28 Ιαν 2013


Οἱ τρεῖς κρίσεις

 
Βίος ἀκύμαντος.... Τό ὄνειρο κάθε θνητοῦ γιά τήν ἐπίγεια ζωή του. Κι ἄς ξέρει ἡ σάρκα, πού κολλᾶ στό τώρα, πώς εἶναι ψέμα. Κι ἄς ἔχει προειδοποιηθεῖ ἀπό τόν Πλάστη της γιά ὁδό στενή καί τεθλιμμένη. Εὔχεται «βίον ἀνθόσπαρτον» γιά νά ξορκίσει τό κακό καί ταράσσεται ἔκπληκτη σέ κάθε ἀνατροπή.
 Ἔκπληκτους μᾶς βρῆκε ἡ τελευταία οἰκονομική κρίση ν' ἀγωνιοῦμε γιά τήν ἐξασφάλιση «τῶν ἀγαθῶν μας», νά στηρίξουμε τήν ἐνδόμυχη ἐλπίδα πώς σύντομα ὅλα θά γίνουν ὅπως πρίν, θά ἐπιστρέψει τό ἄρωμα τῆς δεδομένης μας καλοθρεμμένης εὐδαιμονίας. Ψάχνουμε μ' ἀπόγνωση νά βροῦμε τί ἔχει φταίξει. Στήνουμε αὐτί στό δελτίο εἰδήσεων, ξεκοκκαλίζουμε τίς οἰκονομικές σελίδες τῆς ἐφημερίδας ν' ἀνακαλύψουμε διέξοδο.
 Ἐκεῖ, στά ψιλά γράμματα, ἡ ἀλήθεια δέν ἄντεξε κρυμμένη καί ξεπρόβαλε δειλά, μέσα ἀπ' τό σχόλιο τοῦ οἰκονομολόγου Simon Johnson, τέως ἐπικεφαλῆς τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου: «Ἕνας διεφθαρμένος χρηματιστής ἀρκεῖ γιά νά γκρεμίσει μία τράπεζα. Μία διεφθαρμένη τράπεζα ἀρκεῖ γιά νά γκρεμίσει τό διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα». Μέ αὐτά τά λόγια ὁ Simon Johnson, χαρακτήρισε τήν Goldman Sachs, ἐπενδυτικό οἶκο, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπωνυμία ἐνεπλάκη στήν πρόσφατη οἰκονομική κρίση γιά τήν ἐπιλήψιμη συμβολή της στόν ἐξωραϊσμό τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων κρατῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλάδα, μέ στόχο τήν εἴσοδο στήν ΟΝΕ. Ὡς τεχνοκράτης, βέβαια, ὁ Johnson ἐξέφρασε τήν ἄποψή του ἀπό τεχνικῆς πλευρᾶς, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο. Κατάλαβε ἄραγε ὁ ἴδιος πόσο βαρειά ἦταν ἡ ἀλήθεια του; Μέ ἐπιστημονική βαρύτητα σήκωσε τό δάκτυλο κι ἔδειξε ὡς ὑπεύθυνη τήν ἠθική διαφθορά.
 Πόσοι ἀντιλήφθηκαν ὅτι πίσω ἀπό τά πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τίς εὐφυεῖς λογιστικές πρακτικές καί τά ἐμπνευσμένα τεχνικῶς statistics ξεπρόβαλαν δειλά, ἀλλά μέ εὐκρίνεια, τά κέρατα τῆς ἀπληστίας; Ποιός εἶναι ἕτοιμος νά δεῖ ὅτι πρίν ἀπό τό σάλο αὐτῆς τῆς κρίσης πού ἔβαλε στό μάτι τήν οἰκονομική μας εὐμάρεια, προηγήθηκε μία ἄλλη κρίση, μέ λιγότερο θόρυβο ἀλλά λαμπρότερο σκηνικό: ἡ ἠθική μας κατάπτωση, πού μέ τή σύμφωνη γνώμη μας μέσα σέ πολλά χειροκροτήματα, καί μέ τήν πρόταξη τῆς εὐδαιμονίας, ἰσοπέδωσε καί στράγγιξε τά τελευταῖα ἀποθέματα τοῦ ψυχικοῦ μας πλούτου.
 Κι ἐμεῖς, πού πάνω στή γέφυρα αὐτῆς τῆς ζωῆς χτίσαμε τό σπίτι μας καί ξεχάσαμε ὅτι «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν», καταντήσαμε γυμνοί καί στεγνοί ἀπό τά πνευματικά ἐφόδια, πού μᾶς χάρισε ὁ Πλάστης μας γιά νά περάσουμε αὐτό τό γεφύρι. Μέ τίς τσέπες γεμάτες βαρίδια, πῶς τώρα νά τρέξουμε ν' ἀναζητήσουμε τήν ἄλλη πόλη, τή μέλλουσα;
 Μέσα στή δίνη τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, μέ μᾶς ἀπωθημένους ἀπ' τ' ἀπόνερα τῆς ἠθικῆς κρίσης, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει φρέσκια κι ἐπίκαιρη. Μᾶς καλεῖ νά ἐπενδύσουμε τούς θησαυρούς μας ἐκεῖ ὅπου «σής καί βρῶσις οὐκ ἀφανίζει» καί νά στοχεύσουμε στήν τρίτη κρίση, τή μέλλουσα. Ν' ἀνοίξουμε τά μάτια ἔστω καί τώρα, γιά νά δοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς τή γύμνια μας. Ν' ἀνοίξουμε τ᾽ αὐτιά μας στό σωτήριό της κάλεσμα. Ν' ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας γιά τή συνάντηση μέ τόν Κύριο, στήν ὁποία τόσο διακριτικά ἀλλά κι ἐπίμονα μᾶς προσκαλεῖ. «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται». Ν' ἀποζητήσουμε τό πρότερο κάλλος. Νά ἐπιθυμήσουμε νά διαγράψουμε ἀπ' τή ζωή μας τήν πρώτη κρίση, γιά νά μή μᾶς ἀγγίξει ἡ δεύτερη καί νά μπορέσουμε νά δοῦμε τήν τρίτη ὄχι μέ τόν πανικό ἐπερχόμενης καταστροφῆς, ἀλλά μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ἀποκατάστασης. Τότε ἴσως ἀποφασίσουμε νά πορευτοῦμε τήν ἐπώδυνη ἀλλά λυτρωτική ὁδό τῆς μετανοίας.
Μαρτινιανή

