού ἤξερε: ἕνα πλοῖο, μερικοί στρατιῶτες, μιά καταδικαστική ἀπόφαση.
 Ἔγειρε τό τίμιο κεφάλι του λίγο νά ξαποστάσει ἀπό τό δρόμο. Πόσο γρήγορα τόν πῆρε ὁ ὕπνος! Μπροστά του, ἀνάμεσα στό σκοτάδι, τοῦ ἀποκάλυψε τή ζωή του. Ἦταν ταλαίπωρη, μέ τά στίγματα τοῦ διωγμοῦ νά τῆς χαρακώνουν τό σεμνό ἔνδυμα. Μιά ὀδύνη ἀλλά καί μιά καύχηση ἱερή ζωγραφιζόταν στό βλέμμα της. Ξαφνικά εἶδε νά τήν περικυκλώνουν πρόσωπα ὕποπτα μέ τό σταυρό στά χέρια. Βούιζαν στ᾿ αὐτιά του οἱ κατάρες τῆς βασίλισσας, οἱ ἀφορισμοί τῶν ἐπισκόπων τῆς ἄνομης Συνόδου, τά ποδοβολητά τῶν μισθοφόρων. Κι ἀνάμεσά τους οἱ θρῆνοι τῶν γυναικῶν. Τό κλάμα τῆς θυγατέρας του Ὀλυμπιάδας καί τῆς ἀφοσιωμένης συνοδίας της. Τόση ἀδικία, Θεέ μου, καί τόσος πόνος γιά τήν τιμή τῆς ἀλήθειας!
 Πῆρε νά ξημερώνει. Τό νεφύδριο παρῆλθε. Τό φῶς νίκησε τή μαυρίλα τῆς νύχτας. Στόν ὁρίζοντα τῆς καρδιᾶς του μόνο μιά μορφή δέσποζε πιά. Τή γνώρισε ἀμέσως. Ἦταν «ὁ ἀστήρ ὁ λαμπρός ὁ πρωινός». Ἦταν ὁ «Δεσπότης» του. Γι᾿ αὐτόν πάθαινε ὅλα τοῦτα. Ἀπό τότε πού τά ἁγνά χέρια τῆς μητέρας του Ἀνθούσας χάραξαν τήν εἰκόνα του στήν παιδική του ψυχή, μέ μιά ἀνάσα ζοῦσε. Νά εἶναι δικός του. Κι αὐτό του τό ὄνειρο οὔτε κι ἕνας Λιβάνιος μπόρεσε νά σβήσει. Ἔπειτα πέρασαν οἱ φίλοι, ἦρθαν οἱ ἐνάντιοι, μά δέν τόν ἔνοιαζε. Ὅλα γίνονταν γιά Ἐκεῖνον.
 Τώρα, τό καταλάβαινε, ἔφτασε ἡ «δωδεκάτη» ὥρα του. Πόσο ποθοῦσε νά τόν πάρει ὁ «Δεσπότης» του στά χέρια του, ὅπως τό ζοῦσε κάποτε μικρό ὀρφανό στήν Ἀντιόχεια! Νά τόν γλυτώσει ἀπό τόν ψευτοχριστιανισμό τῶν μαζῶν, ἀπό τούς γλυκανάλατους συμβιβασμένους. Ἀπό τούς κενούς του ἐκπροσώπους καί ὅλους ὅσους εἶχαν βάλει τόν Ἰησοῦ του θεμέλιο στό οἰκοδόμημα τῆς προσωπικῆς τους μωροφιλοδοξίας.
 Ἄς τόν ἔπαιρνε μαζί του κι ἄς πήγαιναν ὅπου Ἐκεῖνος ἤθελε! Σ᾿ ὅποια γωνιά τῆς γῆς καί τ᾿ οὐρανοῦ. Δικά του ἦταν. Μόνο μαζί του!
Εὐάγγελος Δάκας
Δρ. Θεολογίας

8 Νοε 2012


Ο Άγιος Νεκτάριος (9 Νοεμβρίου)



Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑΟ Αναστάσιος Κεφαλάς, όπως ήταν το κοσμικό όνομα του Αγίου, γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846, στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης. Γιος του Δημοσθένη και της Μαρίας Κεφαλά, ήταν το 5ο από τα 6 παιδιά, φτωχής οικογένειας, με αρχοντική καταγωγή. Σύντομα ήρθε αντιμέτωπος με την δύσκολη πραγματικότητα της εποχής, καθώς η οικογένειά του αδυνατούσε να συντηρήσει όλα τα μέλη της, ενώ η γενέτειρά του δεν είχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να πάρει το δρόμο για μια καλύτερη ζωή στην Πόλη, σε ηλικία 13 ετών.
