30 Νοεμβρίου
Πορεία ἁγιασμοῦ
Τήν τελευταία μέρα τοῦ Νοεμβρίου ἡ μορφή τοῦ Πρωτοκλήτου ἀποστόλου ᾿Ανδρέα μᾶς δίνει ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅπως δίνει καί τό ὄνομα στό μήνα· εἶναι γνωστό ὅτι σέ πολλά μέρη τῆς πατρίδας μας ὁ Νοέμβριος ὀνομάζεται ᾿Αντριάς (= ᾿Ανδρέας).
Σεμνή καί ταπεινή ἡ μορφή τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα καλύπτεται συνήθως στίς εὐαγγελικές διηγήσεις πίσω ἀπό τή δυναμική προσωπικότητα τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ του, τοῦ κορυφαίου τῶν μαθητῶν Πέτρου. ᾿Ελάχιστα περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὅπως ἄλλωστε καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη. Μερικά ἀπό αὐτά εἶναι· ἡ πρώτη γνωριμία του μέ τόν Κύριο, στόν ὁποῖο ἀμέσως μετά ὁδήγησε τόν ἀδελφό του Πέτρο· ἡ ἐνεργός παρουσία του στό χορτασμό τῶν πέντε χιλιάδων λαοῦ καί στή συνάντηση τοῦ ᾿Ιησοῦ μέ κάποιους ῞Ελληνες, πού ζητοῦσαν νά τόν δοῦν. Εἶναι ὅμως ἀρκετά τά περιστατικά αὐτά, γιά νά μᾶς δώσουν τά δικά τους μοναδικά μαθήματα σήμερα.
῎Ηδη ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ ᾿Ανδρέα μέ τόν Κύριο δίνει τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς σεμνῆς ἀλλά ὄχι ἀσήμαντης προσωπικότητάς του. Εἶναι ὁ εἰλικρινής καί βαθύς πόθος του νά συναντήσει τόν Μεσσία. Αὐτός ὁ πόθος εἶχε ὁδηγήσει τόν ἄσημο ψαρά τῆς Γαλιλαίας στήν ἔρημο τοῦ ᾿Ιορδάνη, ὅπου κήρυττε ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής τοῦ Κυρίου ᾿Ιωάννης. Κι ὅταν ἀπό τά ἀσκητικά χείλη τοῦ Προδρόμου ἄκουσε τή σύσταση γιά τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ», τόν πλησίασε μαζί μέ τόν συμμαθητή του, τόν εὐαγγελιστή ᾿Ιωάννη. Ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τούς κάλεσε· «ἔρχεσθε καί ἴδετε». Κι ὁ ᾿Ανδρέας ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση. ῎Ετσι εἶναι ὁ Πρωτόκλητος.
«Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν!», ἔσπευσε νά ἐκμυστηρευθεῖ στόν ἀδελφό του Πέτρο, ὁδηγώντας κι ἐκεῖνον στόν ᾿Ιησοῦ. Πόση χαρά, πόση ἀνακούφιση κι εὐγνωμοσύνη, πόσο ἐνθουσιασμό καί αἰσιοδοξία κλείνει ἐκεῖνο τό «εὑρήκαμεν»! Στό πρόσωπο τοῦ Μεσσία ὁ ᾿Ανδρέας εἶχε ἐπενδύσει τά πιό μεγαλόπνοα ὄνειρα, τίς πιό ζωηρές του ἐλπίδες. Γι᾿ αὐτό μόλις τόν συνάντησε, τοῦ παρέδωσε ἀνεπιφύλακτα τόν ἑαυτό του χωρίς ἄλλες ἀξιώσεις, χωρίς ἄλλα ζητούμενα. Στόχος του ἀπό κεῖ κι ὕστερα μέχρι τή στερνή του ὥρα, ὅταν -σάν τόν Κύριό του- σταυρώθηκε στήν Πάτρα, ἦταν πῶς νά ὁδηγήσει κι ἄλλες ψυχές στή σωτηρία, πού κοντά στόν Χριστό γεύθηκε.