26 Ιαν 2013


Ιωάννης ο Χρυσόστομος (354-407)
’γιος, αρχιεπίσκοπος και μέγας διδάσκαλος
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, οικουμενικός διδάσκαλος και άγιος της Χριστιανικής Εκκλησίας, είναι ένα από τα πιο μεγάλα ιστορικά πρόσωπα που έζησαν επί γης.
Φωτισμένος από τον πάνσοφο Θεό, άνθρωπος χαριτωμένος με σπάνιες αρετές, προικισμένος με θαμαστή ρητορική δύναμη, παραμένει σαν παράδειγμα υψηλό αγωνιστή που πολέμησε θαρρετά το κακό κι έδειξε απεριόριστη επιθετικότητα μαζί και ακατάβλητη ηθική αντίσταση.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ο Ιωάννης γεννήθηκε το 354 μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας από χριστιανούς γονείς, το Σεκούνδο και την Ανθούσα. Ο πατέρας του Ιωάννου, ανώτερος αξιωματικός στη Συρία, πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννηση του Ιωάννου. Η Ανθούσα ήταν τότε είκοσι ετών περίπου, κι αφοσιώθηκε στο παιδί της. Είναι εκείνη που έκανε το Λιβάνιο, μέγα φιλόσοφο και διδάσκαλο της εποχής εκείνης, ειδωλολάτρη, να πει όταν τη γνώρισε: «Αλίμονο! Τι γυναίκες υπάρχουν στον χριστιανισμό!». Και πραγματικά, τέτοιες μητέρες, με την πίστη και την αγνότητά τους, σήμαιναν το τέλος της θρησκείας των ειδώλων.
Η Ανθούσα ανέθρεψε το παιδί της χριστιανικά, κι οραματιζόταν ν’ αναστήσει την ανδρεία μορφή του ανδρός της σαν μορφωμένο πρότυπο του χριστιανού ανθρώπου. Ο Λιβάνιος ήταν ο διδάσκαλός του στη ρητορική και ο Ανδραγάθιος στη φιλοσοφία. Ο Ιωάννης σπούδασε συνήγορος κι έκανε το επάγγελμα αυτό λίγους μήνες στην Αντιόχεια, μ’ επιτυχία αφού «ήταν δεινός στο να λέει και να πείθει». Τότε έζησε κοσμική ζωή και γνώρισε τις αδυναμίες και τα πάθη της κοινωνίας. Δεν επηρεάστηκε όμως απ’ αυτά, γιατί η ψυχή του ήταν καλά αγνισμένη από την Ανθούσα, και οι ακτίνες από τον ήλιο του Χριστού φώτιζαν και ζέσταιναν την καρδιά του. Παραιτήθηκε από το επάγγελμα του συνηγόρου, βαφτίστηκε χριστιανός και αποσύρθηκε στην έρημο για έξι χρόνια, προετοιμαζόμενος με την προσευχή και τη μελέτη να υπηρετήσει το λαό του Θεού ως κληρικός.
Το 381 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος στην Αντιόχεια και το 386 πρεσβύτερος, όπου και έδρασε για έντεκα χρόνια. Η αγάπη του για τους φτωχούς ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πούλησε ακόμη και τα αντικείμενα του επισκοπικού μεγάρου και κατάργησε τα επίσημα γεύματα, για να υποστηρίξει τη φτωχολογιά της πόλης. Στις 15 Δεκεμβρίου του 397 μ.Χ. χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης, ενώ η ενθρόνισή του έγινε μ’ επίσημη τελετή στις 26 Φεβρουαρίου του 398 μ.Χ..
Ο Ιωάννης αναδείχθηκε μέγας οργανωτής του εκκλησιαστικού και του κοινωνικού έργου. Μ’ εκλεκτό επιτελείο από μαθητές και μαθήτριες, με προσωπικό κόπο αφάνταστα μεγάλο, με πίστη στον Χριστό κι αγάπη για τους ανθρώπους, βάλθηκε να εξυγιάνει κάθε νοσηρό, να δυναμώσει κάθε ανίσχυρο, να διαδώσει το Χριστιανισμό στους εθνικούς και να επαναφέρει τους πιστούς στην απλότητα και την καθαρότητα του πρώτου χριστιανικού αιώνος. Βαθύς ανατόμος της ψυχής του ανθρώπου, γνώστης των παθών της κοινωνίας, ζηλωτής του Χριστού, πήρε τη μάχαιρα του λόγου και της εξουσίας που του χάρισε ο Θεός και χτυπούσε ζωηρά κάθε κακό. Με πόνο και μ' αγάπη, αλλά και με θάρρος αδίστακτο. Τα κηρύγματά του τα παρακολουθούσε πλήθος κόσμου, Χριστιανοί και Ιουδαίοι, πολλές φορές και εθνικοί, κι ήταν τόσο το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός, που πολλές φορές το πλήθος ξεσπούσε σε χειροκροτήματα. Μιλάει γλυκά, απαλά για τους ανθρώπινους πόνους, αλλά κι αυστηρά για τα πάθη τα ανθρώπινα. Ελέγχει και καταδικάζει με γλώσσα ωμή κάθε αμαρτία, με σχήματα ρητορικά που πηγάζουν χωρίς επιτήδευση από το θεόδοτο τάλαντό του, κι αυτά που λέει τα στηρίζει στην απλή λογική αλλά και στη Γραφή, στην Παλαιά και την Καινή, ιδιαίτερα στα κείμενα του Παύλου, που συχνά προστρέχει σ’ αυτόν με βαθιά σκέψη και θαυμασμό.
Μιλάει σε τακτικές μέρες κι εξαντλεί το θέμα του σε σειρές από λόγους, μιλάει σ’ ευκαιρίες που παρέχονται ξαφνικά και τότε πιο πολύ φανερώνει το θείο του χάρισμα, μιλάει σε μνήμες αγίων, σε εορτές, σε γεγονότα. Ερμηνεύει τη Γραφή, συνθέτει πραγματείες πάνω σε πολλά θέματα του εκκλησιαστικού και του κοινωνικού βίου. Και πάντοτε δίνει στο λόγο του το άρωμα της μεγάλης χριστιανικής αρετής, της αγάπης. Η αγάπη στο Θεό και στον συνάνθρωπο είναι που κινεί τη σκέψη και το χρυσό στόμα του.
Όμως, τα μέτρα που έλαβε και η αυστηρή γλώσσα που μεταχειρίσθηκε, έφεραν αντίδραση. Ο Χρυσόστομος δεν κολάκευε, δε μιλούσε για να ‘ναι ευχάριστος. Θεωρούσε επικίνδυνο το «προς χάριν δημηγορείν». Ξεκινούσε από τη σωστή άποψη ότι οι πληγές πρέπει να ξεγυμνώνονται για να θεραπευθούν κι αυτό δεν ήταν αρεστό σ’ εκείνους που τα καυτερά λόγια που έλεγε ή τα μέτρα που έπαιρνε, έφερναν ταραχή στη βουρκιασμένη ζωή τους ή και ζημία σ’ όσους δεν αποφάσιζαν να διορθωθούν. Το πλήθος άκουγε με συντριβή κι όσο κι αν ταρασσόταν, αναγνώριζε την ανάγκη να μετανοήσει και πικραινόταν που το ξυπνούσε από της αμαρτίας τη νάρκη. Όμως άτομα πολλά δεν ένιωθαν και δεν φέρνονταν έτσι κι αντιδρούσαν βίαια, κρυφά ή φανερά.
Έτσι βγήκε αυτοκρατορική διαταγή ν’ αναχωρήσει από την πρωτεύουσα. Κρυφά, για να μη γίνουν άλλες ταραχές, παραδόθηκε στις 20 Ιουλίου του 404 κι οδηγήθηκε στην εξορία του, αφού αποχαιρέτησε συγκινητικά τους κληρικούς και τις διακόνισσες που ήταν γύρω του. Το πλήθος, όταν έμαθε ότι ο Ποιμενάρχης του αναχώρησε, ξέσπασε σ’ εκδηλώσεις οργής, κι έβαλε φωτιά στην Αγία Σοφία και στο μέγαρο της Γερουσίας. Από τότε άρχισε διωγμός εναντίον των φίλων του επισκόπων, που ονομάσθηκαν Ιωαννιταί.
Ο άγιος Ιωάννης, βαθιά θλιμμένος για τον άδικο διωγμό του, αλλά με γαλήνη ψυχής στην ταραχή αυτή, αφέθηκε στα χέρια των εχθρών του, δοξολογώντας το Θεό. Στη Νίκαια της Βιθυνίας παρέμεινε λίγες μέρες. Από εκεί οδηγήθηκε με πολλές ταλαιπωρίες προς την Αρμενία. Εκεί ταλαιπωρήθηκε και στερήθηκε τα πάντα. Δεν υπήρχαν τρόφιμα, δεν είχε καμιά ευκολία, γιατρός δεν βρισκόταν εκεί, το κλίμα ήταν κακό και βαρύ. Ο Ιωάννης αρρώστησε επικίνδυνα δυο φορές. Κοντά στ’ άλλα οι Ίσαυροι έκαναν επιδρομές στην Αρμενία, το χειμώνα του 406 μ.Χ. ο Χρυσόστομος μεταφέρθηκε στο οχυρό της Αραβισσού, την άνοιξη τον γύρισαν πίσω στον Κουκουσό. Στην εξορία του μελετά, προσεύχεται, γράφει επιστολές να ενθαρρύνει τους φίλους του που καταδιώκονταν. Σώζονται πολλές επιστολές του από αυτή την εποχή. Οι πιστοί έρχονται συχνά στον Ιωάννη, να τον δουν, να δείξουν την αφοσίωσή τους, να ευλογηθούν από αυτόν, από τη Βασιλεύουσα, από τις επαρχίες, όλη η Αντιόχεια έρχεται στην Αρμενία.
Η κίνηση αυτή ενοχλεί τους εχθρούς του Χρυσοστόμου. Αποφασίζουν και προκαλούν διαταγή να μεταφερθεί ο εξόριστος πιο μακριά, στην Πιτυούντα, «τόπον πανέρημον», στη θάλασσα του Πόντου. Ο Ιωάννης είναι κουρασμένος και άρρωστος. Είναι στην ηλικία των πενήντα δύο ετών μα η τόσο καταπονημένη ζωή του τον δείχνει γέροντα πολύ. Το «αραχνώδες σωμάτιόν» του φανερώνει τα όρια της αντοχής του εξαντλημένα. Δοξάζει όμως τον Θεό και προχωρεί.
Τρεις μήνες οδοιπορεί μ’ αφάνταστο κόπο. Οι στρατιώτες που τον οδηγούν βιάζονται κι αδιαφορούν που ο Ιωάννης δεν αντέχει, ομολογούν πως έχουν εντολές, ότι αν πεθάνει αυτοί θα προαχθούν. Βρέχει και τρέχουν τα νερά πάνω στο σώμα του αγίου, ύστερα ο ήλιος καίει το γυμνό κεφάλι του.
Στα Κόμανα του Πόντου, κοντά στον τάφο του αγίου Βασιλίσκου, που ήταν επίσκοπος στα Κόμανα κι είχε μαρτυρήσει στο διωγμό του Μαξιμιανού, βλέπει τη νύχτα τον Βασιλίσκο να του λέει: «Θάρρος, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αύριο θα είμαστε μαζί».
Ο Ιωάννης πίστεψε στο μήνυμα αυτό και παρακαλούσε τους στρατιώτες την άλλη μέρα να μη φύγουν από κει. Αυτοί τον παίρνουν και προχωρούν. Μα σε λίγες ώρες γύρισαν γιατί η κατάστασή του ήταν βαριά. Εκεί, κοντά στον τάφο του αγίου Βασιλίσκου, κοινώνησε για τελευταία φορά τα άχραντα Μυστήρια, προσευχήθηκε, είπε για τελευταία φορά το «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν, Αμήν» και παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Χριστού. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ.. Πέθανε στα Κόμανα του Πόντου, στο δρόμο της εξορίας του.
Οι εχθροί της εκκλησίας του Χριστού και των αγίων Του, μπόρεσαν κι αυτή τη φορά να νικήσουν. Προσωρινά κι εφήμερα όμως, όπως πάντα, διότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Διότι ο άγιος Ιωάννης, υπάρχει πάντοτε σαν μεγάλη μορφή και πάντοτε το έργο του θα στέκει αντίθετο στην αμαρτία και στο κακό και θα γίνεται φως στον κόσμο. «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσιν».

