29 Απρ 2011

Τρεῖς τρέλες 
 
 Παράδοξος καί ὁπωσδήποτε ἀπροσδόκητος ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου γιά τήν ἱστοσελίδα μας, πού οὔτε μέ τήν Ψυχιατρική οὔτε μέ τήν ᾿Ιατρική γενικότερα ἔχει κάποια σχέση. Εἶναι, λοιπόν, ἀναγκαῖο ἐξαρχῆς νά διευκρινίσω ὅτι δέν πρόκειται νά μπῶ στά χωράφια τῶν ἀγαπητῶν μου γιατρῶν. Δέν ἔχω τήν πρόθεση οὔτε καί τήν ἁρμοδιότητα νά ἀσχοληθῶ μέ τίς παθήσεις πού μελετᾶ καί ἀντιμετωπίζει ἡ Ψυχιατρική καί πού δέν εἶναι λίγες· ξεπερνοῦν τίς τριακόσιες, ὅπως ἔχει ἐπισημάνει εἰδική ἔρευνα. Τό θέμα τοῦ ἄρθρου μου ἀφορᾶ σέ τρεῖς πνευματικές, θά ἔλεγα, τρέλες. Εἶναι καταστάσεις ἔκρυθμες, πού προξενοῦν δυσαρμονία καί ταραχή στόν ψυχικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, σαλεύουν τήν ἐσωτερική του ἰσορροπία καί τόν ἀποδεικνύουν ἄφρονα, δηλαδή ἀνόητο, τρελό.
 «῎Αφρων», λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «ὁ ἐστερημένος φρονήσεως καί ὁ πρός τά κοινά καί ἀνθρώπινα διορατικῶς μή ἔχων», δηλαδή ἐκεῖνος πού ἔχασε τή φρόνησή του καί δέν διακρίνει τά κοινά καί ἀνθρώπινα, τά ὁποῖα ἀβίαστα ἀντιλαμβάνονται οἱ φυσιολογικοί ἄνθρωποι. Μέ τό χαρακτηρισμό «ἄφρων» στιγματίζει ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς ἁγίας Γραφῆς τρεῖς περιπτώσεις ἀνθρώπων·
- ῎Ηδη στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ προφήτης Δαυΐδ γράφει· «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψα 13,1· 52,1). «῎Αφρων» θεωρεῖται ἐκεῖνος πού δέν ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄθεος.
- Στήν Καινή Διαθήκη τά χείλη τοῦ Θεανθρώπου χαρακτηρίζουν ἄφρονα τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς·  «῎Αφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λκ 12,20). Σώρευε ἀγαθά στίς ἀποθῆκες του, μένοντας ἀδιάφορος γιά τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων του καί ἀνυποψίαστος γιά τίς ἀνάγκες τῆς δικῆς του ψυχῆς.
- ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Κορινθίους ὀνομάζει ἄφρονα τόν ἄνθρωπο πού δέν ἐλπίζει στή σωματική του ἀνάσταση· «῎Αφρον, σύ ὅ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται, ἐάν μή ἀποθάνῃ· καί ὅ σπείρεις, οὐ τό σῶμα τό γενησόμενον σπείρεις, ἀλλά γυμνόν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δέ Θεός αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθώς ἠθέλησε... οὕτω καί ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν» (Α´ Κο 15,36-42).
 ᾿Αθεΐα, ἀσπλαγχνία, ἀπελπισία. Νά οἱ τρεῖς καταστάσεις ἀφροσύνης, τίς ὁποῖες ἐπισημαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἱστορία καί ἡ καθημερινή μας ἐμπειρία ἐπιβεβαιώνουν τίς θλιβερές συνέπειές τους στή ζωή μας. Γιατί ὅμως χαρακτηρίζεται τρέλα ἡ καθεμία ἀπό τίς καταστάσεις αὐτές;