Κι ἔγινε ὁ ἀπόστολος ᾿Ανδρέας τό ὑπόδειγμα καί τό ὁρόσημο στήν πορεία κάθε ψυχῆς πρός τή λύτρωση. Στήν ἀποστολική ἐποχή ἀλλά καί σέ κάθε ἄλλη -καί στή δική μας- δέν μπορεῖ κανείς νά συναντήσει τόν Χριστό, νά βρεῖ τή λύτρωση, ἄν δέν νιώθει μέσα του βαθειά τήν ἐπιθυμία καί τήν ἀνάγκη γι᾿ αὐτό. Πάνω ἀπό κάθε πόθο καί κάθε ἐπιδίωξη, πέρα ἀπό κάθε ἐπιτυχία καί καταξίωση, στέκει ὁ πόθος γιά τή σωτηρία. Χαρά σ᾿ ὅποιον δέν φίμωσε μέσα του αὐτόν τόν πόθο. Δέν θά ἀργήσει νά τοῦ τόν ἐκπληρώσει ὁ Κύριος.
Καί κάτι ἀκόμη· ὅποιος ζήσει τή λύτρωση κοντά στόν Χριστό δέν ἀπολαμβάνει φίλαυτα καί ἐγωιστικά τή χαρά του. Σπεύδει νά γίνει ὁ καλός ἄγγελος γιά τή σωτηρία καί ἄλλων ψυχῶν. Θέλει συνοδοιπόρους στήν πορεία τοῦ ἁγιασμοῦ του. Αὐτό μᾶς μηνύει ὁ ἅγιος ἀπόστολος ᾿Ανδρέας.
Στέργιος Ν. Σάκκος
| |
Ἰσαάκ Σύρου

Ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων.
Ὁ ἐλεήμων νὰ δίνει ἐλεημοσύνη ἀπ” αὐτὰ πού ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μὲ τὸ δικό του μόχθο καὶ πόνο, καὶ ὄχι ἀπ” αὐτὰ πού κέρδισε μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀδικία καὶ μὲ πονηριές. Ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε: Ἂν θέλεις νὰ σπείρεις τὴν ἀγάπη σου στοὺς φτωχούς, νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ δικά σου. Ἂν πάλι θέλεις νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν ξένων, πού ἀπέκτησες ἄδικα, νὰ γνωρίζεις ὅτι θὰ γίνουν γιὰ σένα πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα. Σᾶς λέω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ἂν ὁ ἐλεήμων δὲν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἐλεήμων˙ γιατί πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ δικά του νὰ δίνει ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ ὑπομένει τὶς ἀδικίες πού τοῦ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐλεεῖ αὐτοὺς πού τὸν ἀδικοῦν.
Ὅταν νικήσει τὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, ὄχι μὲ τὰ στεφάνια τῶν δικαίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὰ στεφάνια τῶν τελείων, πού ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο. Γιατί τὸ νὰ δίνει κανεὶς στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ δικά του καὶ νὰ ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἀδικεῖ, οὔτε νὰ λέει ψέματα, αὐτὰ καὶ ὁ παλιὸς νόμος τὰ ἀπαιτοῦσε. Ὅμως ἡ τελειότητα τῆς οἰκονομίας τοῦ Εὐαγγελίου ἔτσι προστάζει: «ἀπ” αὐτὸν πού ἁρπάζει τὰ πράγματά σου μὴν τὰ ζητᾶς πίσω καὶ νὰ δίνεις σ” ὁποῖον ζητάει ἀπὸ σένα, χωρὶς διάκριση», ἂν εἶναι συγγενής σου ἡ ξένος κ.λπ. (Λουκ. 6, 30).
Καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σοῦ ἔρχονται, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς πού δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Ὅποιος λοιπὸν ἀκούσει ἤ δεῖ μὲ τὰ μάτια του ὅτι κάτι στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονάει καὶ καίεται ἡ καρδιὰ του γι” αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων.
Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του.
Ἡ ἀγάπη δὲν γνωρίζει τὴν ντροπὴ οὔτε τὰ μέτρα της.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν γνωρίζει τὴν ντροπὴ γι” αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζει τὴν τυποποιημένη κοσμιότητα. Ἡ ἀγάπη ἔχει τὸ φυσικὸ ἰδίωμα νὰ μὴ γνωρίζει σὲ ποιὰ μέτρα βρίσκεται. Εὐτυχὴς εἶναι ἐκεῖνος πού βρῆκε ἐσένα, πού εἶσαι τὸ λιμάνι κάθε χαρᾶς!
Ἡ ἐλεημοσύνη μᾶς κάνει ὅμοιους μὲ τὸν Θεό.