25 Ιαν 2013


“Η τετράριθμος των οσίων χορεία” ή Μια αγία οικογένεια (Ξενοφών, Μαρία, Αρκάδιος και Ιωάννης) – 26 Ιανουαρίου

Στην χορεία των αγίων συναντούμε όχι μόνο όσους εβίωσαν την κατά Χριστόν παρθενία, αλλά και πολλούς εγγάμους και μάλιστα ολόκληρες οικογένειες. Μια από αυτές είναι και η οικογένεια του οσίου Ξενοφώντος. Ο άγιος αυτός άνθρωπος έζησε τον 6ον μ. Χ. αιώνα. Ήταν αριστοκρατικής καταγωγής με πολλά υλικά αγαθά, τα οποία όμως δεν τον εμπόδισαν να ζήση πνευματική ζωή. Με την ελεημοσύνη και την αγάπη τα αποθήκευσε στην τράπεζα του ουρανού και απόκτησε πλούτο πνευματικό. Μαζί με την ευλαβέστατη σύζυγό του Μαρία ανάθρεψαν τα παιδιά τους, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη, με τα ζωήρρυτα νάματα της ευαγγελικής ζωής. Τα δύο παιδιά, όταν ήλθεν η κατάλληλη ώρα, με την ευχή των γονέων τους πήγαν στην Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά. Στην πορεία το πλοίο τους ναυάγησε και πολλοί πνίγηκαν. Τα δύο αδέλφια σώθηκαν, από θεία παραχώρηση, και τελικώς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα. Εκεί χωρίς να γνωρίζη ο καθένας τί απέγινε ο άλλος, συναντήθηκαν στο ίδιο Μοναστήρι όπου πήγαν για να εγκαταβιώσουν. Οι γονείς τους μόλις έμαθαν για το ναυάγιο άρχισαν, όπως ήταν φυσικό, να τους αναζητούν. Μετά την χαρά της συνάντησης έλαβαν την μεγάλη απόφαση να μοιράσουν όλη τους την περιουσία στους φτωχούς και να ενδυθούν και αυτοί το μοναχικό Σχήμα. Εβίωσαν με ζήλο και υπακοή την ορθόδοξη ευαγγελική ζωή και αξιώθηκαν και οι τέσσερεις να φτάσουν στην Θεοκοινωνία. Των “αγίων ο χορός” αυξήθηκε κατά τέσσερα μέλη και οι ορθόδοξες οικογένειες απέκτησαν άλλο ένα πρότυπο και πρεσβευτάς προς τον Θεό. Στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας συναντούμε αρκετές τέτοιες οικογένειες, καθώς και πολλά αγιασμένα ανδρόγυνα

23 Ιαν 2013


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω υπήρξε μια μεγάλη και υπέροχη ασκητική φυσιογνωμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά πάντα εφάμιλλος και ισοστάσιος των μεγάλων και θεοφόρων Πατέρων «των εν ασκήσει λαμψάντων».
Ήταν μια χαρισματούχα και πολυτάλαντη προσωπικότητα. Εκπλήσσεται κανείς, πώς συνδυάζονται αρμονικότατα στο λαμπρό βίο του η προδρομική του ασκητικότητα με τον αποστολικό ζήλο και την κοινωνική δράση, ο αναχωρητισμός του ησυχαστή με την οργανωτικότητα και το διοικητικό χάρισμα του ηγέτη, οι μυστικές αναβάσεις του θεωρητικού με τους αιματηρούς αγώνες του πρακτικού, και τέλος η προσήλωση προς την «ακρίβεια» των κανόνων με τη φιλάνθρωπη συγκαταβατικότητα και την οικονομία.
Σπάνια βλέπει κανείς πρόσωπα με τόση ευρύτητα διάνοιας και καρδιάς!
Υπήρξε πράγματι μια ολύμπια μορφή!
Ο οσιακός βίος του καθώς και τα αναρίθμητα θαύματά του συνετέλεσαν ώστε να καταξιωθεί σαν άγιος στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και να καταστεί παμμακεδονική μορφή της Ορθοδοξίας, καύχημα και προστάτης της Πιερίας και του Βελβεντού της Κοζάνης εκούσιος συνοικιστής, προστάτης και δάσκαλος.
Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε λίγο πριν από το 1.500 μ.Χ. στο χωριό Σκλάταινα της επαρχίας Φαναρίου του Νομού Καρδίτσας, σημερινή Δρακότρυπα.
Οι γονείς του ήταν φτωχοί. Το πρώτο του όνομα ήταν Δημήτριος και από νωρίς έδωσε δείγματα αφοσίωσης στο Χριστό και αγάπης στο μοναχισμό. Σε ηλικία περίπου 18 ετών και μετά το θάνατο των γονιών του, πηγαίνει στα Μετέωρα και κείρεται ρασοφόρος μοναχός με το όνομα Δανιήλ.
Αργότερα, ζητώντας ησυχαστικώτερο τόπο, πηγαίνει στο Άγιον Όρος και γίνεται μεγαλόσχημος και πρεσβύτερος (παπάς), με το όνομα ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. Έμενε στη σκήτη της Μονής Καρακάλου, με αυστηρή άσκηση, προσευχή και νηστεία. Η ισάγγελη ζωή του τον επέβαλε σε όλους τους Πατέρες του Άθω, γι’ αυτό και αργότερα εκλέχτηκε Ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου. Στη Μονή αυτή, η οποία τότε ήταν βουλγαρική, ο Άγιος συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, γι’ αυτό και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιον Όρος.

