10 Ιουν 2011

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και  την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεοί, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.
Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια. Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιος από σας δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος. «Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στη πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση.
Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω…, από εκεί βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε; Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλο… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από τη στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς, δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.
Ο άνθρωπος ένα μόνο μπορεί να ξέρει: ότι δεν έχει καλή πνευματική κατάσταση. Ακόμη και να έχει, δεν την βλέπει, επειδή και τότε μόνο την αμαρτωλότητά του βλέπει. Γιατί όποιος αγωνίζεται για την πρόοδο την πνευματική, ποτέ δεν βλέπει την πρόοδό του∙ μόνο τις πτώσεις του βλέπει. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν τη ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.
Όταν υπάρχει ταπείνωση ο διάβολος δεν μπορεί να ρίξει την ψυχή. Ο ταπεινός δεν πέφτει, γιατί βαδίζει χαμηλά. Ο Γερο- Αββακούμ, όταν ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, τι είχε πάθει! Μια μέρα που έκανε προσευχή με το κομποσκοίνι επάνω σ’ ένα βράχο του παρουσιάζεται ξαφνικά ο διάβολος ως «άγγελος φωτός». «Αββακούμ, του λέει, με έστειλε ο Θεός να σε πάρω στον Παράδεισο γιατί έγινες πια άγγελος∙ έλα να πετάξουμε». «Μα εσύ έχεις φτερά, του λέει ο Γέροντας Αββακούμ, εγώ πώς θα πετάξω;». Και ο δήθεν άγγελος του λέει: «Κι εσύ έχεις φτερά, αλλά δεν τα βλέπεις». Τότε ο Γερο-Αββακούμ έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, τι είμαι εγώ για να πετάξω;». Αμέσως ο δήθεν άγγελος έγινε ένα μαύρο παράξενο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας και εξαφανίστηκε.
Βλέπετε πως με την ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου;
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτο

2 Ιουν 2011

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Γενικά
Η Εκκλησία είναι το ζωντανό και πραγματικό σώμα του Χριστού, με κεφαλή τον ίδιο το Χριστό. Είναι η κοινωνία των πιστών. Είναι οι τελώνες και οι άγιοι,οι φαρισαίοι και οι μάρτυρες, οι πόρνες και οι όσιοι, οι ευσεβείς και οι αδιάφοροι. Όλοι αποτελούμε μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, όχι επειδή συνεισφέρουμε οικονομικά, αλλά επειδή με το Βάπτισμά μας είμαστε γραμμένοι στα βιβλία του Ουρανού.
Ο Απόστολος Παύλος είναι ο πρώτος που παρομοίασε την Εκκλησία με το ανθρώπινο σώμα που έχει μέλη. Στην Εκκλησία υπάρχει ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων που γίνεται σώμα, και στο οποίο ο καθένας διατηρεί τη διαφορετικότητά του.
Και όπως σε ένα σώμα, το αίμα κυκλοφορεί παντού και ενώνει τα μέλη, με τον ίδιο τρόπο τα μέλη της Εκκλησίας τα κρατά σε σύνδεση αγάπης το Άγιο Πνεύμα. Τό Αγιον Πνεύμα είναι το αίμα της Εκκλησίας, το οποίο δίδει ζωή και κατευθύνει την Εκκλησία.
Η Εκκλησία δεν είναι θρησκευτικό σωματείο που εξυπηρετεί ανάγκες και προσφέρει θρησκευτικές υπηρεσίες για να έχει πελατεία. Ούτε είναι ένας οργανισμός που ζη με τη φιγούρα και την τυπολατρεία. Η Εκκλησία είναι κοινωνία και ζωντανή σχέση προσώπων. Παράλληλα όμως είναι και μια κοινωνία αμαρτωλών και συγχυσμένων ανθρώπων που ζητούν θεραπεία και έλεος στό θεραπευτήριο αυτό .
Η Εκκλησία υπάρχει για να φανερώνει την αλήθεια του Θεού. Οταν, δηλαδή, οι άνθρωποι μετά το τέλος του κόσμου και της ιστορίας αποτελέσουν τη Βασιλεία του Θεού και ζήσουν την πληρότητα της αγάπης . Η Εκκλησία υπάρχει για να φανερώνει
αυτό που θα έρθει. Μία μικρογραφία της Εκκλησίας είναι η ενοριακή κοινότης. Κάθε ενορία είναι η μοριακή υπόσταση της Εκκλησίας. Είναι το σώμα του Χριστού. Είναι η τοπική Εκκλησία
που έχει κέντρο το Ναό. Ο Ναός είναι ο χώρος όπου φανερώνεται η ένωση ουρανού και γης. «Εν τω Ναώ εστώτες της δόξης Σου, εν Ουρανώ εστάναι νομίζομεν». Η Εκκλησία, αλλά και η ενορία ως μικρογραφία της Εκκλησίας, συγκροτείται γύρω απο τη Θεία
Ευχαριστία, που είναι η φανέρωση των εσχάτων στο παρόν. Δυστυχώς, όπως αναφέρει καί ο καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών π. Γεώργιος Μεταλληνός, «οι σχέσεις αρκετών ανθρώπων μέ τήν Ενορία, αλλά και η ίδια η δομή της Ενορίας λειτουργεί μέσα σέ θρησκευτικά πλαίσια.Ο Χριστιανισμός κατανοείται σάν θρησκεία καί τά μυστήρια σάν «μαγικά μέσα.» Με άλλα λόγια,όταν η Εκκλησία δέν λειτουργεί σάν ζωντανό σώμα, τότε ο πιστός περισσότερο θρησκεύει από φόβο ή ανάγκη, παρά πιστεύει. Εάν επίσης η Εκκλησία - Ενορία προσφέρει υπηρεσίες και εξυπηρετεί κάποιες ανάγκες, αυτό γίνεται από τις γραφειοκρατικές δομές και ανάγκες της σημερινής κοινωνίας.
Διάκονος και «υπηρέτης» της Εκκλησίας – Ενορίας είναι ο κληρικός. Ο κληρικός δεν είναι υπάλληλος κανενός. Δεν ειναι φορέας κοσμικής εξουσίας, αλλά διακονίας. Οι αληθινοί κληρικοί δεν «βασιλεύουν», αλλά διακονούν. Δεν κάνουν πολιτική, αλλά καθοδηγούν τους πιστούς. Διότι ο Χριστός δεν ήρθε να κυριαρχήσει, αλλά να διακονήσει και αυτό συνιστά το ήθος της Ιερωσύνης. Ο πραγματικά ενάρετος κληρικός είναι αυτός που δεν κρύβει απο τους ανθρώπους το Χριστό με την προβολή της δικής του «αρετής και πνευματικότητς».
Η τιμή και η «δόξα» της ιερατείας μας δεν πρέπει να οφείλεται στο πλήθος των δραστηριοτήτων και κατορθωμάτων ή της εξυπνάδας μας, αλλά στον πλούτο της ποικίλης Χάρης του Χριστού, η οποία μας δίδεται περισσώς. Ο κάθε ιερέας δεν έχει δικό του έργο και δεν υπερασπίζεται δικά του κατορθώματα. Όλα είναι χαρίσματα του Θεού που η ταπείνωση και η οικονομία Του χορηγεί στη διακονία μας. Η Ιερωσύνη λοιπόν δεν είναι ανθρώπινα κατορθώματα που θα γραφούν στους δέλτες της ιστορίας, αλλά θεία παθήματα για τη Βίβλο των Ουρανών.
Η πνευματική μας άσκηση και αυτοκριτική πρέπει να είναι συχνή, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε το πραγματικό θέλημα του Θεού. Ο κληρικός πρέπει να βρίσκεται σε πνευματική ετοιμότητα, ώστε να προφυλάσσει τον εαυτό του από τους πειρασμούς του ναρκισσισμού και της αυτολατρείας. Οι πειρασμοί αυτοί γίνονται πιο επικίνδυνοι όταν ο κληρικός νομίζει ότι έχει κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα.
Έχουμε, λοιπόν, αρκετή πορεία να κάνουμε στο δρόμο τού Θεού. Και ο δρόμος αυτός «ειναι καθημερινός σταυρός, επειδή κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό ανέτως», όπως λέγει ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος.
 