 ῾Η ἐπιστήμη τῆς Ψυχολογίας συμφωνεῖ μέ τήν ἁγία Γραφή ὅτι ἡ ψυχική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται στήν ἐσωτερική του ἑνότητα καί εἰρήνη. ῞Οταν ἔχουμε ἁρμονικές σχέσεις μέ τόν ἑαυτό μας, μέ τούς ἄλλους καί μέ τόν Θεό, τότε ἡ λογική μας βλέπει καθαρά, τό συναίσθημά μας διοχετεύεται σωστά, ἡ βούληση εἶναι ἰσχυρή καί ἡ ψυχή μας νιώθει ὑγιής, ἀσφαλισμένη. ᾿Εκεῖνο πού διαταράσσει τήν ἐσωτερική ἰσορροπία, μᾶς διασπᾶ σέ χίλια κομμάτια καί μᾶς φέρνει σέ σύγκρουση μέ τούς γύρω καί μέ τόν ἑαυτό μας, εἶναι ἡ ἁμαρτία. Διότι «ἁμαρτάνω» σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό· παραβαίνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό νόμο τόν ὁποῖο ἔθεσε ὁ Δημιουργός μου, γιά νά λειτουργεῖ σωστά ἡ φύση μου, καί ἑπομένως ἀποτυγχάνω στό στόχο μου καί χάνω τό ρυθμό μου.
 ῾Η ἀθεΐα, ἡ ἀσπλαγχνία καί ἡ ἀπελπισία εἶναι οἱ βασικές μορφές μέ τίς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ ἁμαρτία στή ζωή μας. Καθεμιά ἀπ᾿ αὐτές διασαλεύει τίς σχέσεις μας μέ τούς τρεῖς βασικούς ἄξονες, γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχή· τόν Θεό, τόν συνάνθρωπο καί τόν ἑαυτό μας.
῾Η ἀθεΐα μᾶς βάζει σέ πόλεμο μέ τόν Θεό· ἡ ἀσπλαγχνία ὑψώνει τεῖχος καί μᾶς χωρίζει ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους· ἡ ἀπελπισία μᾶς φέρνει σέ διάσταση μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. ᾿Εμβαθύνοντας θά μπορούσαμε νά δοῦμε πίσω ἀπό τήν ἀθεΐα τή ρίζα τῆς φιλοδοξίας, πού ὑποκαθιστᾶ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό· πίσω ἀπό τήν ἀσπλαγχνία τή φιλαργυρία, πού βάζει τό χρῆμα πάνω ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό, καί πίσω ἀπό τήν ἀπελπισία τή φιληδονία, τήν ἐκφυλισμένη μορφή τῆς ἀγάπης πρός τόν ἑαυτό μας.
 ῾Η ἀθεΐα σκοτίζει, τυφλώνει τό λογικό καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει παντοῦ. ῾Η ἀσπλαγχνία ἀλλοιώνει, στραγγαλίζει τό συναίσθημα καί ἀδυνατοῦμε νά ἀγαπήσουμε τόν συνάνθρωπό μας, πού εἶναι ἀδελφός μας. ῾Η ἀπελπισία ἀρρωσταίνει, τσακίζει τή βούληση, ὥστε δέν θέλουμε νά ἀντιληφθοῦμε τήν ὕπαρξή μας στήν πραγματική, τήν αἰώνια διάστασή της, δέν μποροῦμε νά πιστέψουμε στήν αἰωνιότητα, αὐτό ἀκριβῶς πού λαχταρᾶ ἡ ὕπαρξή μας. Καί στίς τρεῖς περιπτώσεις χάνουμε τήν ἐπαφή μέ τήν ἀλήθεια, κινούμαστε ἐκτός πραγματικότητος. ῎Ετσι ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀσπλαγχνία καί ἡ ἀπελπισία γίνονται τρέλες.
Στ. Ν. Σάκκος

