26 Μαΐ 2010

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος


Εορτή: 27 Μαϊου



Ήταν ένας φτωχός σκλάβος κατά τους ανθρώπους, όμως ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ από τα πάθη και την αμαρτία κατά Θεόν। Γι' αυτό ο Θεός τον ενέδυσε με πρόγευση αφθαρσίας, και τον πλούτισε με ανεκτίμητα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στους αιώνες.


Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ν. Ρωσίας, γύρω στα 1690, από ενάρετους και πιστούς Ορθόδοξους γονείς.
Στα χρόνια του Μεγάλου Πέτρου, έλαβε μέρος στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1710-11 και αιχμαλωτίστηκε - όπως και χιλιάδες άλλοι συμπολεμιστές του - από τους Τατάρους! Αυτοί με τη σειρά τους, τον πούλησαν σε ένα Οθωμανό Αξιωματικό Ίππαρχο, ο οποίος έμενε στο Προκόπι της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία.
Εκεί, παρότι πιέστηκε σκληρά να αρνηθεί την Πίστη μας, απαντούσε ακλόνητος «Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θέλω να θα πεθάνω», χωρίς να καμφθεί από τα φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, που του καίγανε ως και το κεφάλι με πύρινο τάσι, γινόμενος Ομολογητής γενναίος!
Τότε είναι που τον έριξε ο Τούρκος σε ένα υπόγειο στάβλο, όπου και έζησε με ταπείνωση και τέλεια υπομονή, μαζί με τα ζώα, ξυπόλητος, στο κρύο, στη σκλαβιά, σε μια τιτάνια πνευματική άσκηση, δοξάζοντας το Θεό.
Τις νύχτες πάλι, εκείνος ο σκλάβος, ο δούλος, έτρεχε με όλη τη βαριά κούραση της ημέρας και αγρυπνούσε προσευχόμενος στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, που ήταν λαξευμένο στα σπλάχνα του Καππαδοκικού βράχου, όπου και αργότερα θα Κοινωνούσε κρυφά, Σώμα και Αίμα Χριστού, κάθε Σάββατο.
Με τον καιρό, οι Τούρκοι δεν τον πείραζαν και μάλιστα εκείνοι στους οποίους ήταν δούλος, έπαψαν να του φέρονται άσχημα και προσβλητικά.
Μια μέρα και ενώ ο Τούρκος αφέντης βρισκόταν στη Μέκκα, η γυναίκα του, έκανε τραπέζι σε συγγενείς και φίλους στο παλιό Προκόπι για να επιστρέψει με το καλό ο άντρας της. Ο Ιωάννης υπηρετούσε τότε στο τραπέζι, όταν σερβιρίστηκε και ένα πιάτο από το αγαπημένο πιλάφι του αφέντη. Το είδε και η τουρκάλα και αναστέναξε λέγοντας: «Πόση ευχαρίστηση θα λάμβανε Γιουβάν (=Ιωάννης, Γιοβάν) ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το φαγητό»!
Ο Ιωάννης πήρε τότε ένα πιάτο με ζεστό πιλάφι και είπε πως θα το έστελνε στον αφέντη στη Μέκκα, κάνοντας όλη τη συντροφιά να γελάσει για τα καλά. Νόμιζαν πως θα το έδινε πάλι σε καμιά φτωχή οικογένεια του χωριού, όπως έκανε άλλωστε συχνά…