Θέλεις νὰ ἔχεις πνευματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπολαύσεις ἐκείνη τὴν ἡδονὴ πού εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις; Ἀκολούθησε τὴν ἐντολὴ τῆς ἐλεημοσύνης. Αὐτὴ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅταν βρεθεῖ μέσα στὴν καρδιά σου, εἰκονίζει μέσα σου ἐκεῖνο τὸ ἅγιο κάλλος τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖο ἤδη ἔγινες ὅμοιος μὲ αὐτόν.
Νὰ ἐξισώσεις ὅλους τούς ἀνθρώπους στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν τιμή.
Ἀδελφέ μου ἀσκητή, ἄν σοῦ περισσεύει κάτι ἀπ” αὐτὰ πού σοῦ χρειάζονται γιὰ σήμερα, δῶσ” το στοὺς φτωχοὺς καὶ πήγαινε νὰ προσφέρεις τὶς προσευχές σου στὸν Θεὸ μὲ παρρησία. Μίλησε δηλ. μὲ τὸν Θεὸ σὰν γιὸς μὲ πατέρα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν καρδιὰ μας κοντὰ στὸν Θεό, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ τίποτε δὲν προκαλεῖ στὸ νοῦ τόση γαλήνη, ὅση ἡ θεληματικὴ φτώχεια.
Καλύτερα νὰ σὲ λένε οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι ἀμαθή γιὰ τὴν ἁπλότητα τῶν τρόπων σου, παρὰ νὰ δοξάζεσαι ὡς σοφὸς καὶ πανέξυπνος. Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι πάνω σὲ ἄλογο καὶ ἁπλώσει πρὸς τὸ μέρος σου τὸ χέρι του γιὰ νὰ πάρει ἐλεημοσύνη, μὴν τὸν ἀφήσεις νὰ φύγει μὲ ἄδεια χέρια, διότι ὁπωσδήποτε ἐκείνη τὴν ὥρα εἶναι ἐνδεής, ὅπως ἕνας φτωχός.
Ὅταν λοιπὸν δίνεις, νὰ δίνεις μεγαλόψυχα καὶ μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ νὰ δίνεις περισσότερο ἀπ” ὅσο σοῦ ζητᾶνε. Διότι λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Στεῖλε τὸ ψωμί σου στὸ φτωχὸ καὶ σὲ λίγο θὰ βρεῖς τὴν ἀνταπόδοση».
Μὴν ξεχωρίσεις τὸν πλούσιο ἀπὸ τὸ φτωχὸ καὶ μὴ θέλεις νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ἄξιος καὶ ποιὸς ἀνάξιος, ἀλλὰ νὰ εἶναι γιὰ σένα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἴσοι, προκειμένου νὰ τοὺς κάνεις τὸ καλό. Γιατί μ” αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ μπορέσεις νὰ ἑλκύσεις στὸ καλὸ καὶ αὐτοὺς πού δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἐλεήσεις διότι ἡ ψυχὴ γρήγορα ἕλκεται ἀπὸ τὶς σωματικὲς εὐεργεσίες στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος καθόταν καὶ ἔτρωγε στὰ τραπέζια μὲ τοὺς τελῶνες καὶ τὶς πόρνες καὶ δὲν ξεχώριζε τοὺς ἀνάξιους, γιὰ νὰ τοὺς ἑλκύσει ὅλους, μὲ τὸ ἔλεός του, στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ πλησιάσουν στὰ πνευματικὰ μέσω τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι” αὐτὸ τὸ λόγο, στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν τιμή, ἐξίσωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους, εἴτε εἶναι κάποιος Ἰουδαῖος, εἴτε ἄπιστος, εἴτε φονιὰς καὶ μάλιστα διότι εἶναι ἀδελφός σου καὶ ἔχει τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση μὲ σένα καὶ πλανήθηκε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει.
Ὅταν κάνεις ἕνα καλὸ σὲ κάποιον, μὴν περιμένεις ἀνταμοιβὴ ἀπὸ μέρους του καί, ἔτσι, θὰ λάβεις ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὰ δύο: καὶ γιὰ τὸ καλὸ πού ἔκανες καὶ γιατί δὲ ζήτησες ἀναγνώριση. Καὶ ἄν σοῦ εἶναι δυνατό, οὔτε γιὰ τὴ μέλλουσα ἀνταμοιβὴ νὰ κάνεις τὸ καλό, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν γνωρίζει τί θὰ πεῖ ἀνταμοιβή.
