30 Σεπ 2010

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεοί, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.

Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια. Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιος από σας δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος. «Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στη πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση.

Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω…, από εκεί βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε; Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλο… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από τη στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς, δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.

Ο άνθρωπος ένα μόνο μπορεί να ξέρει: ότι δεν έχει καλή πνευματική κατάσταση. Ακόμη και να έχει, δεν την βλέπει, επειδή και τότε μόνο την αμαρτωλότητά του βλέπει. Γιατί όποιος αγωνίζεται για την πρόοδο την πνευματική, ποτέ δεν βλέπει την πρόοδό του∙ μόνο τις πτώσεις του βλέπει. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν τη ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.

Όταν υπάρχει ταπείνωση ο διάβολος δεν μπορεί να ρίξει την ψυχή. Ο ταπεινός δεν πέφτει, γιατί βαδίζει χαμηλά. Ο Γερο- Αββακούμ, όταν ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, τι είχε πάθει! Μια μέρα που έκανε προσευχή με το κομποσκοίνι επάνω σ’ ένα βράχο του παρουσιάζεται ξαφνικά ο διάβολος ως «άγγελος φωτός». «Αββακούμ, του λέει, με έστειλε ο Θεός να σε πάρω στον Παράδεισο γιατί έγινες πια άγγελος∙ έλα να πετάξουμε». «Μα εσύ έχεις φτερά, του λέει ο Γέροντας Αββακούμ, εγώ πώς θα πετάξω;». Και ο δήθεν άγγελος του λέει: «Κι εσύ έχεις φτερά, αλλά δεν τα βλέπεις». Τότε ο Γερο-Αββακούμ έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, τι είμαι εγώ για να πετάξω;». Αμέσως ο δήθεν άγγελος έγινε ένα μαύρο παράξενο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας και εξαφανίστηκε.

Βλέπετε πως με την ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.

Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Δράση.

13 Σεπ 2010

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
ΠΑΣΑΛΟ ΤΟΝ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΙΕΧΩΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας.

Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν.

Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι « ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17»,επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).

Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή.

Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.

Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν.

Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.

Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον ονομάζουν πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με ξύλο!

Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά.

Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν.

Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.

Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.
Πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

5 Σεπ 2010


Κίνδυνος Οἰκουμενισμοῦ


Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία!

῾Ο ζῆλος καί ἡ σπουδή τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ νά βαφτίσει «ἐκκλησία» τόν παπισμό προσκρούει στήν ἴδια τήν εὐαγγελική ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὁλοφάνερα καί ξεκάθαρα δείχνει ὅτι μία εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, ὅπως ἕνας εἶναι ὁ Χριστός.

᾿Επίθετα - ἱστορία

Κατά τό Εὐαγγέλιο ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται «πίστις» (Γα 1,23). Εἶναι «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστις» (᾿Ιδ 3). Εἶναι ἡ «παροῦσα ἀλήθεια» (Β´ Πέ 1,12) καί ἡ «ἁγία ἐντολή» (Β´ Πέ 2,21), πού παραδόθηκε ἀπ᾿ ἀρχῆς καί παραμένει «καινή» εἰς τό διηνεκές. Μία εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία καί βεβαίως δέν χρειαζόταν ἄλλο ὄνομα γιά νά διακρίνεται. ᾿Επειδή ὅμως κατά καιρούς ἐμφανίσθηκαν διάφορες παραχαράξεις τῆς ἀλήθειας, οἱ αἱρέσεις, ἡ ᾿Εκκλησία προσέλαβε διάφορες ἐπωνυμίες, ὥστε νά διακρίνεται ἀπό τίς αἱρέσεις. Καταρχήν, ἔναντι τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἡ ᾿Εκκλησία ἐπονομάστηκε ἁγία, δηλαδή κτῆμα, περιουσία τοῦ Θεοῦ. ῎Εναντι τῶν πρώτων αἱρετικῶν, νικολαϊτῶν καί γνωστικῶν, ἐπονομάστηκε ἀποστολική, διότι θεμελιώθηκε στή μοναδική παράδοση τῶν ἁγίων ἀποστόλων. ῎Εναντι κυρίως τῶν ἀρειανῶν καί πνευματομάχων πῆρε τήν ἐπωνυμία καθολική, διότι ἀγκαλιάζει ὅλη τήν οἰκουμένη. ῎Εναντι τῶν μονοφυσιτῶν ἐπονομάστηκε ὀρθόδοξη, ἡ μόνη ὀρθή πίστη.


Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον

῞Ολες οἱ παραπάνω προσωνυμίες περιττεύουν, διότι ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι μία καί μοναδική, ὅπως ἕνας εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα» (᾿Εφ 4,5), κηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δέν ὑπάρχουν ἐκκλησίες ἀλλά ᾿Εκκλησία. Αὐτή μονοπωλεῖ τήν ἀλήθεια, αὐτή μόνη ἐκπροσωπεῖ τόν Χριστό. Κι ἄν ὑφίστανται ὁρισμένοι χριστιανικοί ὀργανισμοί, μέ περισσότερα μέλη καί καλύτερη ὀργάνωση ἀπό τῆς ᾿Εκκλησίας (πρβλ. παπισμό) ἤ ἐνδεχομένως μέ ἐλάχιστες ἀποκλίσεις, αὐτό καθόλου δέν τῆς ἀφαιρεῖ τήν ἀποκλειστική ἰδιότητά της νά εἶναι αὐτή ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν ἡ ᾿Εκκλησία γίνει ποτέ τό μυριοστό τῶν χριστιανικῶν ὀργανισμῶν, δέν θά παύσει καί τότε τό μικρό αὐτό ποίμνιο νά εἶναι ἡ μία ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τά πνευματικά μεγέθη δέν ὑπολογίζονται μέ τά μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. ᾿Εξάλλου, ὁ Κύριος διαβεβαίωσε· «μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατήρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τήν βασιλείαν» (Λκ 12,32), μέ τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι τό «μικρόν ποίμνιον» κρατᾶ ὀρθόδοξα τήν ἀλήθεια, τά δόγματα.


Σταθερή στό δόγμα

Βέβαια, ἡ ἐποχή μας ἐμφανίζεται ὡς κατεξοχήν ἀντιδογματική, διότι πολλοί ἐκλαμβάνουν τά δόγματα ὡς στεγνούς θεολογικούς ἀφορισμούς, τροχοπέδη τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς προόδου. ᾿Αλλά τά δόγματα εἶναι αὐτές οἱ ἀλήθειες τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅπως προβάλλονται στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, μετά ἀπό τή νικηφόρα ἀντίστασή της στήν ἐπιδρομή τῶν αἱρέσεων. Οἱ αἱρετικοί, ἀπό τή στιγμή πού ἀποσκίρτησαν ἀπό τή μία ᾿Εκκλησία, ἀθέτησαν τά δόγματά της ἤ πρόσθεσαν κάποια δικά τους δόγματα. Στήν περίπτωση τοῦ παπισμοῦ π.χ. προστέθηκε τό δόγμα γιά τό πρωτεῖο τοῦ πάπα, γιά τό ἀλάθητο, ἡ ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, παρά τή ρητή δήλωση καί σαφῆ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου ὅτι τό Πνεῦμα «παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται» (᾿Ιω 15,26), ἡ ἄσπορος σύλληψη τῆς Θεοτόκου κ.ἄ. ῞Ολα αὐτά ἔβγαλαν τούς παπικούς ἀπό τή γραμμή τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, πού παραμένει προσηλωμένη στά δόγματά της, ὅπως τά θέσπισαν οἱ ἅγιες ῾Επτά Οἰκουμενικές Σύνοδοι.


῞Ολα εἶναι σημαντικά

῾Η σταθερή προσήλωση τῆς ᾿Ορθοδοξίας στά δόγματα δέν ἀφορᾶ μόνο στά μεγάλα καί σοβαρά θέματα· περιλαμβάνει καί τά πιό ἁπλά. Δέν ὑπάρχουν στήν πίστη μας δόγματα δευτέρας κατηγορίας! Καί τά θεωρούμενα μικρά καί ἐλάχιστα ἔχουν θεμελιώδη σημασία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στήν περίφημη ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Κύριος ἀποβάλλει ἀπό τή βασιλεία του ἐκεῖνον πού θά «λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτω τούς ἀνθρώπους» (Μθ 5,19). Παρόμοια ἀποφαίνεται ὁ ἀπόστολος ᾿Ιάκωβος γράφοντας «ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (᾿Ια 2,10). Συχνά τά μικρά καί ἀσήμαντα ὁδηγοῦν σέ μέγιστες κακοδοξίες καί πλάνες. ῾Η ἐπιμονή π.χ. τῶν ἰουδαϊζόντων νά τηρήσουν τήν περιτομή τούς ὁδήγησε στήν αἱρετική δοξασία ὅτι δέν ἀρκεῖ τό αἷμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ γιά τή λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, συνιστᾶ «ἕτερον εὐαγγέλιον» (Γα 1,6). Παρόμοια οἱ παπικοί στήν παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας πρόσθεσαν τή «ρωμαϊκή παράδοση», γιά νά ὑποστηρίξουν τίς πλάνες τους. ῎Ετσι δημιούργησαν «ἕτερον εὐαγγέλιον» καί «ἑτέραν ἐκκλησίαν». Πιστό στήν εὐαγγελική γραμμή τό ἱερό «Πηδάλιον» τῆς ᾿Εκκλησίας θεσπίζει ὅτι «τό ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται» (ἅγ. Ταράσιος). Δέν ὑπάρχουν μικρά καί ἀσήμαντα δόγματα, ὅλα εἶναι σημαντικά καί ὀφείλουμε νά τά σεβόμαστε καί νά τά διατηροῦμε μέ εὐλάβεια, ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι πατέρες μας.



Δόγμα καί ζωή

῾Η οὐσιώδης διαφορά τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστεως ἀπό τά διάφορα συστήματα τῶν λεγομένων «χριστιανικῶν ὁμολογιῶν» καί τῶν ποικίλων ἠθικοδιδασκαλιῶν εἶναι ὅτι ἡ ζωή τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ θεμελιώνεται στά δόγματα τῆς πίστεως. Δέν στηρίζεται στόν ἐνάρετο βίο καί στίς καλές πράξεις, τίς ὁποῖες καλλιεργοῦν ὅλες οἱ ὁμολογίες καί θρησκεῖες, διότι ἐκεῖνα παραμερίζουν τόν Χριστό καί καθιστοῦν ἀχρείαστη καί ἄχρηστη τήν ἐνανθρώπηση καί ὅλο τό ἀπολυτρωτικό ἔργο του. ῾Ο ἐνάρετος βίος, τό ἅγιο ἦθος, ἔχει ἀξία μόνον ὡς πρακτική ἔκφραση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. Μέ ἐπισημότητα καί λαμπρότητα τό διακηρύττει ὁ ἐπουράνιος Πατήρ στό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως· «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα (δόγμα), αὐτοῦ ἀκούετε (ἦθος)» (Μθ 17,5· Μρ 9,7· Λκ 9, 35).


Δέν ἔχουμε τήν ἴδια ρίζα!

