2 Απρ 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Αγίου Ιωάννου της Κλίμακας).

(Μάρκου κεφ. θ' στίχοι 17-31).


Η θεραπεία του σεληνιαζομένου.


Το σημερινό Ευαγγέλιο μας λέγει για το θαύμα του Χριστού, που θεράπευσε το δαιμονισμένο παιδί. Ο διάβολος θέλει να ξεκόψουμε από το Θεό και έτσι να χάσουμε τη σωτηρία μας, που είναι και η αληθινή ζωή μας. Στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ο άνθρωπος αγωνίζεται για να συντρίψει με τη βοήθεια του Θεού την αμαρτία. Μόνον έτσι μπορούμε να πλησιάσουμε τον Κύριο, που είναι ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας μας.

«Τω καιρώ εκείνω άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού γονυπετών αυτώ και λέγων διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, φήσσει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται· Kαι είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν. ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει ώ γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν προς με. Και ήνεγκαν αυτόν προς αυτόν. Και ιδών αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων.
Και επηρώτησε τον πατέρα αυτού· πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ; ο δε είπε· παιδιόθεν. Και πολλάκις αυτόν εις το πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν σπλαγχνισθείς εφ' ημάς. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το εί δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδιού μετά δακρύων έλεγε- πιστεύω, κύριε βοήθει μου τη απιστία. Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ' αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν. Και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν εξήλθε, και εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν. ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν και ανέστη.
Και εισελθόντα αυτόν εις οίκον οι μαθηταί επηρώτων αυτόν κατ' ιδίαν, ότι ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό. Και είπεν αυτοίς· τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία. Και εκείθεν εξελθόντες παρεπορεύοντο δια της Γαλιλαίας και ουκ ήθελεν ίνα τις γνώναι. εδίδασκε γαρ τους μαθητάς αυτού ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και αποκτανθείς τη τρίτη ήμερα αναστήσεται».



Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, γονάτισε μπροστά του και είπε· Διδάσκαλε,· σου έφερα το γιο μου, που έχει πνεύμα άλαλο· Και όπου τον πιάσει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται· και είπα στους μαθητές σου για να το βγάλουν και δεν μπόρεσαν. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε και λέγει· Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και του το έφεραν. Και όταν το παιδί είδε τον Ιησού, αμέσως το πονηρό πνεύμα το τράνταξε και έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας.
Και ο Ιησούς ρώτησε τον πατέρα του· Πόσος καιρός είναι από τότε που το έπαθε; Και ο πατέρας είπε· Από τότε που ήταν παιδί. Και πολλές φορές και στη φωτιά τον έριξε και στο νερό για να τον ξεκάμει· μα αν κάτι μπορείς, λυπήσου μας και βοήθησε μας. Και ο Ιησούς του είπε· Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ' εκείνον που πιστεύει. Και αμέσως έβαλε φωνή ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα και είπε· Πιστεύω Κύριε· βόηθα με στην απιστία μου. Και όταν είδε ο Ιησούς πως μαζεύεται κόσμος, μίλησε αυστηρά στο ακάθαρτο πνεύμα και του λέγει: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, να βγεις από το παιδί και να μην ξαναμπείς σ' αυτό. Και το πνεύμα, αφού έβαλε μεγάλη φωνή και τράνταξε δυνατά το παιδί, βγήκε· και το παιδί έγινε σαν νεκρό, ώστε πολλοί να λέγουν πως πέθανε. Και ο Ιησούς το ‘πιασε από το χέρι και το σήκωσε και εκείνο στάθηκε ορθό. Και όταν ο Ιησούς πήγε στο σπίτι οι μαθητές του τον πήραν κατά μέρος και τον ρωτούσαν: Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το πονηρό πνεύμα; Και τους είπε· Τα πονηρά πνεύματα με κανέναν τρόπο δε βγαίνουν παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία. Και αφού βγήκαν από εκεί διάβαιναν κρυφά μέσα από τη Γαλιλαία και κανείς δεν ήθελε να το ξέρει. Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε πως ο υιός του ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν και αφού πεθάνει την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.


ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Το Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει το δυστυχισμένο πατέρα, που είχε το δαιμονισμένο παιδί. Μας δείχνει πώς καταντάει ο άνθρωπος, όταν κυριευθεί από το σατανά. Η αμαρτία μας ξεμακραίνει από το Θεό. Μας κάνει δούλους του σατανά, που μας βασανίζει με το χειρότερο τρόπο. Σ' αυτή τη φοβερή κατάσταση δε φτάνει ο άνθρωπος απότομα, αλλά σιγά σιγά. Από τη μικρή ηλικία αρχίζουμε να κάνουμε ορισμένες παρεκτροπές, που μας απομακρύνουν από το Θεό και τον ίσιο δρόμο. Ξεχνάμε την προσευχή. Αραιώνουμε τον εκκλησιασμό. Αναβάλλουμε την εξομολόγηση. Καθυστερούμε τη θεία Κοινωνία. Όλα αυτά είναι άσχημα δείγματα. Το Ευαγγέλιο μας λέγει ότι ο άνθρωπος προχωρεί στο κακό και την καταστροφή.
2. Το παράδειγμα του πατέρα είναι πολύ συγκινητικό. Με δάκρυα στα μάτια απάντησε στον Κύριο που τον ρώτησε αν πιστεύει: «Πιστεύω, Κύριε, αλλά βόηθα την απιστία μου». Ο πατέρας φαίνεται πως είχε στην καρδιά του μεγάλη ταπείνωση, γι' αυτό και οδηγήθηκε στο σημείο να εμπιστεύεται στο Χριστό. Αισθανόταν όμως μέσα του και μια ολιγοπιστία. Παρακαλεί τον Κύριο να τον δυναμώσει με τη θεϊκή του δύναμη και να του χαρίσει το δώρο της πίστεως.. Μακάρι και εμείς με πολύ ταπείνωση να παρακαλούμε το Θεό να δυναμώνει την πίστη μας και να μας χαρίζει τη σωτηρία της ψυχής και του σώματος μας.
3. Οι μαθητές δεν μπόρεσαν να κάμουν αυτό το θαύμα και ο Κύριος τους λέγει ότι τα πονηρά πνεύματα απομακρύνονται μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. Με την προσευχή ο άνθρωπος συνδέεται με το Θεό, ζητεί τη βοήθεια του και τη δύναμη του. Ιδιαίτερα τη Μεγάλη Σαρακοστή η προσευχή μας οπλίζει με τέτοια δύναμη, ώστε να συνεχίσουμε νικηφόρα τον αγώνα μας κατά του διαβόλου και της αμαρτίας. Η νηστεία επίσης μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό. Με τη νηστεία προσπαθούμε να στερήσουμε τον εαυτό μας από κάτι, που το αγαπάμε για το χατίρι και την αγάπη του Θεού. Η νηστεία μας γεμίζει με η δύναμη του Θεού, γιατί διαρκώς μας προσφέρει την αγάπη Του, που μας συντηρεί και μας λυτρώνει.