Μετά το Άγιον Όρος, γύρω στο 1524, ήρθε στην περιοχή της Βέροιας, στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, την οποία ανεκαίνισε και την κατέστησε, στα δύσκολα τότε χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου όλα «τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», φάρο πνευματικό για όλη την κεντρική Μακεδονία και για όλα τα παραποτάμια χωριά του Αλιάκμονα. Η επιρροή που άσκησε ο Άγιος Διονύσιος στο λαό της ευρύτερης αυτής περιοχής είναι αισθητή και στις μέρες μας.
Η παράδοση λ.χ. θέλει τους Βελβεντινούς να επισκέπτονται με τα ζώα το Μοναστήρι του Προδρόμου Βέροιας, να λειτουργούνται και να κοινωνούν σ’ αυτό. Αλλά και αργότερα όταν ο Άγιος θα πάει στον Όλυμπο, οι Βελβεντινοί θα τον ακολουθήσουν και θα επισκέπτονται με τα πόδια και με τα ζώα τους, το Μοναστήρι στον Όλυμπο, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Αγίου.
Από το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου της Βέροιας, ο Άγιος γνωρίζεται με έναν άλλο μεγάλο Ασκητή, τον Άγιο Νικάνορα, που ασκήτευε στο Μοναστήρι της Ζάβορδας. Ανάμεσα στους δύο άνδρες υπήρχε μεγάλη εκτίμηση. Γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός: «Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, είπε κάποτε στους συνασκητάς του για τον πανάριστο μιμητή των Οσίων, που ασκήτευε στο Καλλίστρατον όρος. «Βλέπετε, αδελφοί, μέγαν θησαυρόν κρύπτει υποκάτω εκείνο το ευτελές τριβώνιον». Κάτω από το απλό και φτωχό ένδυμα του ταπεινού μοναχού κρυβόταν ένθεη ψυχή. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ό,τι φορεί, αλλά ό,τι έχει μέσα του, μέσα στην ψυχή του. Η αγάπη και η εκτίμηση των δύο Αγίων ήταν αμοιβαία. Όχι σαν αίσθημα «ψυχικό» και σαν ανθρώπινη φιλοφροσύνη, μα σαν αποκάλυψη Θεού μέσα στις καθαρμένες συνειδήσεις των. Γράφοντας τη διαθήκη του ο όσιος Νικάνωρ, εκεί που ομιλεί για τον ηγούμενο του μοναστηριού της Ζάβορδας, δίνει οδηγία και εντολή στους αδελφούς μοναχούς. Αν δεν βρεθή κατάλληλο πρόσωπο για ηγούμενος στα μοναστήρια των Μετεώρων, τότε «πηγαίνετε εις το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου του εν τη σκήτει της Βεροίας, εις το κτίριον του εμού αδελφού και συνασκητού κυρ Διονυσίου». (Ακολουθίαι του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Νικάνορος του θαυματουργού, Αθήναι 1970).
Από το μοναστήρι του Προδρόμου της Βέροιας, ο Άγιος Διονύσιος, αργότερα, έφυγε κρυφά, θέλοντας να αποφύγει την εκλογή του σαν Επισκόπου Βεροίας, όπως ζητούσε ο λαός, όταν χήρευσε η Επισκοπή αυτή.
Έτσι τον βλέπουμε να γίνεται «οικιστής του Ολύμπου», όπου οι σπάνιες ομορφιές του και τα δροσερά νερά του, φαίνεται τον ανέπαυσαν πλήρως.
Στην αρχή ασκήτευε μέσα σ’ ένα σπήλαιο, που σώζεται μέχρι σήμερα μ’ ένα μικρό παρεκκλήσιο.
Στο μεταξύ υφίσταται πολλές ταλαιπωρίες, διωγμούς, συκοφαντίες, όπως όλοι οι Άγιοι, εξαιτίας των οποίων αναγκάζεται να εγκαταλείψει προσωρινά τον Όλυμπο και να πάει στο Πήλιο, χτίζοντας εκεί τη Μονή της Αγίας Τριάδας.
Αργότερα όμως επιστρέφει στον Όλυμπο και χτίζει, γύρω στο 1524 το πρώτο Μοναστήρι, που σώζεται μέχρι σήμερα, προς τιμήν και πάλι της Αγίας Τριάδας.
Στον Όλυμπο ο Άγιος έζησε σαν επίγειος άγγελος και γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του ένα πλήθος Μοναχών, που έκανε το Μοναστήρι του πραγματική Λαύρα. Ωστόσο ο ίδιος χρησιμοποιούσε ακόμα για προσευχή και ησυχία τα σπήλαια που υπήρχαν γύρω από το Μοναστήρι και που τα είχε μετατρέψει σε ναΐσκους. Εκεί έμεινε τον περισσότερο χρόνο, ζώντας μέσα στο γνόφο της νοεράς προσευχής. Πολλές φορές καθώς ερχόταν από αυτές τις σπηλιές στο Μοναστήρι τον έβλεπαν να λάμπει ολόκληρος, λουσμένος στο αναστάσιμο φως του μέλλοντα αιώνα,«μέσα στη παράφορη άνοιξη».
Ο Άγιος δεν παρέλειπε να περιέρχεται, σαν άλλος Πρόδρομος του Πατροκοσμά του Αιτωλού, τα γύρω χωριά, για να μιλήσει στους υπόδουλους, να εξομολογήσει, να στηρίξει, να αφυπνίσει τους Έλληνες. Είχε απέραντη αγάπη για το λαό. Αγκάλιαζε τους πάντες και τους βοηθούσε πνευματικά και υλικά. Όταν τον πλησίαζε κάποιος, είχε την αίσθηση ότι πλησιάζει τον ίδιο το Χριστό.
Όταν ο Άγιος έφτασε στο τέρμα του βίου του, σαν πρωταθλητής γενναίος, πήρε το στεφάνι από τα χέρια του Χριστού.
Άφησε τις τελευταίες του σοφές υποθήκες στα πνευματικά του παιδιά και φτερούγισε σαν ερωδιός στον ουρανό, μέσα στο χειμώνα, στις 23 Ιανουαρίου. Αυτήν την ημέρα τελείται και η σεπτή μνήμη του.

22 Ιαν 2013


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ:


Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο "ΗΘΙΚΟΛΟΓΟΣ"



Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: "Βίος και Λόγοι", Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, έκδ. Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά, 2005 και αποτελούν απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα από αυθόρμητες καθημερινές συνομιλίες του με πνευματικά του παιδιά)


"Όποιος αγαπάει λίγο, δίνει λίγο

όποιος αγαπάει περισσότερο δίνει περισσότερο

κι όποιος αγαπάει πάρα πολύ τι έχει αντάξιο να δώσει;

Δίνει τον εαυτό του..."

...Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι "ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη". Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από 'δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο. Όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σας το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν' αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς...

...Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει... Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό...

...Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη. Αυτά να μεταδίδομε. Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν, μόνο να προσευχόμαστε γι' αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπός μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι' αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοντε να σκεπτόμαστε το καλό. [...] Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλον, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλο παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς... Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: "Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς..."

Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται "ηθικολόγος". Αυτός ο "ηθικολόγος", όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλον. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. Λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: "Ο ουν διδάσκων έτερον σεαυτόν ου διδάσκεις; Ο κηρύσσων μη κλέπτειν, κλέπτεις;". Μπορεί να μην κλέπτομε, όμως φονεύομε. Κακίζουμε τον άλλον κι όχι τον εαυτό μας. Λέμε, π.χ. "Έπρεπε να κάνεις αυτό. Δεν το έκανες, να τι έπαθες!". Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. [...] Είναι δυνατόν να πει κάποιος: "έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ' τον Θεό" και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.

Υπάρχει μια ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα... Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσουμε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ' τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ' τα λόγια

...Άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός, η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!

Να χαίρεσθε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ' τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους. Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής...

Προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις με όλα, και με τ' άγρια ακόμη, εν αρμονία...

Ευχαριστώ τον Θεό που μου έδωσε πολλές αρρώστιες. Πολλές φορές του λέω: "Χριστέ μου, η αγάπη Σου δεν έχει όρια!". Το πώς ζω είναι ένα θαύμα. Μέσα στις άλλες μου αρρώστιες έχω και καρκίνο στην υπόφυση. Δημιουργήθηκε εκεί όγκος που μεγαλώνει και πιέζει το οπτικό νεύρο. Γι' αυτό τώρα πια δεν βλέπω. Πονάω φοβερά. Προσεύχομαι όμως σηκώνοντας το Σταυρό του Χριστού με υπομονή. [...] Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστιά μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού... Η αρρώστιά μου είναι μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού, πουμε καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του και με τη δική Του την χάρη να προσπαθήσω ν' ανταποκριθώ. Αλλά εγώ δεν είμαι άξιος. Θα μου πείτε: "Όλ' αυτά που σου αποκαλύπτει ο Θεός δεν σε κάνουν άξιο;". Αυτά με κατακρίνουν. Γιατί αυτά είναι της χάριτος του Θεού. Δεν είναι τίποτα δικό μου. Ο θεός μου έδωσε πολλά χαρίσματα, αλλά εγώ δεν ανταποκρίθηκα, φάνηκα ανάξιος. Την προσπάθειά όμως ούτε μια στιγμή δεν την άφησα... Γι' αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό...

Ο θάνατος είναι μία γέφυρα που θα μας πάει στον Χριστό. Μόλις κλείσομε τα μάτια μας, θα τ' ανοίξομε στην αιωνιότητα. Θα παρουσιασθούμε μπροστά στον Χριστό. Στην άλλη ζωή θα ζούμε "εκτυπώτερον" την χάρι του Θεού

Ένα άλλο μυστικό τώρα θα σας πω. Τις νύκτες επικοινωνώ τηλεφωνικώς μ' έναν αγιορείτη ασκητή. Αυτός μελετάει πολύ τους Πατέρες και μου εξηγεί πολλά πράγματα. Συζητούμε πνευματικά ζητήματα. Τρέλα, τί να σας πω! ...Αυτό έγινε και σήμερα πρωί πρωί, δηλαδή νύχτα στις τρεις. Οι καμπάνες χτυπούσαν εκείνη την ώρα που συνομιλούσαμε. Επί μισή ώρα κουβεντιάζαμε πάρα πολύ ωραία πράγματα. Ειλικρινά, μεγάλη χαρά αισθάνθηκα, μεγαλύτερη απ' ό,τι μπορώ να σας εκφράσω. Δόξα Σοι ο Θεός!. Ενώ λέγαμε αυτά τα πνευματικά, μου λέει:

- Χτυπάει η καμπάνα για την εκκλησία και τρέχω να προλάβω.

Του λεώ:

- Γέροντα, μη μ' αφήνεις!

- Μετά χαράς μου λέει. Έλα να πάμε στην εκκλησία, να είμαστε μαζί, να βλέπομε τα μεγαλεία του Θεού, την Θεία Λειτουργία, την χάρη του Χριστού. Έλα, δεν υπάρχει απόσταση εν Χριστώ Ιησού των Κυρίω ημών. Καμία απόσταση!

Και "πήγα" μαζί του στην εκκλησία. Όλες τις ώρες μαζί του προσευχόμουνα. Έβλεπα όλες τις ιερές και άγιες εικόνες, τις λαμπάδες, τα κεράκια, τα καντηλάκια να τσιτσιρίζουν. Έβλεπα τους ιερείς να λειτουργούν μεταρσιωμένοι. Ήταν γεμάτη η εκκλησία από ασκητές κι όλοι είχαν μεγάλη χαρά μέσα τους και ψάλλανε: "Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός... Η Γέννησίς σου... Η Παρθένος σήμερον... Χριστός γεννάται δοξάσατε..." Στο "Μετά φόβου Θεού" πήγε να μεταλάβει. Δίπλα του κι εγώ, με τη χάρη του Κυρίου, συγκινημένος. Συγχωράτε με που σας τα λέγω. Έβλεπα όλους τους αδελφούς να δέονται. Αισθάνθηκα μεγάλη αγαλλίαση. Ό,τι έβλεπαν εκείνοι, έβλεπα κι εγώ. Μα ήταν πνευματική πανδαισία αυτή η Λειτουργία με τους αγίους ασκητές, τις χαρούμενες ψυχούλες που τα αισθανόντουσαν όλα, που εζούσανε την εορτή των Χριστουγέννων! Την εζούσανε! Πώς θα ήθελα να ήσασταν κι εσείς, ν' ακούγατε τα λόγια που λέγανε!

Η χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη, όταν ο άλλος μου βεβαιώνει ότι αυτό που "βλέπω" είναι πράγματι έτσι, γιατί καταλαβαίνω πως αυτή η γνώση δεν προέρχεται παρά μόνον εκ Θεού. Να σας πω τι εννοώ. Σας ζητάω πολλές φορές να μου διαβάσετε μια παράγραφο, παραδείγματος χάριν, από κάποιον Πατέρα, και σας λέγω: "Κοιτάξτε στη σελίδα δέκα, στην παράγραφο δύο, στο μέσον της σελίδας και θα το βρείτε αυτό που σας είπα". Ανοίγετε, πράγματι, στη συγκεκριμένη σελίδα, το βρίσκετε, μου το διαβάζετε. Είναι γραμμένο ακριβώς όπως σας το έχω πει. Παραξενεύεσθε εσείς, γιατί μου έρχεται μεγάλη χαρά και λέω: "α! Δεν το ήξερα, πρώτη φορά το ακούω!", ενώ σας το έχω πει πιο πριν απ' έξω. Κι όμως, αλήθεια σας λέγω, δεν λέγω ψέματα. Όντως δεν το ήξερα, διότι ποτέ δεν το είχα διαβάσει πιο πριν. Τη στιγμή που σας είπα την παράγραφο, εκείνη τη στιγμή μου το εφανέρωσε μέσα μου η θεία χάρις, το Άγιον Πνεύμα. Εγώ, όμως τ' άκουσα για πρώτη φορά την ώρα που το διαβάσατε, γιατί ποτέ δεν το είχα διαβάσει και μου έκανε εντύπωση και χάρηκα που επιβεβαιώσατε αυτό που μου εφανέρωσε η θεία χάρις....