Εκείνος όμως το πήρε και πήγε εκεί στο στάβλο του. Γονάτισε και με την προσευχή του, ανέθεσε στον Κύριο των πάντων την εκπλήρωση του αιτήματος. Και Εκείνος που είχε πει στους μαθητές Του «πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε» έκανε το θαύμα Του! Έτσι, όταν μετά από ημέρες γύρισε ο Αγάς και τους έδειξε το πιάτο που είχε ξαφνικά βρει μπροστά του, εκεί στη Μέκκα, με αχνιστό το αγαπημένο του πιλάφι, τότε όλοι άφωνοι, κατάλαβαν ότι ο φτωχός και καλός Ιωάννης, ήταν Άγιος του αληθινού Θεού!!! Του Χριστού μας!
Από τότε όλοι, όχι μόνο στο Προκόπι, αλλά και στα γύρω χωριά, σέβονταν πια το Γιοβάν, το Ορθόδοξο παλικάρι από τη Ρωσία και έπαψαν παντελώς να τον ενοχλούν…
Μετά από χρόνια κακουχίας, ο άγιος αρρώστησε και προαισθανόμενος την κοίμησή του, ειδοποίησε να του φέρουν να Μεταλάβει. Ο Ιερέας τότε, λόγω του φανατισμού των Τούρκων, φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα άγια στο στάβλο και σκάβοντας ένα μήλο, έβαλε με ασφάλεια μέσα τη Θεία Κοινωνία και έτσι Κοινώνησε τον Ιωάννη… Μετά από λίγο, στις 27 Μαΐου 1730, ο Άγιος έκλεισε τα μάτια του και έγειρε το κεφάλι του, όπως τον βλέπει άλλωστε κανείς και τώρα, στο σημερινό Προκόπι, να κοιμάται γαλήνια, ολόσωμος και άφθορος, αναμένοντας την Ανάσταση και δίνοντας και πάλι σε όλα τα έθνη της γης, με το ολοζώντανο αυτό θαυμαστό λείψανο, Ομολογία Αληθείας, ομολογία Ορθοδοξίας!
Αυτό το θαύμα του άφθαρτου λειψάνου, φανερώθηκε στο παλιό Προκόπι στα 1733, όταν μετά από αποκάλυψη του ίδιου του Αγίου ουράνιο φως φώτισε τον τάφο του! Στην εκταφή τότε διαπιστώθηκε το ασύλληπτο θαύμα του άφθαρτου σώματος, που ευωδίαζε άρρητα!!!
Στα 1830, την εποχή που μαινόταν η σύγκρουση μεταξύ Σουλτάνου και Ιμπραχίμ της Αιγύπτου, το Προκόπι της Καππαδοκίας ένιωσε το φρικτό ξέσπασμα της τουρκικής μανίας, όταν οι στρατιώτες του Οσμάν Πασά του Σουλτάνου, δε δίστασαν - για να εκδικηθούν τους Χριστιανούς - να ρίξουν ακόμα και αυτό το άγιο λείψανο του Οσίου Ιωάννη στη φωτιά!
Τότε είναι, που έντρομοι οι ιερόσυλοι Τούρκοι, είδαν το σώμα του Αγίου να κινείται μέσα στις φλόγες ολοζώντανο, να τους φοβερίζει και να τους διώχνει!!!
Την άλλη μέρα και αφού οι ασεβείς είχαν φύγει μισοπεθαμένοι από το φόβο τους, οι χριστιανοί με πόνο και αγωνία, σήκωσαν βουβοί τα κάρβουνα και τις στάχτες για να αντικρίσουν και πάλι το θρίαμβο της αγιοσύνης, το ολόσωμο και άφθαρτο λείψανο του άγιου παλικαριού, εντελώς ακέραιο και απείραχτο από την πυρκαγιά! Ευλύγιστο και μυρωμένο και μονάχα μαυρισμένο από τις κάπνες και τις φλόγες των Αγαρηνών! Έτσι όπως το αντικρίζει κανείς και σήμερα στο νέο Προκόπι της Εύβοιας!