Η ζωή στην Κωνσταντινούπολη για τον Αναστάσιο ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της παραμονής του. Αρχικά εργάστηκε σε συσκευαστήριο καπνού, οπού δούλευε πολλές ώρες ημερησίως, δεν αμειβόταν και συχνά ξυλοκοπούνταν. Ο Αναστάσιος τα υπέμενε όλα, καθότι δεν ήθελε να μάθει η οικογένειά του το δράμα του. Από την άλλη, θλιβόταν γιατί αδυνατούσε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο. Την κλίση, όμως, προς τον Θεό, την έδειχνε από μικρός. Έτσι στο συσκευαστήριο μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, που έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση. Η κατάσταση άλλαξε όταν ένας έμπορος που είχε μαγαζί κοντά στο συσκευαστήριο τον λυπήθηκε, επειδή κάποια μέρα είδε ένα ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και τον πήρε στην δουλειά του. Άρχισε να εργάζεται στο επιπλοποιείο του, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας να μειωθούν, να έχει χρόνο για εκκλησιασμό και σχολείο, ενώ σύντομα η οικογένεια του τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Από την Πόλη έφυγε σε ηλικία 20 ετών, παρότι δεν ολοκλήρωσε την μόρφωση του, για να πάει στη Χίο με σκοπό να εργαστεί ως δάσκαλος.

ΣΤΗ ΧΙΟΉταν 20 ετών όταν έφτασε στο νησί. Έχοντας γραμματική και θεολογική γνώση έλαβε τη θέση του δασκάλου στο Λιθί. Στο νησί έμεινε 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί γνώρισε τον ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, ένα εύπορο άρχοντα, που τον έθεσε υπό την προστασία του. Ο Άγιος Νεκτάριος όμως είχε αποφασίσει πλέον να απομακρυνθεί από την κοσμική ζωή. Το 1876 έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος ενώ ένα χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Νεκτάριος. Κι ενώ ο Άγιος επιθυμούσε την ασκητική ζωή, οι πιέσεις που του ασκήθηκαν λόγω των χαρισμάτων τού λόγου και της μορφώσεώς του, τον έστρεψαν στον κοσμικό κλήρο, αν και ποτέ δε λησμόνησε τον μοναχισμό.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ: Το 1877 ο Νεκτάριος με παρότρυνση του Ιωάννη Χωρέμη πήγε στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές, ενώ μετά την ολοκλήρωσή τους στάλθηκε, μέσω γνωριμίας που είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σοφρώνιο στην Ζαλεξάνδρεια. Ο Σωφρόνιος εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε, τον έστειλε για σπουδές στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Νεκτάριος εκεί πρωτεύοντας σε διαγωνισμό, κερδίσε υποτροφία για τις σπουδές του, κάτι που τον ανακούφισε, γιατί ο ευεργέτης του, Χωρέμης, είχε φύγει από τη ζωή, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Αφού έλαβε το 1885 το πτυχίο του αναχώρησε προς την Αλεξάνδρεια.
ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Με την επιστροφή του ο Νεκτάριος χειροτονείται ιερέας και 5 μήνες αργότερα τοποθετείται γραμματέας στο Πατριαρχείο παίρνοντας το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια, πείθοντας για την ρητορική του ικανότητα, έγινε ιεροκήρυκας και Πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο. Σε μικρό χρονικό διάστημα ο Νεκτάριος ανήλθε στην ιεραρχία του πατριαρχείου όντας ένας έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό του Πατριάρχη. Στις 15/1/1889 ανακηρύχθηκε επίσκοπος Πενταπόλεως. Αυτή η ραγδαία άνοδος του Νεκταρίου, ενόχλησε πολλούς επισκόπους. Ο πατριάρχης πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής και πολλοί επίσκοποι διαγκωνίζονταν για τη διαδοχή. Ο λαός ο οποίος είχε ευεργετηθεί από το πολυποίκιλο έργο του Νεκταρίου (φιλανθρωπικό, ποιμαντικό, αντιαιρετικό) επιθυμούσε την άνοδο του στον πατριαρχικό θρόνο και σε συνδυασμό με την εύνοια του Σωφρονίου φαινόταν ο επικρατέστερος. Οι αντίπαλοί του γνωρίζοντας αυτά, αποφάσισαν να τον υποσκάψουν, κατηγορώντας τον, πως ήθελε να ανατρέψει το Σωφρόνιο, χρησιμοποιώντας και αόριστες κατηγορίες ηθικής φύσεως. Ακόμη πολλοί κληρικοί πιστεύοντας ότι η επισκοπική βιωτή του Νεκταρίου, δηλαδή λιτότητας και πενίας, θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο χωρίς οικονομική δύναμη θα γινόταν έρμαιο διαφόρων πιέσεων.
ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣΟ Σωφρόνιος που πληροφορήθηκε τις κατηγορίες που “βάρυναν” το αγαπημένο του παιδί, πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών. Έτσι, άμεσα παύθηκε από τα καθηκοντά του, χωρίς παρουσία του Αγίου σε σύνοδο, όπως προβλέπεται από την εκκλησιαστική τάξη. Ο Νεκτάριος αναχώρησε ταπεινά από την Αίγυπτο, χωρίς να δώσει έκταση στην αδικία εις βάρος του, εν αντιθέσει με τους αντιπάλους του, που θέλησαν την οικονομική και ηθική εξόντωση του. Έτσι, εκτός από τη σπίλωση, μέχρι διαπόμπευσης, του ονόματός του, που είχε αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργασθεί οπουδήποτε, παρακρατούσαν τους μισθούς του. Ο Νεκτάριος βρέθηκε μπροστά σε μια ακόμη δύσκολη κατάσταση. Νοικίασε ένα μικρό δωμάτιο σε αθηναϊκό προάστιο, αλλά δεν μπορούσε να πληρώσει το νοίκι του, ενώ δεν είχε χρήματα να τραφεί. Προσπαθούσε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει μια θέση ιεροκήρυκα. Ο ίδιος παρά την συμπάθεια που έτρεφε προς το πρόσωπό του, αδυνατούσε λόγω συνοδικών πιέσεων να τον βοηθήσει. Έφτασε μέχρι τον υπουργό παιδείας και εκκλησιαστικών, που όμως του είπε, ότι επειδή ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα αδυνατούσε. Τελικά, λίγο αργότερα, ο Άγιος διορίστηκε ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα, χάρη στη βοήθεια ενός Μελά, μέλους της κυβέρνησης, γνωστού του από την Αλεξάνδρεια. Η φήμη όμως που τον ακολουθούσε ακόμα παρέμενε. Πέρασε δύσκολες στιγμές, καθότι υπήρχε καχυποψία σε βάρος του, από τις ψευδείς κατηγορίες που τον ακολουθούσαν. Έτσι, Αθηναίοι και ντόπιοι αποδοκίμαζαν συχνά στις ομιλίες του!
Η ΑΛΗΘΕΙΑ: Κι ενώ το 1891, στην Κυβέρνηση γίνονταν προσπάθειες για την αποπομπή του από τη Χαλκίδα, αποκαλύφθηκε πλήρως το σχέδιο κι η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του. Όλα ξεκίνησαν από την αποκάλυψη ότι δεν έπαιρνε τα χρήματα που του οφείλονταν και εργαζόταν αμισθί στα χρόνια της επισκοπείας του. Επίσης, παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, εφόσον δεν έγινε δίκη, δεν ελάμβανε χρήματα. Έπειτα καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε ανάμιξη σε σκάνδαλο ηθικού χαρακτήρος και από παντός είδους ραδιούργες προσπάθειες σε βάρος του πατριάρχη. Έτσι, μετά την σκληρή συμπεριφορά του ποιμνίου, έγινε συμπαθής στο ποίμνιο της Χαλκίδας. Άρχισε τότε με άνεση να κηρύττει. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε μακρύτερα, ενώ ο λαός έδειξε μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό του, ειδικά όταν χήρεψε η θέση του τοπικού επισκόπου, σχεδόν απαιτώντας την άνοδό του στο θρόνο.