Ἐλέησε τὸν ἁμαρτάνοντα, τὸν ἀσθενῆ καὶ τὸ λυπημένο. Σκέπασε τὸν ἁμαρτάνοντα, ὅταν δὲν ἔχεις ἀπ” αὐτὸ πνευματικὴ ζημία. Ἔτσι καὶ αὐτὸν τὸν κάνεις νὰ ἔχει θάρρος στὸν ἀγώνα του καὶ ἐσένα σὲ στηρίζει τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου σου. Στήριζε μὲ τὸ λόγο σου τοὺς ἀσθενεῖς καὶ αὐτοὺς πού ἔχουν λυπημένη καρδιὰ καί, ὅσο στὸ χέρι σου ἔχεις ὑλικὰ ἀγαθά, ἐλέησέ τους καὶ θὰ σὲ ὑποστηρίξει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού συντηρεῖ τὰ πάντα.
Νὰ μοιράζεσαι τὴ λύπη τῶν ἀνθρώπων πονώντας γι” αὐτοὺς στὴν προσευχή σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ καὶ θ” ἀνοίξει μπροστὰ στὶς ἱκεσίες σου ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἐλεήμων εἶναι ἰατρὸς τῆς ψυχῆς του.
Καὶ τοῦτο, ἀδελφέ μου, σοῦ παραγγέλνω. Ἂς γέρνει πάντοτε μέσα σου ὁ ζυγὸς τῆς ἐλεημοσύνης, μέχρι νὰ αἰσθανθεῖς στὴν καρδιά σου ἐκεῖνο τὸ ἔλεος πού πρέπει νὰ ἔχεις γιὰ τὸν κόσμο.
Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος εἶναι ἰατρὸς τῆς ψυχῆς του διότι σὰν βίαιος ἄνεμος ἀποδιώκει ἀπὸ μέσα του τὸ σκοτάδι πού προκαλοῦν τὰ πάθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸ χρέος πού ἔχουμε πρὸς τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο τῆς αἰωνίου ζωῆς.
«Κλαίειν μετὰ κλαιόντων».
Νὰ εὐφραίνεσαι μαζὶ μὲ αὐτοὺς πού εὐφραίνονται καὶ νὰ κλαῖς μαζὶ μὲ αὐτοὺς πού κλαῖνε. Αὐτὸ φανερώνει τὴν καθαρή σου καρδιά. Μὲ τοὺς ἀρρώστους ἀρρώστησε καὶ σύ. Μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ κλάψεις. Μὲ αὐτοὺς πού μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους νὰ χαρεῖς. Νὰ εἶσαι φίλος μὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ συγκεντρώνεσαι στὸν ἑαυτό σου.
Νὰ ζεῖς κατὰ κάποιον τρόπο τὰ παθήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά, σὰν μοναχὸς πού εἶσαι, νὰ μὴ ζεῖς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἐλέγξεις κανέναν σὰν νὰ εἶσαι ἐσὺ κάτι παραπάνω ἀπ” αὐτόν, οὔτε νὰ ὀνειδίσεις καὶ νὰ προσβάλεις ἄνθρωπο, ἀκόμη κι αὐτοὺς πού ἔχουν πολὺ κακὸ βίο καὶ πολιτεία. Ἅπλωσε τὸ φόρεμα τῆς στοργῆς σου καὶ σκέπασε αὐτὸν πού ἁμαρτάνει καὶ ἂν δὲν μπορέσεις νὰ πάρεις ἐπάνω σου τὰ ἁμαρτήματά του καὶ τὴν τιμωρία καὶ τὴν ντροπή του, τουλάχιστο κᾶνε ὑπομονὴ καὶ μὴ τὸν ντροπιάζεις μπροστά σου, ἡ μπροστὰ στὸν κόσμο.
Τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ ὁ πόνος τῆς ἀγάπης.
Ἐὰν δώσεις κάτι στὸ φτωχό, νὰ τὸ δώσεις μὲ πρόσωπο ἱλαρὸ καὶ μὲ καλὰ λόγια νὰ τὸν παρηγορήσεις γιὰ τὴ θλίψη του. Ὅταν κάνεις αὐτὸ πού εἶπα, ἡ ἱλαρότητα τοῦ προσώπου σου κυριαρχεῖ στὸ μυαλὸ τοῦ περισσότερο παρὰ αὐτὸ πού χρειαζόταν καὶ τὸ ἔλαβε.