24 Απρ 2011

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

13 Απρ 2011

Η Μεγάλη Εβδομάδα
Ας κάνουμε μια σύντομη γνωριμία με τις εορτές της Μεγάλης Εβδομάδας.

Τι είναι Μεγάλη Εβδομάδα;
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!


Πώς βιώνεται ο λειτουργικός χρόνος τη Μεγάλη εβδομάδα;
Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).


Τι τελείται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας;
Οι τέσσερις πρώτες ημέρες μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».
Μεγάλη Δευτέρα (Κυριακή Βαϊων βράδυ):
Την Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα:
α) Η ζωή του Ιωσήφ του 11ου γιού του Πατριάρχη Ιακώβ, του ονομαζόμενου Παγκάλου, δηλαδή του ωραίου στο σώμα και τη ψυχή. Ο Ιωσήφ προεικονίζει με την περιπέτειά του (που πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο) τον ίδιο τον Χριστό και το πάθος Του.
β) Το περιστατικό της άκαρπης συκιάς που ξέρανε ο Χριστός (Ματθ. 21, 18-22):
Συμβολίζει την Συναγωγή των Εβραίων και γενικά την ζωή του Ισραηλιτικού λαού που ήταν άκαρποι από καλά έργα.

Μεγάλη Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα βράδυ):
Την Μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε και ζούμε δύο παραβολές:
α) Των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι και γεμάτοι από πίστη και φιλανθρωπία.
β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25,14-30), που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και πρέπει να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.

Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη βράδυ):
Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο. Ψάλλεται το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής.

Μεγάλη Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη βράδυ):
Την Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζουμε 4 γεγονότα :
α) Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, δείχνοντας για το ποια πρέπει να είναι η διακονία των πιστών στην Εκκλησία.
β) Τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
γ) Την Προσευχή του Κυρίου, στο Όρος των Ελαιών και
δ) την Προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή του Πάθους του Κυρίου.


Μεγάλη Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη βράδυ):
Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή:
α) Τα πτυσίματα
β) τα μαστιγώματα
γ) τις κοροϊδίες
δ) τους εξευτιλισμούς
ε) τα κτυπήματα
στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την
ζ) Σταύρωση και
η) τον θάνατο του Χριστού μας.

Μεγάλο Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή πρωϊ και βράδυ):
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωϊ γιορτάζουμε:
α) την Ταφή Του Κυρίου και
β) την Κάθοδο Του στον Άδη, όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς. Έτσι Μεγάλη Παρασκευή το πρωϊ (ημερολογιακά), τελούνται οι εξής ακολουθίες: Ακολουθία των Μεγάλες Ωρών και στις 12.00 το μεσημέρι της Αποκαθηλώσεως, δηλαδή την Ταφή Του Κυρίου από τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας και το Νικόδημο τον Φαρισαίο, μέλος του Μ. Συμβουλίου και κρυφό μαθητή του Κυρίου.
Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ (ημερολογιακά) ψάλλονται τα Εγκώμια και έχουμε την περιφορά του Επιταφίου!
Κυριακή του Πάσχα (Μ. Σάββατο πρωϊ και νύχτα από τις 12.00 π.μ):
Το Μεγάλο Σάββατο (ημερολογιακά) το πρωϊ, έχουμε την λεγόμενη «1η Ανάσταση», δηλαδή το προανάκρουσμα της Αναστάσεως που μεταδίδουν οι ύμνοι και της προσμονής της λυτρώσεως όλης της κτίσεως από την φθορά και τον θάνατο!
Το Μεγάλο Σάββατο στις 12.00 (δηλαδή ουσιαστικά την Κυριακή), έχουμε την ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από το Πανάγιο Τάφο.
Κυριακή του Πάσχα στις 11.00 π.μ. ή το απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», όπου σε πολλές γλώσσες διαβάζεται το Ιερό Ευαγγέλιο και διατρανώνεται παγκοσμίως η νίκη του θανάτου και η εποχή της Καινούριας Διαθήκης, της χαράς και της Αναστάσιμης ελπίδας.

