17 Δεκ 2015

Στό δρόμο γιά τή Βηθλεέμ

 
 
Οἱ ἱστορικές μαρτυρίες μᾶς πληροφοροῦν ὅτι στόν χριστιανικό κόσμο τῆς Ἀνατολῆς μέχρι τόν 4ο αἰώνα ἑορτάζονταν μαζί Χριστούγεννα καί Θεοφάνια. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἦταν αὐτός πού εἰσηγήθηκε καί συνετέλεσε στό διαχωρισμό τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν.
 Μιλώντας μέ ἐνθουσιασμό ἀλλά καί ἁγιογραφική κατοχύρωση, μέ λυρισμό ἀλλά καί θεολογική σαφήνεια ὁ χρυσορρήμων ἅγιος προσπαθεῖ νά ὁδηγήσει τούς ἀκροατές του στό δρόμο γιά τή Βηθλεέμ, νά τούς χειραγωγήσει στά μονοπάτια τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας.
 Στίς παραμονές τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἄς ἀφήσουμε κι ἐμεῖς τά χρυσά λόγια τοῦ ἁγίου Πατέρα νά ἀντηχήσουν στήν καρδιά μας. Προτρέπει τούς πιστούς νά ἀπέχουν ἀπό ἑορτασμούς μέ κοσμικό χαρακτήρα «διότι τίποτα δέν εἶναι περισσότερο ἐχθρικό πρός τό πνεῦμα τῆς πίστεώς μας». Ὁ ἴδιος νιώθει τήν ἀνάγκη νά ἐκφράσει τήν ἐσωτερική του χαρά: «Θέλω νά σκιρτήσω, ἐπιθυμῶ νά χορέψω ὄχι παίζοντας κιθάρα, ὄχι κρατώντας αὐλούς, ἀλλά ἔχοντας μαζί μου ἀντί γιά μουσικά ὄργανα τά σπάργανα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά εἶναι ἡ ἐλπίδα μου, αὐτά εἶναι ἡ ζωή καί ἡ σωτηρία μου». Μᾶς καλεῖ νά προσκυνήσουμε τό Βρέφος πού κρατᾶ μέσα στά σπάργανά του ὅλες τίς ἐλπίδες γιά τή σωτηρία μας καί νά βιώσουμε κι ἐμεῖς τό μεγάλο γεγονός μέ πνευματική εὐφροσύνη. «Ἄς γιορτάσουμε κι ἄς πανηγυρίσουμε. Σήμερα λύθηκαν τά δεσμά πολλῶν αἰώνων, ὁ διάβολος ντροπιάστηκε, οἱ δαίμονες δραπέτευσαν, ὁ θάνατος θανατώθηκε, ἄνοιξε ὁ παράδεισος, ἡ κατάρα ἐξαφανίστηκε, ἡ ἁμαρτία ἀποδυναμώθηκε. Ἡ πολιτεία τοῦ οὐρανοῦ φυτεύθηκε στή γῆ».
 Ὁ βαθύς μελετητής τοῦ ἀσύλληπτου μυστηρίου τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως διερωτᾶται μέ θαυμασμό: «Τί εἴπω καί τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ μέ τό θαῦμα», καί βοηθᾶ κι ἐμᾶς νά σταθοῦμε μέ δέος καί συγκλονισμό μπροστά στά παράδοξα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. «Παιδί βλέπω τόν προαιώνιο Θεό. Σέ φάτνη ἀναπαύεται αὐτός πού ἔχει θρόνο τόν οὐρανό. Χέρια ἀνθρώπινα ἀγγίζουν τόν ἀπρόσιτο καί ἀόρατο. Μέ σπάργανα εἶναι σφιχτοδεμένος αὐτός πού σπάει τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ἀναλαμβάνει ὁ Χριστός τό δικό μου σῶμα γιά νά μπορέσω ἐγώ νά ἀποδεχθῶ τό λόγο του καί παίρνοντας τή σάρκα μου μοῦ χαρίζει τό πνεῦμα του, ὥστε μέ τήν προσφορά αὐτή νά μοῦ προμηθεύσει τό θησαυρό τῆς ζωῆς. Παίρνει τή σάρκα μου γιά νά μέ ἁγιάσει, μοῦ δίνει τό πνεῦμα του γιά νά μέ ἀπελευθερώσει».
 Ὁ ἱερός πατέρας μέ διάφορες εἰκόνες κατευθύνει τή σκέψη μας στό ἀπύθμενο βάθος τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως. «Πῶς ἔγινε τοῦτο τό ἐκπληκτικό καί ἀξιοθαύμαστο; Ἐξαιτίας τῆς δικῆς του ἄκρας ἀγαθότητας. Ὅπως ἕνας βασιλιάς, γιά νά μήν ἀναγνωριστεῖ ἀπό τόν ἐχθρό καί νά μπορέσει νά πετύχει τή νίκη, βγάζει τή βασιλική στολή καί σάν ἁπλός στρατιώτης ρίχνεται στή μάχη, ἔτσι καί ὁ Χριστός ἦρθε μέ ἀνθρώπινη μορφή γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσει ὁ ἐχθρός καί ἀποφύγει τή σύγκρουση μαζί του· ἀλλά καί γιά νά μή φοβίσει τούς ἀνθρώπους, διότι ἦρθε γιά νά τούς σώσει καί ὄχι γιά νά τούς καταπλήξει».
Μέσα στά σκοτάδια τῆς ἐποχῆς μας μία λάμψη ἀπό τό ἄστρο τῆς Βηθλεέμ φέρνει στίς ψυχές μας ὁ ζείδωρος λόγος τοῦ ἱεροῦ πατέρα. Ἄς γίνει ὁ μεγάλος ἅγιος συνοδοιπόρος μας στήν πορεία γιά τό σπήλαιο τῆς γεννήσεως, ἐκεῖ ὅπου ὁ Θεός δίνει λύση στό δράμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ζήσουμε λυτρωτικά τή «μητρόπολη τῶν ἑορτῶν», ὅπως χαρακτηρίζει τά Χριστούγεννα ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
Χ. Χατζῆ
Θεολόγος