Καταλάβατε; Υπάρχουν κι άλλα μάτια, τα μάτια της ψυχής. Με τα μάτια τα σαρκικά μπορεί να βλέπεις περιορισμένα, ενώ μ' εκείνα της ψυχής μπορεί να βλέπεις και πίσω απ' το φεγγάρι. Εσείς βλέπετε με τα μάτια του σώματος. Τα ίδια πράγματα βλέπω κι εγώ με τη χάρη ακόμη πιο καλά, πιο καθαρά. Με τα μάτια τα σαρκικά βλέπεις τα πράγματα εξωτερικά. Με τα μάτια της ψυχής βλέπεις πιο βαθιά. Εσείς βλέπετε εξωτερικά, εγώ βλέπω και πώς είναι εσωτερικά. Βλέπω και διαβάζω την ψυχή του άλλου

Όταν "βλέπω" κάτι με τη χάρη του Θεού, το χαίρομαι πολύ κατά βάθος. Με την εν Κυρίω χαρά. Εκεί που με επισκέπτεται η χάρις του Θεού, εκεί που κοιτάζω και διαβάζω την ψυχή του άλλου διά της θείας χάριτος, τη στιγμή εκείνη η θεία χάρις φέρνει μέσα μου έναν ενθουσιασμό. Με τον ενθουσιασμό εκδηλώνεται η θεία χάρις, που φέρνει ένα είδος φιλικότητος, οικειότητος, αδελφικότητος, ενώσεως. Μετά απ' αυτήν την ένωση έρχεται μεγάλη χαρά, τόση χαρά που πάει να σπάσει η καρδιά μου. Φοβάμαι όμως να εκδηλωθώ. Βλέπω, αλλά δεν μιλάω, έστω κι αν μου το βεβαιώνει η χάρις ότι αυτά είναι αληθινά. Όταν, όμως, με πληροφορήσει η χάρις να μιλήσω, τότε μιλάω. Λέω μερικά πράγματα που ο Θεός φωτίζει να πω απ' την αγάπη μου για όλους. Για να αισθανθεί ο κόσμος το αγκάλιασμα που κάνει ο Χριστός σε όλους μας... [...] Σας λέω πολλά που είναι βαθιά, εσωτερικά, δικά μου. Ίσως κάποιος θα με παρεξηγούσε που δεν κρατάω μυστικά τα βιώματά μου, αυτά που μου αποκαλύπτει ο Θεός και λέω τόσα πολλά. Θα πει κανείς ότι είμαι εγωιστής, που λέω κι εγώ τα βιώματά μου. Το κάνω απ' την πολλή μου αγάπη για 'σας, τα παιδιά μου. Για να σας ωφελήσω να πάρετε κι εσείς αυτόν τον δρόμο. Τι λέει ο σοφός Σολομών; Κάπως το λέει αυτό... Λέει: "...ούτε μην φθόνω τετηκότι συνοδεύσω, ότι ούτος ου κοινωνήσει σοφία". Κι ακόμη κάτι: "Ουκ αποκρύψω υμίν μυστήρια". [...] "Μετάδοση" σημαίνει: Πήρες κάτι; Να το μεταδώσεις από αγάπη. Δεν πιστεύεις ότι έχεις κάτι δικό σου. Είναι του Θεού και το μεταδίδεις. Αυτό είναι αληθινή ταπείνωση

...Κι όταν καμιά φορά βλέπω ότι κάποιος πάει για καταστροφή στη ζωή του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Του το δείχνω λίγο, δεν καταλαβαίνει. Δεν πρέπει να επέμβω ισχυρά και να περιορίσω την ελευθερία του. Δεν είναι απλό το πράγμα

...Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ' αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους. Για πολλούς όμως η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μία αγωνία κι ένα άγχος. Γι' αυτό πολλούς απ' τους "θρήσκους" τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Κι έτσι είναι πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν τη ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό του κακού πνεύματος. Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είναι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε: "είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι" και μόλις βγούνε έξω αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. [...] Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως προϋπόθεση για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νου του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος της αλήθεια...

...Το ουσιαστικότερο είναι να φεύγεις απ' τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη. Η αγάπη εννοεί πάντα να κάνεις θυσίες...

...Ο Χριστός δεν θα μας αγαπήσει άμα εμείς δεν είμαστε άξιοι να μας αγαπήσει. Για να μας αγαπήσει, πρέπει να βρει μέσα μας κάτι το ιδιαίτερο. Θέλεις, ζητάεις, προσπαθείς, παρακαλείς, δεν παίρνεις όμως τίποτα. Ετοιμάζεσαι ν' αποκτήσεις εκεί που θέλει ο Χριστός, για να έλθει μέσα σου η θεία χάρις, αλλά δεν μπορεί να μπει, όταν δεν υπάρχει εκείνο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος. Ποιό είναι αυτό; Είναι η ταπείνωση. Αν δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν μπορούμε ν' αγαπήσουμε τον Χριστό. Ταπείνωση και ανιδιοτέλεια στη λατρεία του Θεού. "Μή γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου". Κανείς να μη σας βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ' αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σας έχω πει για τ' αηδονάκι; Μες στο δάσος κελαηδεί. Στη σιγή. Να πεις πως κάποιος τ' ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Κανείς. Πόσο ωραίο κελάηδημα μες στην ερημιά! Έχετε δει πώς φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα. Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, "στανεγμοίς αλαλήτοις"...

...Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον Χριστό. Το δόσιμο στον κόσμο τον πνευματικό. Ούτε μοναξιά νιώθει κανείς, ούτε τίποτα. Ζει μέσα σ' άλλον κόσμο. Εκεί που η ψυχή χαίρεται, εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει...