Αγαπητοί μου,
Η Εκκλησία στη σημερινή εποχή είναι κτιριακά ανεπτυγμένη, αλλά πνευματικά αδυνατισμένη. Έχουμε αρκετούς Ναούς που είναι πραγματικά στολίδια.
Εχουμε όμως χριστιανούς που είναι αναστημένα θαύματα; Χριστιανούς, όχι μόνο του Ναού, αλλά χριστιανούς του Χριστού.
Από το σπόρο ξεπετάγεται η ζωή, όχι από τά κλαριά και τα φύλλα. Ο Χριστιανισμός είναι σπερματική δύναμη και σοφία. Είναι η γνώση, η αγάπη, η ανθρωπιά και η διακονία «υπέρ της του κόσμου ζωής».
 
Αρχιμ. Κων/νος Σιαράπης
Ιεροκήρυξ του Οικουμενικού Θρόνου

1 Ιουν 2011

Η σημασία της εορτής της Αναλήψεως του Χριστού  
Ποια είναι λοιπόν η σημερινή εορτή; Είναι μεγάλη και αξιοσέβαστη, αγαπητέ μου, και υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική, και είναι αντάξια της γενναιοδωρίας του Θεού που την καθιέρωσε. Γιατί σήμερα συμφιλιώθηκε το ανθρώπινο γένος με το Θεό.Σήμερα διαλύθηκε η παλιά εχθρότητα και τερματίστηκε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα επανήλθε στους ανθρώπους μια αξιοθαύμαστη ειρήνη, την οποία ποτέ στο παρελθόν δεν περίμεναν οι άνθρωποι. Γιατί ποιος ήλπιζε πως επρόκειτο να συμφιλιωθεί ο Θεός με τον άνθρωπο, όχι γιατί θα ήταν ποτέ δυνατόν ο Κύριος να μισήσει τον άνθρωπο, αλλά γιατί ο άνθρωπος, ο δούλος, ήταν απρόθυμος. Όχι γιατί ο Κύριος ήταν άσπλαχνος, αλλά γιατί ο δούλος ήταν αχάριστος. Θέλεις να μάθεις με ποιον τρόπο εξοργίσαμε τον φιλάνθρωπο και αγαθό Κύριό μας; Γιατί είναι σωστό να μάθεις την αιτία της παλιάς έχθρας μας, για να θαυμάσεις τη φιλανθρωπία του Θεού, όταν δεις πως μάς τίμησε ενώ ήμασταν εχθροί και αντίπαλοί Του, και για να μη νομίσεις πως η αλλαγή αυτή οφείλεται σε δικά μας κατορθώματα, και για να μάθεις το μέγεθος της χάρης και της ευεργεσίας Του και να μην πάψεις ποτέ να Τον ευχαριστείς για τις άπειρες δωρεές Του.[...]
Και για να καταλάβεις πως δεν μισούσε το ανθρώπινο γένος, αλλά απεχθανόταν την ανθρώπινη κακία. Εκείνος που είπε: «Θα εξαφανίσω τον άνθρωπο που έπλασα, απ’ το πρόσωπο τη γης», λέει στον άνθρωπο: «Είναι καιρός ο κάθε άνθρωπος να έλθει σε Μένα». Εάν μισούσε τον άνθρωπο, δε θα συζητούσε μαζί του. Τώρα όμως βλέπεις ότι ο Κύριος όχι μόνο δεν θέλει να κάνει εκείνο που απείλησε να κάνει, αλλά και ότι δίνει εξηγήσεις στον δούλο Του και συζητά μαζί του σα να είναι ισότιμος φίλος Του και του λέει ποιες είναι οι αιτίες της καταστροφής που πρόκειται να γίνει, όχι για να μάθει ο άνθρωπος τις αιτίες, αλλά για να τις κάνεις γνωστές στους συνανθρώπους του κι έτσι να τους κάνει πιο προσεκτικούς. Αλλά όπως είπαμε και προηγουμένως, τόσο κακή διαγωγή δείξαμε οι άνθρωποι από παλιά, ώστε λίγο έλειψε να μάς εκδιώξει ο Θεός κι απ’ τη γη.