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως για όλους εμάς τους Πίστους;
Οι πιστοί βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Αυτό σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανοιώνουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική - προσωπική σωτηρία!

Αντώνης Χρήστου


11 Απρ 2011

Ο Οσιος Ακακιος ο Καυσοκαλυβιτης 

 Η μνημη του τιμαται 12 Απριλιου

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ἔζησε καὶ ἀνεδείχθη κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μᾶλλον λίγα χρόνια μετὰ τὸ ἔτος 1630 μ.Χ., στὸ χωριὸ Γόλιτσα τῶν Ἀγράφων, τῆς (τότε) ἐπαρχίας Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, στὴ σημερινὴ κοινότητα Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ νομοῦ Καρδίτσας. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι Χριστιανοί, μὲ τὴν ἐργασία τους κατόρθωσαν στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ ἀναγκαῖα τῆς ζωῆς τους μὲ αὐτάρκεια καὶ στοργικὰ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴν ἀνατροφὴ τῶν δυὸ παιδιῶν τους ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Θεός. Ὅμως ὁ πρόωρος θάνατος τοῦ πατέρα συγκλόνισε τὴν οἰκογένεια καὶ ἐπισκίασε τὴν εὐτυχία τους.
Ὁ Ἀναστάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου, ἔμεινε ὀρφανὸς σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἡ μητέρα τους μὲ τὴ βαθιὰ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά της ἀγωνίζεται ἀγώνα σκληρὸ «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» καὶ ἀναλαμβάνει μόνη της τὸ βάρος τῆς οἰκογενειακῆς εὐθύνης. Ἐργάζεται ἀγόγγυστα γιὰ νὰ συντηρήσει τὰ δύο ἀνήλικα παιδιά της καὶ νὰ τὰ ἀναθρέψει μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.
Πολὺ σύντομα στὸ πλευρὸ τῆς γυναίκας βρέθηκε καὶ ὁ μικρὸς Ἀναστάσιος, γιὰ νὰ ἀναλάβει καὶ ἐκεῖνος ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς εὐθύνες γιὰ τὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς του.
Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε συγκλονίσει ἀπὸ νωρὶς τὴν καρδιὰ τοῦ Ἀναστασίου καὶ ἡ φλόγα τῆς θείας ἀγάπης θέρμαινε τὴν παιδική του ψυχή. Ἔνιωθε ζωηρὰ καὶ πολὺ ἔντονα τὴν κλίση καὶ τὸν ζῆλο πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἀπέφευγε τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου καὶ ἀναζητοῦσε συχνὰ τὴν ἡσυχία σὲ τόπους ἐρημικούς. Ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στὸν Θεό, διέθετε ὅλο τὸν χρόνο του στὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Σύντομα ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσμια καὶ σὲ ἡλικία εἴκοσι τριῶν ἐτῶν ἔφυγε πρὸς τὰ μέρη τῆς Ζαγορᾶς Βόλου. Κατέληξε στὸ μοναστήρι τῆς Σουρβιᾶς, ποὺ εἶχε χτίσει ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Μακρυνίτσας Βόλου καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα.