17 Ιαν 2013


Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Κάνεις δεν μπορεί να καυχηθεί ότι ασκεί την αγάπη ούτε ο πιο μεγάλος ευεργέτης. Μπροστά στην αγάπη του Θεού, η αγάπη των ανθρώπων είναι μηδαμινή, όση κι αν είναι. Η αγάπη είναι πολυμήχανος, ο Θεός να μας φωτίζει να εξασκούμε την αγάπη που Εκείνος θέλει.
 Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εξασκεί την αγάπη όπου ο Θεός τον τοποθέτησε. Αν ήθελε να με έχει στο κόσμο και να τρέχω στα νοσοκομεία θα με είχε στον κόσμο. Με έφερε ο Θεός στο μοναστήρι άρα ένα άλλο είδος αγάπης θα εξασκήσω.
 Βρίσκει τον άλλο κατάλληλο να μείνει στον κόσμο και του δίνει την δύναμη να τρέχει και να υποφέρει και να υπηρετεί τον άρρωστο τον ανήμπορο.
Έχει τον άλλον που κοιτάζει και διαθέτει τα κτήματα του για να βοηθά τους έχοντας ανάγκη και κανείς δεν παίρνει είδηση. Για όλους (υπάρχει) είναι δυνατή η εξάσκησης της αρετής, της αγάπης. Δεν είναι μονοπώλιο, για ορισμένους ανθρώπους. Όλοι μπορούν να την εξασκήσουν. Και ο πιο φτωχός και ο πιο αμαρτωλός και ο πιο Άγιος, όλοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πη: εγώ δεν μπορώ να εξασκήσω την αγάπη, ούτε κάποια μερίδα ανθρώπων να το πουν. Κάθε ένας είναι χρήσιμος εκεί που τον τοποθέτησε ο Θεός. Γι αυτό δεν τοποθετώ κανέναν πάνω από τους άλλους. Τον μοναχό ή την νοσοκόμα ή αυτούς που είναι στα γηροκομεία ή αυτούς που είναι άγνωστοι στην έρημο και προσεύχονται.
 Μια από τις ιδιότητες του Θεού είναι η αγάπη. « ο Θεός αγάπη εστί». Εξασκώντας εγώ την αγάπη, την ειλικρινή, την καθαρή αγάπη, αυτήν που αντέχει στα μάτια του Θεού (όχι την υποκριτική, όχι αυτή που βλέπει ο κόσμος και με επαινεί) αυτήν που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής μου ωφελούμαι γιατί αυτή η αγάπη αναπαύει τον Θεό, μας εξομοιώνει μαζί του. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό, δηλαδή τώρα, αν το μάτι του Θεού έπεφτε επάνω μου, αυτό που κάνω να είναι πραγματικά αυτό που θα το δει ο Θεός και θα ευχαριστηθεί.
Εμπόδιο στην αγάπη στέκει μονάχα η φιλαυτία μας, το εγώ μας. Όταν υπάρχει αγάπη, χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη δεν έχει παρέα, δεν έχει συντροφιά αποκλειστική, δεν έχει κύκλο στενό για να βρει την εφαρμογή της. Αγκαλιάζει τους πάντας όταν υπάρχει αληθινή αγάπη χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη προς το Θεό, προς τον πλησίον, απαιτεί θυσία. Σαν πρώτη μεγάλη θυσία είναι το εγώ μας. Δεν υπηρετείται ο Θεός χωρίς θυσία. Η αγάπη δεν έχει φιλία. Αν δηλαδή πάσχει η φίλη μου συμπάσχω, αλλ΄ αν τύχει κάποιος άγνωστος που θα έχει πρόβλημα θα μπορώ να τον συμπαρασταθώ το ίδιο; Πολύ περισσότερο εάν κάποιος σε έχει θίξει προσωπικά, σε έχει ζημιώσει, θα νοιώσεις μετά το ίδιο γι αυτόν; Θα τον συγχωρήσεις ή θα νιώσεις απόσταση μ΄ αυτόν; Ο άνθρωπος που έχει αγάπη πάντα τα δικαιολογεί. Η αγάπη θέλει καλούς λογισμούς. Ο Θεός θα μας δικαιώσει, αν με αδίκησαν. Ας ξεχάσω το κακό, ας ξεχάσω αυτό που μου στέρησαν.
 Η αγάπη δεν θέλει να θυμόμαστε το κακό. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να νοιώθει ικανοποίηση για το κακό που βρήκε αυτόν που μας έχει κάνει κακό, που μας αδίκησε κλπ να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε πολύ χαμηλά, πολύ φτωχά σκεπτόμαστε. «νίκα εν τω αγαθώ το κακό». Ο Θεός θέλει να ελεούμε, να συγχωρούμε. Έχει μεγάλη αξία η προσευχή αυτή την ώρα ιδιαίτερα μαλακώνει την ψυχή.
 Η ζήλια μειώνει την αγάπη, η φιλαυτία, τα δικαιώματα. Όταν τα βγάλουμε αυτά, γεμίζουμε απ΄ την αγάπη. Συνεχώς να πεθαίνει ο άνθρωπος χάριν της αγάπης. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό. Να λιώνει κάνεις χάριν της αγάπης, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα. Αν δεν το κάνει, να ζητά συγχώρεση από τον Θεό. Τις λεπτομερειες πρέπει να προσέχουμε τις γράφει ο Θεός.
Ό Θεός της αγάπης να μας φωτίζει να την βρίσκουμε όπως την θέλει Εκείνος και να την εξασκούμε εκεί που είμαστε. Να γίνουμε καλοί, να φύγει το παραμικρό που έχει δόση κακότητας να αυξήσουμε σε αρετή αγάπης και εξυπηρετικότατος. Μην υπερτιμούμε τον εαυτόν μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Να λέμε, Θεέ μου τίποτε δεν έκανα στη ζωή μου, ελέησε με εν ημέρα Κρίσεως. Το έλεος σου να το δείξεις τότε για τους γνωστούς και αγνώστους, για τους αγαπητούς και τους εχθρούς.

 Η Αγία Γερόντισσα Ακυλίνα της Σίψας ομιλεί περί αγάπης

11 Ιαν 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

                                       ΣΚΟΡΠΙΣΤΈ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΣ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΩΣ


<< Ας σκορπίζομε σε όλους την αγάπη μας ανιδιοτελώς, αδιαφορώντας για τη στάση τους. Οταν έλθει μέσα μας η χάρις του Θεού, δεν θα ενδιαφερόμαστε αν μας αγαπάνε η όχι, αν μας μιλάνε με καλοσύνη. Θα νιώθομε την ανάγκη εμείς να τους αγαπάμε όλους. Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη. Ας μη μας στενοχωρεί το αντίθετο. Ας αφήσομε τους άλλους μα μας μιλάνε όπως αισθάνονται. Ας μη ζητιανεύομε την αγάπη. Επιδίωξή μας να είναι ν΄ αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για κείνους. Τότε θα προσέξομε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκαμε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύομε την αγάπη τους. Θα μας αγαπάμε ελεύθερα και ειλικρινά από τα βάθη της καρδιάς τους χωρίς να τους εκβιάζομε. Θα αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζευόνται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.>>

9 Ιαν 2013


ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και  την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεοί, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.
Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια. Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιος από σας δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος. «Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στη πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση.
Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω…, από εκεί βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε; Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλο… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από τη στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς, δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.
Ο άνθρωπος ένα μόνο μπορεί να ξέρει: ότι δεν έχει καλή πνευματική κατάσταση. Ακόμη και να έχει, δεν την βλέπει, επειδή και τότε μόνο την αμαρτωλότητά του βλέπει. Γιατί όποιος αγωνίζεται για την πρόοδο την πνευματική, ποτέ δεν βλέπει την πρόοδό του∙ μόνο τις πτώσεις του βλέπει. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν τη ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.
Όταν υπάρχει ταπείνωση ο διάβολος δεν μπορεί να ρίξει την ψυχή. Ο ταπεινός δεν πέφτει, γιατί βαδίζει χαμηλά. Ο Γερο- Αββακούμ, όταν ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, τι είχε πάθει! Μια μέρα που έκανε προσευχή με το κομποσκοίνι επάνω σ’ ένα βράχο του παρουσιάζεται ξαφνικά ο διάβολος ως «άγγελος φωτός». «Αββακούμ, του λέει, με έστειλε ο Θεός να σε πάρω στον Παράδεισο γιατί έγινες πια άγγελος∙ έλα να πετάξουμε». «Μα εσύ έχεις φτερά, του λέει ο Γέροντας Αββακούμ, εγώ πώς θα πετάξω;». Και ο δήθεν άγγελος του λέει: «Κι εσύ έχεις φτερά, αλλά δεν τα βλέπεις». Τότε ο Γερο-Αββακούμ έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, τι είμαι εγώ για να πετάξω;». Αμέσως ο δήθεν άγγελος έγινε ένα μαύρο παράξενο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας και εξαφανίστηκε.
Βλέπετε πως με την ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου;
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου

7 Ιαν 2013


Η Αγία Κυράννα

Εορτάζει στις 8 Ιανουαρίου εκάστου έτους.