Αλλά εμείς που τότε αποδειχθήκαμε ανάξιοι να κατοικούμε στη γη, σήμερα ανεβήκαμε στους ουρανούς. Εμείς που αποδειχθήκαμε ανάξιοι να εξουσιάσουμε τη γη, ανεβήκαμε στην ουράνια Βασιλεία, περάσαμε πάνω από τους ουρανούς, αγγίξαμε το θρόνο του Θεού. Και το γένος εκείνο, που φύλαγαν τα Χερουβίμ τον παράδεισο για να μην μπει μέσα, αυτό το γένος σήμερα βρίσκεται πιο ψηλά από τα Χερουβίμ. Αλλά πώς έγινε αυτό το αξιοθαύμαστο και μεγαλειώδες γεγονός; Πώς ανεβήκαμε τόσο ψηλά εμείς που ήμασταν τόσο αμαρτωλοί, εμείς που αποδειχθήκαμε ανάξιοι για να κατοικούμε τη γη και να την εξουσιάζουμε; Πώς σταμάτησε ο πόλεμος; Πώς έπαψε η οργή του Θεού; Πώς; Γιατί αυτό είναι το πλέον αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή δεν ζητήσαμε την ειρήνη εμείς που περιφρονούσαμε άδικα τον Θεό, αλλά μάς κάλεσε ο ίδιος ο Θεός που δίκαια ήταν αγανακτισμένος εναντίον μας, και έτσι μάς έφερε την ειρήνη. «Είμαστε αντιπρόσωποι του Χριστού, και ο Θεός μ’ εμάς ως αντιπροσώπους Του σάς παρακαλεί». Και γιατί αυτό; Εκείνος περιφρονήθηκε άδικα από εμάς, και ο Ίδιος μάς παρακαλεί; Ναι, γιατί είναι Θεός και παρακαλεί ως φιλόστοργος Πατέρας που είναι.
Και πρόσεξε τι γίνεται, Μεσίτης είναι ο Υιός του Θεού, που μάς παρακαλεί, κι όχι ένας απλός άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε κάποιος από τους υπηρέτες Του. Και τι κάνει ο Μεσίτης; Αυτό που κάνει κάθε μεσίτης. Όπως ακριβώς όταν δύο άνθρωποι μισούνται μεταξύ τους και δε θέλουν να συμφιλιωθούν, πηγαίνει κάποιος και μπαίνει στη μέση και δίνει τέλος στην έχθρα τους, έτσι ενήργησε και ο Χριστός. Ο Θεός ήταν θυμωμένος εναντίον μας, εμείς αποστρεφόμασταν τον Θεό, τον φιλάνθρωπο Κύριό μας, και ο Χριστός μπήκε στη μέση και μάς συμφιλίωσε. Αλλά με ποιον τρόπο μπήκε στη μέση ο Χριστός; Πήρε επάνω του Εκείνος την τιμωρία που μάς επέβαλε ο Πατέρας και υπόμεινε και την τιμωρία και τις προσβολές που του έκαναν οι άνθρωποι στη γη. Θέλεις να μάθεις με ποιον τρόπο τα δέχτηκε και τα δύο; «Ο Χριστός –λέει ο Παύλος- μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου με το να γίνει ο Ίδιος κατάρα, για τη σωτηρία μας». Είδες πώς δέχτηκε την τιμωρία που επιβλήθηκε από τον ουρανό, δες και πώς υπέμεινε τις προσβολές των ανθρώπων, «Οι βρισιές εκείνων που σε βρίζαμε – λέει- έπεσαν σ’ εμένα». Είδες με ποιον τρόπο διέλυσε την έχθρα, πώς δεν έπαψε να κάνει τα πάντα, και να πάσχει και να ενδιαφέρεται πριν ανεβάσει τον εχθρό και αντίπαλο (τον άνθρωπο) κοντά στον Θεό και να τον καταστήσει φίλο Του; Για όλα αυτά τα αγαθά αφετηρία είναι η σημερινή ημέρα.
 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος