17 Απρ 2013


Μόνο μία λέξη
 Ἐάν μοῦ ἔλεγαν σήμερα ὅτι πρέπει νά ξεχάσω ὅλες τίς λέξεις καί νά κρατήσω μόνο μία, θά κρατοῦσα τή λέξη «εὐχαριστῶ». Κρατώντας αὐτήν, θά μποροῦσα πάλι νά βρῶ τό δρόμο γιά ὅλες τίς ἄλλες. Κρατώντας τίς ἄλλες χωρίς αὐτήν, θά ἔχανα καί τό δικό τους νόημα. Γιατί καί οἱ λέξεις τί εἶναι; Μιά ἀναπάντεχη δωρεά, ὄχι ἕνα δικό μας αὐτονόητο κτῆμα. Ἐάν ἤθελα νά κλείσω ὅλον τόν ἄνθρωπο σέ μιά κίνηση δικαίωσης, σέ μιά στάση ὀμορφιᾶς, θά διάλεγα τήν εὐχαριστία. Γιά ὅλα. Γιά ἐκεῖνα πού ἔχασε. Γιά αὐτά πού ἔχει. Γιά ἐκεῖνα πού δέν εἶχε ποτέ. Καί τό πιό δύσκολο· γιά αὐτά πού ἔχουν οἱ ἄλλοι.
 Ὑπερεκπερισσοῦ. Ὅλα εἶναι δῶρα μιᾶς ἀγάπης ὑπερβολικῆς, ἀποκλειστικῆς καί τελείας. Ἡ δημιουργία, ὁ χρόνος, ἡ ζωή, ὁ θάνατος, ἡ αἰωνιότητα. Καί ὅ,τι χωράει μέσα σ’ αὐτά. Τά ἄν, τά πότε, τά πόσο, τά πῶς, τά γιατί. Εὐχαριστῶ, λοιπόν, γιά τά «ἄν» πού περίμενα, ἀλλά πού δέν πραγματοποιήθηκαν ποτέ στή ζωή μου καί γιά τά «πότε» πού ἄργησαν τελικά πολύ νά ’ρθοῦν, ἐνῶ ἐγώ ἀδημονοῦσα ἤδη στό πρῶτο πεντάλεπτο. Εὐχαριστῶ γιά τό «πόσο» πού παρά τίς δικές μου ρυθμίσεις δέν ἦταν οὔτε πολύ οὔτε λίγο· ἦταν τόσο πού ἔφτανε γιά νά καταλάβω. Εὐχαριστῶ γιά τό«πῶς», γιατί πραγματικά δέν κατάλαβα πῶς ἦρθαν τά πράγματα στή ζωή μου, πῶς ἐξελίχτηκαν, πῶς ἀνατράπηκαν. Εὐχαριστῶ γιά τά «γιατί», πού δέν ἀπαντήθηκαν ποτέ. Μέ ὅλα αὐτά ἔμαθα λίγο νά ἀφήνομαι.
 Χωρίς φόβο καί χωρίς γογγυσμό, σ’ αὐτά πού ἀνοίγονται μπροστά μου κάθε ἀρχή τοῦ χρόνου. Γι’ αὐτό ὅταν πάει νά μέ καταβάλει ὁ φόβος λέω: Εὐχαριστῶ πού μέ ἀγαπᾶς, κι ἔτσι ἡ τελεία ἀγάπη ἡ δική Σου, ὄχι ἡ δική μου, «ἔξω βάλλει τόν φόβον». Κι ὅταν πάει νά Σέ διαβάλει ὁ γογγυσμός λέω: Εὐχαριστῶ, γιατί τί ἔχω πού νά μήν μοῦ εἶναι δοσμένο;
 Ἀντί, λοιπόν, ἀπόψε νά σκεφτῶ ὁτιδήποτε ἄλλο, τί ἔχω ἤ τί δέν ἔχω, ἄς σκεφτῶ μόνον αὐτό, ὅτι ἀντί γιά ἄνθρωπος θά μποροῦσα νά εἶμαι μιά σταγόνα σκοτάδι πού στροβιλίζεται στό χάος καί πού ἀπόψε εἰδικά θά τή φώτιζαν τά πυροτεχνήματα τῆς Πρωτοχρονιᾶς.
 Ραντίζει αὐτή ἡ εὐχαριστία σάν ἁπαλή, ἤρεμη βροχή τό ξερό χῶμα τῶν αὐτονόητων διεκδικήσεων καί ἀπαιτήσεων πού ἔχουμε ἀπ’ τόν Θεό κι ἀπ’ τούς ἀνθρώπους. Τίκ-τάκ· ἡ βροχή μιᾶς ἀδιάλειπτης εὐχαριστίας· καί μαλακώνει τό ἀδιαπέραστο στρῶμα τοῦ δεδομένου. Καί νά!
  Ἰριδισμοί πάνω στόν οὐρανό. Πανέμορφο καί ἐλπιδοφόρο τό οὐράνιο τόξο μετά τή βροχή. Σάν μιά ἀγκαλιά πού σηκώνει καί μένα καί αὐτό πού κουβαλάω.
 Σάν μιά θάλασσα πού μέ ταξιδεύει μακριά χωρίς τίς ἀποσκευές τῶν θλίψεων. Αὐτές ἔμειναν στήν ἀποβάθρα καί θά ’ρθοῦν μέ τό ἑπόμενο καράβι.
 Τελικά αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστικό. Δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐξασφαλίσει κανείς ὅτι δέν θά φυλλορροήσουν τά ρόδα στόν κῆπο μας ἀπό μιά ξαφνική μπόρα ἤ ὅτι δέν θά σκίσουν τά πανιά τοῦ καραβιοῦ μας οἱ ἐνάντιοι ἄνεμοι πού θά φυσήξουν γιά κάποιους ἀπό μᾶς στίς μέρες πού ἔρχονται. Μποροῦμε ὅμως μόνον ἐμεῖς μέσα ἀπ’ ὅλα αὐτά νά ἀσφαλίσουμε τήν εἰρήνη πού μᾶς δίνεται, ἄν τήν ὥρα πού πάει νά βγεῖ ἀπ’ τό στόμα μας πικρό τό «γιατί» προλάβουμε καί τό σκεπάσουμε μέ λόγο εὐχαριστίας.
  Ὦ Ἐσύ, πού ἐπειδή ὑπάρχεις ὑπάρχω. Μόνο μία λέξη γιά Σένα, πρώτη καί τελευταία: «Εὐχαριστῶ! Πάντοτε, ἐν παντί, κατά πάντα καί διά πάντα».