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΑΝΝΑ - ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η Αγία Κυράννα γεννήθηκε στην Αβυσσώκα της Θεσσαλονίκης, σημερινή Όσσα της επαρχίας Λαγκαδά.
Η ομορφιά της ψυχής της συμβάδιζε με την εξωτε­ρική της ωραιότητα, αφού ήταν προικισμένη με τις αρε­τές της σεμνότητας και της σωφροσύνης. Έτσι περνού­σε τη ζωή της κοντά στους γονείς της. Ο μισόκαλος ό­μως διάβολος τη φθόνησε για την αγνότητα της και α­φού δεν μπόρεσε με πονηρούς λογισμούς και αμαρτωλές σκέψεις να την παρασύρει στο κακό και να την μεταβά­λει σε όργανό του, βρήκε άλλο τρόπο να ταράξει την ευ­τυχία των δικών της και τη γαλήνη της νεανικής και πε­ντακάθαρης ψυχής της.
Ένας τούρκος λοιπόν γενίτσαρος, που ήταν σούμπασης, δηλαδή διοικητής του αστυνομικού τμήματος και εισπράκτορας των φόρων από τα εισοδήματα, ερωτεύθη­κε την Κυράννα και προσπαθούσε να την κατακτήσει με διάφορες κολακείες. Η Κυράννα με κανένα τρόπο δε δε­χόταν τις κολακείες του τούρκου και τις μεγάλες του υ­ποσχέσεις για λίρες και φορέματα. Ούτε όμως και τις φοβέρες του, ότι θα την βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα την θανάτωνε αν δε δεχόταν το σκοπό του.
Η επιμονή του γενίτσαρου δεν μπόρεσε να μεταβά­λει το Χριστιανικό της φρόνημα. Έτσι απογοητευμένος ο γενίτσαρος μαζί με άλλους γενίτσαρους αρπάζουν την αγία και την οδηγούν στη Θεσσαλονίκη. Την φέρνουν μπροστά στον Κριτή με την ψευδή κατηγορία ότι δήθεν στην αρχή δέχθηκε να τον παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη. Οι γονείς της την ακολούθησαν μέχρι τη Θεσσαλο­νίκη.
Οι τούρκοι άρχισαν την ίδια τακτική, στην αρχή κο­λακείες, και μετά την αγριότητα. Η Κυράννα άφοβη, ατάραχη μπροστά στους βια­στές της θέλησής της δε μιλούσε.

Είπε μόνο τα λόγια:
«Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω νυμφίον τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον προσφέρω ως προί­κα την παρθενίαν μου και αυτόν επόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου και δια την αγάπην του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, δια να αξιωθώ να τον απολαύσω. ακού­σατε λοιπόν την απάντησή μου και πλέον άλλον λόγο μη περιμένετε να σας πω».
Ύστερα από την απάντηση έσκυψε η Κυράννα με πολλή σεμνότητα το κεφάλι της σιώπησε και προσευχό­ταν νοερά στον Κύριο να την ενδυναμώσει μέχρι το τέ­λος του μαρτυρίου.
Οι τούρκοι όταν είδαν την Πίστη της στο Χριστό ντροπιάστηκαν και την έρριξαν στη φυλακή. Ο σούμπασης, έλαβε άδεια από τον μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, τον αλή εφέντη να μπαίνει στη φυλακή όποτε θέ­λει. Έμπαινε τακτικά με άλλους γενίτσαρους και την βασάνιζαν. Άλλος την κλωτσούσε, άλλος τη χτυπούσε με ξύλο ή με μαχαίρι και άλλος με γροθιές μέχρι να λιποθυμήσει. Το βράδυ ο δεσμοφύλακας την κρεμούσε α­πό τις μασχάλες με αλυσίδες και την έδερνε με ό,τι έβρι­σκε και την άφηνε κρεμασμένη μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο.
Ένας Χριστιανός φύλακας τον πλησίαζε μόλις περνούσε ο θυμός του και τον παρακαλούσε να του δώσει ά­δεια να ξεκρεμάσει την Αγία.

Εδώ σημειώνει ο συγγραφέας του μαρτυρίου της τα εξής:

«Η Αγία είχε τόσην υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, όπου σου εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη και ό­λος ο νους της και η προσοχή της, ευρίσκετο εις τους Ου­ρανούς και εις τον Χριστόν».
Στην ίδια φυλακή ήταν φυλακισμένοι και άλλοι Χρι­στιανοί, εβραίοι και μερικές τουρκάλες που έλεγχαν το δεσμοφύλακα ως άσπλαχνο και μη φοβούμενο τον Θεό, γιατί τυραννούσε σκληρά μια γυναίκα που δεν έσφαλε σε τίποτε.
Αυτός όμως αντιθέτως γινόταν όλο και πιο σκληρός. Τα φρικτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν επί μία ε­βδομάδα.
Την έβδομη ημέρα κορυφώθηκαν τα βασανιστήρια. Ο δεσμοφύλακας οργισμένος άρπαξε την Αγία, την κρέ­μασε και άρχισε να την χτυπάει αλύπητα με μια μεγάλη ξύλινη σχίζα, οι τουρκάλες φώναζαν, οι φυλακισμένοι όλοι τον μάλωναν δυνατά και ο δεσμοφύλακας έπεσε κά­τω μπρούμυτα και άρχισε να κλαίει.
Εκείνη τη στιγμή η Αγία άφηνε την τελευταία της πνοή και η ψυχή της πετούσε για να ενωθεί με το Χρι­στό που τόσο ποθούσε και για Χάρη Του μαρτύρησε. Στις 4 με 5 η ώρα το πρωί ένα μεγάλο φως έλαμψε ξαφνι­κά στη φυλακή που κατέβηκε σαν αστραπή από τη σκε­πή της. Το φως αυτό περιέλουσε το σώμα της μάρτυρος και φωτίστηκε όλη η φυλακή. Οι φυλακισμένοι Χριστιανοί φώναζαν το «Κύριε ελέησον» οι εβραίοι πέσανε μπρούμυτα και οι τουρκάλες φώναζαν: «αχ, αχ, το κρίμα της φτωχής Ρωμαίας μας έφθασε και έπεσε σαν αστραπή να μας καύψη». Ο δεσμοφύλακας από το φόβο του άρχισε να τρέμει και είπε στον φύλακα Χριστιανό να κατε­βάσει την κρεμασμένη Κυράννα. Ο φύλακας βρήκε την Αγία Κυράννα τελειωμένη.
Το φως σιγά-σιγά υποχώρησε, μια άρρητη όμως ευ­ωδία έμεινε για πολλή ώρα σε όλη τη φυλακή.
Ο φύλακας άνοιξε με τα κλειδιά τα σίδερα, έλυσε τα χέρια της Αγίας, σκέπασε με σεβασμό το Άγιο Λείψα­νο, άναψε τα φώτα, θύμιασε και κάθησε κοντά της, ώ­σπου να ξημερώσει. Δόξασε το Θεό που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμαστά πράγματα αλλά και να πιάσει και να περιποιηθεί μαρτυρικό λείψανο.
Το πρωί διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλονίκη η φήμη της τελείωσης της Αγίας και η έλλαμψη του Αγίου Φω­τός. Οι τούρκοι ντροπιασμένοι σιωπούσαν, έδωσαν την άδεια στους Χριστιανούς να πάρουν το Λείψανο της Α­γίας και οι Χριστιανοί ένιωθαν χαρά και ευφροσύνη για τα θαυμάσια του Αληθινού και Ζωντανού Θεού μας.
Την έθαψαν έξω από τη Θεσσαλονίκη εκεί όπου ε­νταφίαζαν και τους άλλους Ορθοδόξους Χριστιανούς, και τα φορέματά της τα μοίρασαν για ευλογία στους πι­στούς. Ήταν 28 Φεβρουαρίου 1751 μ.Χ.

Η Εκκλησία ψάλλει αιώνες τώρα.

«Άγιοι Μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες, πρεσβεύσατε προς Κύριον, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών».

* * *
Απολυτίκιον της Αγίας
(ως προς τον Συνάναρχον Λόγον)

Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθε­ρά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν.

«Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». Ευαγγέλιο Ματθ. 10, 22
«Δι' υπομονής τρέχομεν τον προκείμενον ημίν αγώνα». Απ. Παύλος προς Εβραίους 12, 1.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»