ΣΤΗ ΡΙΖΑΡΕΙΟ ΣΧΟΛΗ: Το 1892 και 1893 διορίστηκε ιεροκήρυκας στο νομό Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Ο Νεκτάριος πραγματοποιούσε διαρκώς περιοδείες σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, την ώρα που φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο σχολή Αθηνών. Όταν έγινε αντιληπτό άρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οι οποίοι τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Νεκτάριο από το να γίνει διευθυντής της Αθηναϊκής θεολογικής σχολής. Το 1894 διορίστηκε διευθυντής της σχολής. Οι αμφιβολίες για τον Νεκτάριο ήταν κατά πόσον αυτός ο «δεσποτοκαλόγερος», θα ήταν δυνατόν με τις παλαιές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, να πετύχει στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς η Ριζάρειος ήταν μεν θεολογική σχολή, αλλά σ' αυτή φοιτούσαν πολλά παιδιά ευκατάστατων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών, που δεν θα γίνονταν απαραίτητα ιερείς ή θεολόγοι, αλλά επιστήμονες. Σύντομα όμως κάμφθηκαν όλες οι αντιρρήσεις από το ρηξικέλευθο τρόπο διαπαιδαγώγησης του Νεκταρίου. Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Οργάνωσε την σχολή με ορθόδοξο εκκλησιαστικό τρόπο. Για να καταλάβουμε την παιδαγωγική του σκέψη αρκούν τα παρακάτω: Κάποτε μαθητές της Ριζαρείου ήρθαν στα χέρια. Τότε ο ίδιος αντί να τους τιμωρήσει, αυτοτιμωρήθηκε, θεωρώντας εαυτόν υπαίτιο, με ασιτία 3 ημερών.
Άλλοτε βρέθηκε ξυπόλητος να διδάσκει, διότι εισερχόμενος στην σχολή είδε ένα φτωχό που τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει ώστε να αποκτήσει παπούτσια, καθότι δεν είχε. Ο Νεκτάριος έβγαλε τα δικά του και τα παρέδωσε προς κατάπληξη των πάντων. Άλλοτε σε μια διαμάχη μεταξύ των επιστατών για το ποιος ήταν υπεύθυνος καθαριότητας των αποχωρητηρίων, ο ίδιος έλυσε τη διαφορά τους, καθαρίζοντάς τις.
Τέτοια παραδείγματα τον έκαναν στην τότε μικρή Αθήνα ακουστό και κοσμαγάπητο. Το παράδειγμα του, ανάμεσα στους τροφίμους ήταν καταλυτικό και η σχολή στις μέρες του απέκτησε μεγάλη αίγλη. Την ίδια εποχή επιδόθηκε σε μεγάλο συγγραφικό έργο. Πολλά έργα τα διέθετε, επειδή πολλοί αδυνατούσαν να τα αγοράσουν, λόγω φτώχειας. Με γνώμονα την ψυχική ωφέλεια, ασκητής και ολιγαρκής, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για αυτοπροβολή και κέρδος. Όταν τον κατηγορούσαν ουδέποτε αντιδικούσε, παρέμενε πράος και έλεγε πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια. Ταπεινός, μοναχικός αλλά προσηνής, ο ήδη σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε παράδειγμα προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους του στις δύσκολες εκείνες εποχές. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης για το έργο που επιτελούσε, αποδείχθηκε τότε που πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, όταν του__ ζητήθηκε να τον διαδεχθεί και ο ίδιος αρνήθηκε. Η φτώχεια τότε που διετέλεσε ο Νεκτάριος διευθυντής της Ριζαρείου ήταν γενικευμένη, ενώ το ηθικό των Ελλήνων μετά την αποτυχία, του ελληνοτουρκικού πολέμου (1897), βρισκόταν στο ναδίρ. Με την ελεημοσύνη και το λόγο του ευαγγελίου τόνωνε τους Αθηναίους, που προσέτρεχαν στα κηρύγματά του για ν' ακούσουν τις συμβουλές του. Το 1908, εγκατέλειψε τη θέση του, για λόγους υγείας.
ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ: Ο Άγιος Νεκτάριος εγκαταστάθηκε το 1908 στο νησί, η σχέση του όμως με την Αίγινα διαρκούσε τουλάχιστον 10 χρόνια. Ο Νεκτάριος έψαχνε ένα τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, ένα «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα”, όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήσαν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα, στο οποίο και αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στην Ριζάρειο σχολή. Η εμφάνισή του στο νησί συνδυάστηκε με δύο γεγονότα, που τον έκαναν ιδιαίτερα λαοφιλής. Ο Νεκτάριος αρχικά θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο. Όταν οι νησιώτες το έμαθαν, τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό να βρέξει, διότι είχε στο νησί 3 χρόνια ξηρασία.