Ὅταν ἀνοίξεις τὸ στόμα σου καὶ μιλήσεις ἐναντίον κάποιου, νὰ θεωρήσεις τὸν ἑαυτό σου νεκρὸ καὶ ἄκαρπο γιὰ τὸν Θεὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ ὅτι ὅλα τὰ καλά σου ἔργα πῆγαν χαμένα, κι ἂν ἀκόμη ἔχεις τὴ γνώμη ὅτι ὁ λογισμός σου σὲ προέτρεψε νὰ μιλήσεις μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσεις. Ποιὰ ἀνάγκη ὑπάρχει, ἀλήθεια, νὰ γκρεμίσεις μὲ τὰ λόγια σου τὸ δικό σου πνευματικὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοῦ ἀλλουνοῦ;
Ἂν ἔχεις μέσα σου λύπη, γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πού γιὰ κάποιο λόγο, σωματικὰ ἡ ψυχικά, εἶναι ἄρρωστος, ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου μάρτυρα καὶ νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι ἔπαθες γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἀξιώθηκες νὰ τὸν ὁμολογήσεις ὅπως οἱ ὁμολογητές. Θυμήσου βέβαια ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ὄχι γι” αὐτοὺς πού πιστεύουν πώς εἶναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαῖο εἶναι νὰ φέρεσαι ἔτσι. Μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ λυπᾶται ἡ καρδιά σου γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ νὰ εὐεργετεῖς τοὺς ἁμαρτωλοὺς μᾶλλον παρὰ τοὺς δικαίους.
Ἡ ἐλεημοσύνη τὸν Θεοῦ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴ δικαιοκρισία.
Ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), ὅταν συνυπάρχουν μέσα στὴν ἴδια ψυχή, μοιάζουν μὲ τὸν ἄνθρωπο πού, μέσα στὸν ἴδιο ναό, προσκυνεῖ τὸν Θεὸ καὶ τὰ εἴδωλα. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴ δικαιοκρισία. Ἡ δικαιοκρισία μετράει καὶ ἀποδίδει ἀκριβῶς τὰ ἴσα. Γιατί στὸν καθένα δίνει ὅ,τι τοῦ ἀξίζει καὶ δὲν γέρνει πρὸς τὸ ἕνα μέρος οὔτε προσωποληπτεῖ κατὰ τὴν ἀνταπόδοση τοῦ δικαίου.
Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως εἶναι λύπη τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν ἀνήμπορο. Ἡ ἐλεημοσύνη κινεῖται ἀπὸ τὴ Θεία χάρη καὶ ξεστρατίζει γιὰ νὰ βοηθήσει ὅλους μὲ συμπάθεια καὶ στὸν ἄξιο τιμωρίας δὲν ἀνταποδίδει τὸ κακὸ καὶ τὸν ἄξιο τοῦ καλοῦ ἐπαίνου τὸν φορτώνει μὲ ἀγαθά.
Ὅπως τὸ ξερὸ χορτάρι καὶ ἡ φωτιὰ δὲν μποροῦν νὰ βρεθοῦν μαζὶ στὸν ἴδιο χῶρο, ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ συνευρίσκονται στὴν ἴδια ψυχὴ ἡ δικαιοκρισία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ ὅπως δὲν μποροῦν νὰ ἰσοζυγιαστοῦν στοὺς δίσκους τῆς ζυγαριᾶς ἕνας κόκκος ἄμμου ἀπὸ τὴ μία καὶ τὸ πολὺ βαρὺ χρυσάφι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔτσι καὶ ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξομοιωθεῖ στὸ βάρος καὶ νὰ ἰσοζυγιαστεῖ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη του.
Καὶ ὅπως μία χουφτιὰ ἄμμου, πού πέφτει σὲ μεγάλη θάλασσα, χάνεται, ἔτσι καὶ τὰ ἁμαρτήματα ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν μπροστὰ στὴ φιλάνθρωπη πρόνοια καὶ στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ φράξει κανεὶς μία πηγὴ μὲ πολὺ νερὸ μὲ μία χούφτα χῶμα, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ νικηθεῖ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν κακία τῶν κτισμάτων του. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐμποδίσουμε τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὰ ἐπάνω, ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ προσευχὲς τῶν ἐλεημόνων νὰ ἀνέβουν στὸν οὐρανό.