Ὅταν ἔφθασε στὸ μοναστήρι τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο καὶ μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ ἀνέφερε τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς του. Ἐκεῖνος τὸν ἄκουσε μὲ προσοχὴ καὶ τοῦ ἐξήγησε μὲ κάθε λεπτομέρεια τὶς δυσκολίες τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ αὐστηρὸ πρόγραμμα τῆς μονῆς. Ὁ Ἀναστάσιος ὅμως ἐπέμενε, δίνοντας τὴν ὑπόσχεση πὼς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ὑπερνικήσει ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ θὰ ἀνταποκριθεῖ στὰ καθήκοντα ποὺ ὅριζε ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ ἡγούμενος, ὡς ἔμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Ἀναστασίου καὶ διαπίστωσε τὴν ἀμετακίνητη καὶ σταθερὴ ἀπόφασή του νὰ μονάσει. Ἔτσι τὸν δέχθηκε στὸ μοναστήρι.  Ἐκεῖ ὁ Ἀναστάσιος ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀκάκιος. Καὶ τὴν ἴδια νύχτα ποὺ δέχθηκε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ περιεβλήθηκε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα, ἀξιώθηκε μὲ θεία ὀπτασία. Εἶδε σὰν νὰ βαστοῦσε στὰ χέρια του μία ἀναμμένη λαμπάδα, ποὺ εἶχε φῶς ὑπέρλαμπρο καὶ φώτιζε ὅλο τὸν τόπο ἐκεῖνο.
Ὁ νέος μοναχὸς μὲ τὴν συμπεριφορά, τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν πνευματικότητά του κέρδισε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν συμπάθεια ὅλων τῶν πατέρων τῆς μονῆς. Ὅμως, οἱ ἀνάγκες καὶ οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν πάρα πολλὲς καὶ τοῦ ἀφαιροῦσαν πολύτιμο χρόνο ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τοῦ μοναστηριοῦ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦσε πλέον, διότι πολὺ σύντομα εἶχε κατακτήσει τὶς μοναχικὲς ἀρετὲς τοῦ ἁπλοῦ μοναχοῦ καὶ ἡ ψυχή του ἀναζητοῦσε ἄλλο χῶρο γιὰ ἀπόλυτη ἡσυχία καὶ μεγαλύτερη ἄσκηση.
Ἔτσι, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1660 – 1670 μ.Χ., ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀρχικὰ ὁ Ὅσιος κατευθύνθηκε στὴν περιοχὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ κατέφυγε σὲ κάποιο σπήλαιο, κοντὰ στὴ «Σκήτη τοῦ Καυσοκαλύβη», ὅπου ἀσκήτεψε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη μόρφωσή του, τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ ἀκολουθήσει ἕνα πρόγραμμα ἀσκήσεως καὶ πνευματικῆς ἐργασίας. Χωρὶς καμιὰ καθυστέρηση ἐπισκέπτεται μοναστήρια καὶ σκῆτες, ἐρημητήρια ἡσυχαστῶν καὶ σπήλαια ἀσκητῶν καὶ ἀναζητεῖ, «ὡς ἔλαφος διψῶσα ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων», τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ δοκιμασμένους μοναχούς. Ὑποτάσσεται πρόθυμα σὲ αὐτούς, συνεργάζεται μαζί τους καὶ μαθητεύει μὲ ὑπομονὴ κοντά τους.
Ὁ Ὅσιος φθάνει τελικὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου καὶ μετὰ ἀπὸ σύντομη ἐπίσκεψη σὲ αὐτὸ ἀπομακρύνεται σὲ ἐρημικὴ τοποθεσία ἐπάνω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ ἡσυχάσει. Ἐκεῖ ἔμεινε πολὺ καιρὸ καὶ κάθε Σάββατο κατέβαινε στὸ μοναστήρι καὶ ἐκκλησιαζόταν.
Ἑπόμενος σταθμός του ἦταν ἡ σκήτη τοῦ Παντοκράτορος, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν γνωστὸ ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Σουρβιᾶς γέροντα πνευματικό του, ποὺ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Ζαγορὰ τοῦ Βόλου γιὰ νὰ σπουδάσει τὴ βυζαντινὴ μουσική. Ὁ γέροντας χάρηκε πάρα πολὺ ὅταν συναντήθηκε μὲ τὸν Ὅσιο καὶ ζήτησε νὰ τὸν πάρει μαζί του ὡς μοναχό. Ἐκεῖνος ὅμως ζήτησε τὴν εὐχή του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ μὴν ἐπιμείνει, διότι ἤθελε νὰ ἀσκητέψει μόνος του.