Ο ίδιος με σύσσωμη παρουσία των νησιωτών, λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτά θεωρήθηκαν θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες, με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή. Όταν το 1908 παρζαιτήθηκε από τη Ριζάρειο, αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η χάρη του και η φήμη διαρκώς μεγάλωνε με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος δωρεών να κατευθύνεται στο μοναστήρι που σε τέσσερα χρόνια επεκτάθηκε και φιλοξενούσε πια 15 μοναχές. Πολλά χρήματα κατευθύνονταν στους φτωχούς του νησιού. Μεγάλο μέρος λαού και πιστών κατευθυνόταν προς το μοναστήρι, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, για να πάρει την ευχή του ήδη ξακουστού Νεκταρίου, κάτι που βοηθούσε και τους νησιώτες να ανασάνουν οικονομικά. Παρότι ήταν μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται είτε πνευματικά και χειρωνακτικά. Το έργο είχε χαρακτήρα ποιμαντικό, λειτουργικό, εξομολογητικό, παρηγορητικό. Στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης, οδηγός και συνοδοιπόρος. Η ποιμαντική αγωγή του ποιμνίου, μακρύτερα από τα στενά όρια του νησιού, ήταν πάντα μέλημά του, έτσι συνέχισε το σπουδαίο συγγραφικό του έργο. Επίσης διέθετε περισσότερο χρόνο για προσευχή, ιδιαίτερα προς την Παναγία, που θεωρούσε μητέρα του. Οι δυσκολίες και οι πίκρες ποτέ δεν έλειψαν. Παρότι είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής, ο Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να αναγνωρίσει την μονή. Το πρόβλημα αυτό μεγάλωνε, διότι η μονή δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κρατήσει τις κληρονομιές και όποια άλλα οικονομικά ωφελήματα είχε από πιστούς με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει το φιλανθρωπικό έργο. Κάποιοι δηλαδή, άφηναν κληρονομιές υπέρ του μοναστηριού, που το μοναστήρι αδυνατούσε να αποδεχτεί λόγω της νομικής ανυπαρξίας του. Ο Νεκτάριος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τον πείσει να αναγνωρίσει τη Μονή, όμως δεν είδε το αίτημά του να πραγματοποιείται.
ΠΡΟΣ ΤΗΝ “ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ”: Το 1918 ο Άγιος κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Γρήγορα όμως εξετάσεις και έρευνες του εισαγγελέα Αθηνών κατέδειξαν το ψεύδος της μητέρας της κόρης, η οποία οικειοθελώς είχε προσχωρήσει στο μοναστήρι. Εξ αιτίας αυτού του λόγου, αλλά και κληρικών οι οποίοι τον φθονούσαν, πιστεύοντας ότι τους παίρνει την «πελατεία» και τον κατηγορούσαν πισώπλατα, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, την αναγνώριση του Μοναστηριού. Πάντα όμως πιστός στο Ευαγγέλιο και το παράδειγμα του Χριστού, πίστευε απόλυτα στη δικαιοσύνη του Θεού. Ήταν πράος, ήρεμος, υπομονετικός σε όλες αυτές τις κατηγορίες και εξευτελισμούς που κατά καιρούς τον υπέβαλαν. Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η ασθένεια του προστάτη, μαζί με τις κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε, όμως, σχεδίαζε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο, όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 8 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη. Το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ: Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κ. Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία. Στο διπλανό κρεβάτι που νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, που αδυνατούσε να περπατήσει. Τότε ακουμπώντας την φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του, θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια. Το λείψανό του πρώτη φορά εξετάφη 3 έτη μετά την κοίμησή του και αυτό που συνέβη κλόνισε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα.
ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ: Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν πολυγραφότατος λόγιος της εποχής και παρέδωσε πολυποίκιλο έργο, πραγματεύοντας πάσης φύσεως θέματα. Θρησκευτικά, κοινωνικά, παιδαγωγικά, ηθικά κλπ. Το πολυδιάστατο του χαρακτήρα του Αγίου Νεκταρίου αποκαλύπτεται και από το υμνολογικό και υμνογραφικό έργο του. Ο Άγιος Νεκτάριος αγαπούσε ιδιαίτερα την Υπεραγία Θεοτόκο και γι' αυτό ειδικά συνέγραψε το θεοτοκάριον. H επίσημη ανακύρηξη αγιοποίησης του Νεκταρίου έγινε από το Οικουμουμενικό  Πατριαρχείο στις 20/4/1961