Νὰ γίνεις κήρυκας τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού, ἐνῶ εἶσαι ἀνάξιος, σὲ φροντίζει καί, ἐνῶ τὰ χρέη σου σ” αὐτὸν εἶναι πολλά, δὲν σὲ ἐκδικεῖται, παρὰ γιὰ τὰ μικρὰ καλά ἔργα σου ἀντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μὴ καλέσεις λοιπὸν τὸν Θεὸ δίκαιο, γιατί ἡ δικαιοσύνη του δὲν φαίνεται στὰ ἁμαρτωλά σου ἔργα. Καὶ ἂν ὁ Δαβὶδ τὸν ὀνομάζει δίκαιο καὶ εὐθύ, ὅμως ὁ Υἱὸς τοῦ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς φανέρωσε «ὅτι μᾶλλον εἶναι ἀγαθὸς καὶ χρηστὸς» (Λουκ. 6, 35). Εἶναι ἀγαθός, λέει, γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀσεβεῖς. Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ ὀνομάζεις τὸν Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσεις στὸ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου πού γράφει γιὰ τὸ μισθὸ τῶν ἐργατῶν; Λέει λοιπὸν ἐκεῖ: «Φίλε, δὲν σὲ ἀδικῶ. Θέλω νὰ δώσω σ” αὐτὸν τὸν τελευταῖο ὅσα καὶ σὲ σένα. Ἤ μήπως, ἐπειδὴ εἶμαι καλός, τὸ μάτι σου γεμίζει ἀπὸ ζήλια;» (Ματθ. 20, 13).
Πῶς πάλι μπορεῖ νὰ ὀνομάζει κανεὶς τὸν Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσει γιὰ τὸν ἄσωτο γιό, πού σκόρπισε τὸν πλοῦτο ἀσωτεύοντας; Πῶς ἔτρεξε ὁ πατέρας του καί, μόνο μὲ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ πού ἔδειξε, ἔπεσε στὸν τράχηλό του καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία νὰ χαίρεται μέσα στὸν πλοῦτο του; Καὶ αὐτὰ βέβαια γιὰ τὸν πατέρα του δὲν τὰ εἶπε κανένας ἄλλος, ὥστε νὰ διστάσουμε νὰ τὸν πιστέψουμε, ἀλλ” ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς μὲ τὴ δική του μαρτυρία μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἔτσι ἔχει τὸ πράγμα. Ποῦ βλέπεις λοιπὸν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Στὸ ὅτι ἤμασταν ἁμαρτωλοὶ καὶ ὁ Χριστὸς πέθανε γιά μᾶς; Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς σ” αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶναι ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἂς πιστέψουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλοιωθεῖ.
Λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος στὴν ἑρμηνεία τῆς Γενέσεως: Νὰ φοβᾶσαι τὸν Θεὸ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σκληρὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης πού τοῦ δώσανε. Ἀγάπησέ τον, λοιπόν, ὅπως ἔχεις χρέος νὰ τὸν ἀγαπήσεις καὶ ὄχι γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ πού περιμένεις νὰ σοῦ δώσει, ἀλλὰ γιὰ ὅσα λάβαμε καὶ μόνο γιὰ τοῦτον τὸν κόσμο πού δημιούργησε γιά μᾶς καὶ μᾶς τὸν χάρισε. Γιατί, εἶναι κανεὶς πού μπορεῖ νὰ ἀνταμείψει τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι μᾶς χάρισε; Ποῦ εἶναι ἡ δίκαιη ἀνταπόδοση στὰ ἔργα μας; Ποιὸς ἔπεισε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δημιουργήσει; Καὶ ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν παρακαλεῖ γιὰ λογαριασμό μας ὅταν γινόμαστε ἀχάριστοι; Καὶ ὅταν κάποτε δὲν ὑπήρχαμε, ποιὸς ξύπνησε ἐκεῖνο τὸ σῶμα μας καὶ τὸ ἔφερε στὴ ζωή;
Ἂς νιώθουμε, λοιπόν, εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη γιὰ ὅσα ἡ ἄφατη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μᾶς χάρισε καὶ συνεχίζει νὰ μᾶς χαρίζει.