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο άγιος Ιωάννης εβίωσε μέσα στην σκλαβιά την αληθινή ελευθερία. Και ήταν πράγματι ελεύθερος, αφού η ελευθερία είναι εσωτερική υπόθεση. Κατάφερε, με την κατά Χριστόν ζωή, να απαλλαγή από την τυραννία των παθών, της αμαρτίας και του διαβόλου, που είναι η πιο σκληρή μορφή δουλείας. Παρέδωσε την αγία ψυχή του “εις χείρας Θεού Ζώντος” σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, στις 27 Μαΐου του 1730, αφού προηγουμένως κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ο τάφος του έγινε λαϊκό προσκύνημα για Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, αφού ευεργετούσε τους πάντες χωρίς διάκριση. Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι κάτοικοι του Προκοπίου μετέφεραν ως θησαυρό ατίμητο το άφθαρτο Λείψανό του στην Εύβοια, στο χωριό Εμίν Αγά, που το ονόμασαν Νέο Προκόπιο. Και ο περικαλλής Ιερός Ναός, που κτίσθηκε προς τιμήν του, δέχεται την επίσκεψη χιλιάδων πιστών όλον τον χρόνο.Ο βίος και η πολιτεία του Οσίου μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:Πρώτον. Η πνευματική ζωή δεν είναι βίος ανθόσπαρτος, αλλά είναι οδός στενή και τεθλιμμένη. Για να μπορέση κανείς να βρη τον Θεό μέσα του και να αποκτήση προσωπική κοινωνία μαζί Του, πρέπει να αγωνισθή και να παλαίψη με τα πάθη και τις αδυναμίες του με μεγάλη υπομονή, γιατί με την υπομονή, την προσευχή και την αγάπη κατορθώνονται ακόμη και τα φαινομενικά ακατόρθωτα.Όταν στηρίζη κανείς την ελπίδα του στον Θεό και όχι στους ανθρώπους δεν πρόκειται ποτέ να απογοητευθή ή να απελπισθή. Μπορεί να υποφέρη εξωτερικά, αλλά εσωτερικά είναι ελεύθερος. Είναι πλημμυρισμένος από την άκτιστη θεία Χάρη και γι' αυτό είναι ήρεμος και ειρηνικός. Γιατί μπορεί να ζη κανείς σε συνθήκες εξωτερικά άψογες και όμως να γκρινιάζη και να παραπονήται, γιατί μέσα στην καρδιά του βιώνει την εγκατάλειψη και την απελπισία, ουσιαστικά μια κόλαση. Όπως και το αντίθετο. Μπορεί να ζη και να εργάζεται σε ένα κλίμα βαρύ και εχθρικό εξωτερικά και όμως μέσα του να βιώνη τον παράδεισο, να γεύεται την γλυκύτητα της θείας Χάριτος και να χαίρεται αληθινά την ζωή του. Δεύτερον. Το έργο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως πολύ ορθά έχει λεχθή, είναι να κάνη τους ανθρώπους λείψανα. Δηλαδή, να τους οδηγήση στην αγιότητα. Πράγματι, με τον τρόπο της ζωής που διαθέτει, βοηθά τους ανθρώπους να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Με την μυστηριακή ζωή, την άσκηση και την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, ο άνθρωπος καθαίρεται από τα πάθη και οδηγείται στον φωτισμό και την κοινωνία με τον Θεό. Δέχεται την άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος αισθητά σε όλη του την ύπαρξη, και στην ψυχή και στο σώμα του, με αποτέλεσμα να ευωδιάζη το σώμα του, ακόμη και μετά τον θάνατο. Και προσκυνά κανείς τα άγια Λείψανα και αισθάνεται ότι δεν είναι κόκαλα πεθαμένων ανθρώπων, αλλά ότι έχουν μέσα τους ζωή, την οποία και μεταγγίζουν στους ευλαβείς προσκυνητάς. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι είναι ζωντανοί και έχουν προσωπική κοινωνία με όσους τους ευλαβούνται, ζητούν την βοήθειά τους και αγωνίζονται να μιμηθούν τον θεάρεστο βίο τους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως τόνιζε ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, συγγενεύει με τις θετικές επιστήμες και κυρίως με την ιατρική, και όχι με την φιλοσοφία, επειδή αποδεικνύει και επαληθεύει τα όσα διδάσκει. Τα ευωδιάζοντα λείψανα των Αγίων και τα άφθαρτα σώματά τους, τα οποία “εκβλύζουσιν ιάματα”, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας και της αγάπης του Θεού για το ανθρώπινο γένος και για όλη την κτίση, της Αναστάσεως των νεκρών και της υπάρξεως της αιωνίου θείας ζωής.