Πολύ κακῶς, λοιπόν, υἱοθετεῖται ἀπό μερικούς ἡ οἰκουμενιστική θεωρία τῶν «πολλῶν κλάδων τοῦ Χριστιανισμοῦ»· 315 ἔχουν ὀνοματίσει, ὅσες οἱ ὁμολογίες πού συμμετέχουν στό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν ᾿Εκκλησιῶν. Δέν μπορεῖ ἡ ᾿Ορθοδοξία νά δεχθεῖ ὅτι βρίσκεται πάνω στήν ἴδια ρίζα μαζί μέ ὅλους αὐτούς, ἔστω κι ἄν ἀναγνωρίζεται ὡς τό καλύτερο κλαδί. ῎Οχι! Διότι μία ρίζα σημαίνει ἁγία Τριάδα, ὁμοούσια καί ἀχώριστη, σημαίνει ᾿Ιησοῦν Χριστόν «Θεόν τε καί ἄνθρωπον», μυστήρια ὁμολογημένα, ἀποστολική διαδοχή καί ἀρχέγονη παράδοση, κεφάλαια πίστεως καί ζωῆς, πολλά ἀπό τά ὁποῖα ἀγνοοῦν καί διαστρεβλώνουν οἱ διάφοροι κλάδοι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Δέν τρέφονται ὅλοι αὐτοί ἀπό τήν ἴδια ρίζα, διότι μόνοι τους ἀποσχίσθηκαν καί ξεκόπηκαν ἀπό τόν κορμό. «Οἱ τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, «ὅλοι τῆς ἀληθείας εἰσί, καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες καθάπαξ οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας εἰσίν». Εἶναι ἐκτός ἀληθείας οἱ ἐκτός τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Γι᾿ αὐτό τό ἅγιο Εὐαγγέλιο ἀπαγορεύει κάθε σχέση μαζί τους. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος συνιστᾶ νά φυλαγόμαστε «ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν» (Μθ 7,15), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος ᾿Ιωάννης, ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης, διδάσκει· «μή λαμβάνετε αὐτόν (τόν αἱρετικό) εἰς οἰκίαν καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε» (Β´ ᾿Ιω 10). ᾿Ακολουθώντας τήν εὐαγγελική γραμμή οἱ ἱεροί Κανόνες, οἱ ὁποῖοι κατά τό Πηδάλιον «ὑπέρ τούς βασιλικούς νόμους ἰσχύουσιν», μέ αὐστηρότητα ἀπαγορεύουν τή συμπροσευχή καί ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς (βλ. Καν. ΞΕ´ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, Θ´, ΛΓ´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου) τονίζοντας ὅτι «οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον ἤ εὐλογίαι» (Κανών ΛΒ´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου).


Μονοπώλιο ἀληθείας

῾Η στάση αὐτή ἔναντι τῶν αἱρετικῶν δέν εἶναι φανατισμός· δέν εἶναι μισαλλοδοξία οὔτε ἀλαζονεία! ῎Ετσι ἄλλωστε τήν ἀντιλαμβάνονται καί ὅλοι οἱ καλοπροαίρετοι πού τυχαίνει νά ἀνήκουν στίς διάφορες «χριστιανικές ὁμολογίες». Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ᾿Αμερικανοῦ πρώην προτεστάντη Frank Schaeffer, πού ἐπέστρεψε στήν ᾿Ορθοδοξία μαζί μέ χιλιάδες ἄλλους· «Τό κῦμα τῶν προσφάτων προτεσταντῶν προσηλύτων ἦρθε μέσα στήν ᾿Εκκλησία ὄχι ἐξ αἰτίας τῶν εὐγενικῶν τους προσπαθειῶν στόν ‘‘διάλογο’’, ἀλλά ἐξ αἰτίας τῆς αἰώνιας πατερικῆς κι ᾿Αποστολικῆς μαρτυρίας. Σ᾿ αὐτή μπορεῖ νά συμπεριληφθεῖ καί ἡ μαρτυρία ἐκείνη, ἡ ὁποία διακηρύττει μέ δύναμη τήν ἀποκλειστική φύση τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας ὡς τῆς ἀληθινῆς ᾿Εκκλησίας. Πρώην προτεστάντες, ὅπως ἐγώ, δέν ἤρθαμε στήν ᾿Ορθοδοξία, καί μάλιστα μέ ἀκριβό προσωπικό κόστος, ἐπειδή κάναμε κάποιον ‘‘διάλογο’’, ἤ ἐπειδή μᾶς εἶπαν ὅτι ‘‘ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε μία εὐτυχισμένη οἰκογένεια χριστιανῶν’’, ἀλλά γιά νά μπορέσουμε νά βροῦμε τήν ἀλήθεια» (᾿Αναζητώντας τήν ᾿Ορθόδοξη πίστη στόν αἰώνα τῶν ψεύτικων θρησκειῶν, Χορεύοντας μόνος, μετφρ. π. Αὐγουστίνου Μύρου, ἔκδ. 2η, Κοζάνη 2004, σελ. 509). Οἱ ἄλλες χριστιανικές ὁμάδες καί τά ἄλλα λεγόμενα χριστιανικά συστήματα, ὅσο ποσοστό ἀληθείας κι ἄν διατηροῦν, ἐφόσον δέν εἶναι ἑνωμένα μέ τήν ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Ορθοδοξίας, εἶναι πλάνες, καί τά μέλη τους εἶναι πλανεμένα. Δέν ἔχει κανένα νόημα ἄν ἔχουν λίγες ἤ πολλές, μικρές ἤ μεγάλες διαφορές ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία. Οἱ πατέρες εἶναι κατηγορηματικοί· «Τά ἐκκλησιαστικά δέν ρυθμίσθηκαν ποτέ μέ τόν μέσο ὅρο. Δέν ὑπάρχει ἐνδιάμεσο μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, μεταξύ φωτός καί σκότους», βοᾶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ

Εὐγενικός.


Οὐτοπία ἤ παραπλάνηση

Βέβαια, ἡ «νέα ἐκκλησία» ἐπαγγέλλεται σεβασμό πρός τά δόγματα τῆς κάθε θρησκευτικῆς παρατάξεως. ῎Ηδη ἀκούσθηκε πρόσφατα ἀπό ἐπίσημα χείλη ἡ διαβεβαίωση ὅτι ἐπιδιώκουμε τήν ἕνωση, ἀλλά δέν θά ὑποχωρήσουμε οὔτε στό ἐλάχιστο ἀπό τίς δογματικές θέσεις μας. ᾿Αλλά τότε πῶς θά ἑνωθοῦμε, ὅταν τήν ἴδια ἐμμονή στά δικά της δόγματα ἐκφράζει καί ἡ ἄλλη πλευρά; ῾Η ἐν λόγῳ διαβεβαίωση εἶναι τό λιγότερο ἀστήρικτη οὐτοπία, ἄν δέν εἶναι ἐσκεμμένη παραπλάνηση. Δέν μπορεῖ νά γίνει ἕνωση ἄν δέν ἐπιστρέψει στήν ἀρχική πίστη ἡ ἀποσχισμένη Δύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει ὁ παπισμός νά ἀρνηθεῖ καί νά ἀποκηρύξει τίς εἰκοσιπέντε περίπου πλάνες πού τόν διαφοροποίησαν ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία. Καί οἱ ἑκατοντάδες προτεσταντικές παραφυάδες ἀντίστοιχα νά διαγράψουν τίς ἀναρίθμητες πλάνες καί αὐθαιρεσίες πού πρεσβεύουν. Μέχρις ὅτου πραγματοποιηθεῖ αὐτό, καμία ἕνωση καί καμία κοινωνία δέν εἶναι δυνατή οὔτε θεμιτή.


Στέργιος Ν. Σάκκος

3 Σεπ 2010

Πατερικά


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


῞Οπως ἀπ᾿ ὅλες τίς αἰσθήσεις καλύτερη εἶναι ἡ ὅραση, ἔτσι καί ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές ἡ προσευχή εἶναι ἡ πιό θεία καί ἱερή.


* * *


῞Οπως τό ψωμί εἶναι τροφή τοῦ σώματος καί ἡ ἀρετή τροφή τῆς ψυχῆς, ἔτσι καί τοῦ νοῦ τροφή εἶναι ἡ πνευματική προσευχή.


* * *


Μακάριος ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος κατά τόν καιρό τῆς προσευχῆς μένει ἀνεπηρέαστος ἀπ᾿ ὅλα τά πράγματα.


* * *


Πολλές φορές ζήτησα μέ τήν προσευχή ἀπό τόν Θεό νά μοῦ γίνει κάτι πού νόμιζα καλό καί ἐπέμεινα παράλογα νά τό ζητῶ βιάζοντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν τόν ἄφηνα νά οἰκονομήσει ᾿Εκεῖνος ὅ,τι γνωρίζει ὡς συμφέρον δικό μου. Καί λοιπόν, ἀφοῦ ἔλαβα ὅ,τι ζήτησα, στενοχωρήθηκα ὕστερα πολύ, πού δέν εἶχα ζητήσει μᾶλλον νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι δέν μοῦ ἦρθε τό πράγμα ἔτσι ὅπως τό νόμιζα.


῞Αγιος Νεῖλος