Ὕστερα ἀπὸ τὴν συνάντηση αὐτὴ ὁ Ὅσιος ἔφυγε ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Παντοκράτορος πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση καὶ μὲ συμβουλὴ τοῦ γέροντος πνευματικοῦ Γαλακτίωνος ἦλθε στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπάνω στὴ Μεταμόρφωση, γιὰ νὰ μονάσει. Ἐκεῖ ἀσκητεύοντας παρέμεινε εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια.
Κάποτε ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος εἶδε τὸν Ὅσιο Μάξιμο τὸν Καυσοκαλυβίτη ( 13 Ἰανουαρίου), μὲ κάτασπρη καὶ ἀστραφτερὴ ἱερατικὴ στολή, νὰ περιφέρεται καὶ νὰ θυμιατίζει ὅλο τὸ ναὸ καὶ ἕνα πλῆθος μοναχῶν μὲ τὴν ἴδια λευκὴ στολὴ νὰ τὸν ἀκολουθοῦν. Καὶ ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ρώτησε, «ποιοὶ ἦσαν αὐτοὶ ποὺ τὸν συνόδευαν», ὁ Ὅσιος Μάξιμος ἀπάντησε: «Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν Καυσοκαλυβίων, οἱ ὁποῖοι χάρις σὲ αὐτὸν εὑρῆκαν τὴ σωτηρία τους».
Ἐπειδὴ τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ περιοχὴ ποὺ ἀσκήτευε ὁ Ὅσιος ἦταν δύσβατη καὶ ἄνυδρη, ἀναγκάσθηκε νὰ μετακινηθεῖ χαμηλότερα πρὸς τὴ θάλασσα, πρὸς τὸ ἀκρωτήρι τῆς Ἀθωνικῆς Χερσονήσου, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ σημερινὴ σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων (Ἁγίας Τριάδος). Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀναζήτησε τὴν κατοικία του σὲ ἕνα μικρὸ σπήλαιο, τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα φέρει τὸ ὄνομά του. Μὲ τὶς σπάνιες ἀρετές του ἀναδείχθηκε κατὰ τὸν ὑμνωδὸ «κορυφαῖος τῶν Ἀσκητῶν καὶ Θεοφόρων Πατέρων τὸ καύχημα».Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος προέβλεψε καὶ προεῖπε τὴν κοίμησή του σὲ ὅλους τοὺς ὑποτακτικοὺς ποὺ μόναζαν κοντά του. Ἰδιαίτερα ὅμως στὸν μοναχὸ Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου ἀπὸ τὴν σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή του, εἶπε: «Ἐγὼ τώρα Ἀθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρὰ καὶ πλέον δὲν θὰ βλέπουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Νὰ ἔχεις τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας μας». Αὐτὰ ἦταν τὰ τελευταῖα λόγια του. Εὐλόγησε ἔπειτα τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, τὸ ἔτος 1730 μ.Χ. καὶ σὲ ἡλικία ἑκατὸν περίπου ἐτῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Ἀκακίᾳ ἐμπρέπων Πάτερ Ἀκάκιε, καὶ λαμπρότητι βίου ἀστὴρ ὡς πάμφωτος, τῶν Ὁσίων μιμητὴς τῶν πάλαι γέγονας, καὶ χαρισμάτων θεϊκῶν, δαψιλῶς ἀξιωθείς, μὴ παύσῃ καθικετεύων, τὴν Παναγίαν Τριάδα, διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Ἐπεφάνης Ὅσιε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς ἀστὴρ νεόφωτος, καταλαμπρύνων τηλαυγῶς, τῶν Ὀρθοδόξων τὸ πλήρωμα, τοῖς σοῖς ἀγῶσι, παμμάκαρ Ἀκάκιε.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, καὶ τῶν Μοναζόντων, ἀπλανέστατος ὁδηγός· χαίροις ἀκακίας, κατάκαρπος ἐλαία, Ἀκάκιε παμμάκαρ, Ἄθωνος καύχημα.